1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Σωκράτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

27η ΕΝΟΤΗΤΑ: ψ (περίληψη – ανάλυση αποσπασμάτων) 📖

ΚΥΡΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

  • Αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη
  • Τα νέα προβλήματα του Οδυσσέα και η αντιμετώπισή τους
  • Ο «Μικρὸς Ἀπόλογος» του Οδυσσέα

Α΄.Ι. Περιληπτική αναδιήγηση της ραψωδίας ψ: Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμὸς 🏹

Παραπατώντας από τη χαρά της, η Ευρύκλεια ανέβηκε στην κάμαρη της Πηνελόπης και ανήγγειλε στη βασίλισσα ότι ο Οδυσσέας γύρισε και σκότωσε τους μνηστήρες, αλλά δεν έγινε πιστευτή. Η Πηνελόπη θεώρησε έργο των θεών την τιμωρία των αλαζονικών μνηστήρων, όταν όμως η παραμάνα αναφέρθηκε στην ουλή που είχε στο γόνατο ο Οδυσσέας, αποφάσισε να κατεβεί, αλλά για να δει τι συμβαίνει.

Κάθισε λοιπόν άφωνη και ερευνητική απέναντι στον άντρα της. Ο Τηλέμαχος τη χαρακτήρισε σκληρόκαρδη για τη στάση της, ο Οδυσσέας όμως τη δικαιολόγησε, συζήτησε έπειτα με τον γιο του το θέμα των πιθανών αντεκδικήσεων από τους συγγενείς των μνηστήρων και αποφάσισε να στηθεί χορός και τραγούδι στον χώρο του παλατιού, ώστε να δοθεί η εντύπωση στους περαστικούς ότι γίνεται γάμος και να μη διαρρεύσει στην πόλη η είδηση του φονικού, πριν εκείνοι καταφύγουν στο κτήμα του Λαέρτη, όπου θα οργανώσουν την άμυνά τους.

Στο μεταξύ ο Οδυσσέας λούστηκε, ομορφοντύθηκε και ξαναπήρε θέση απέναντι στη γυναίκα του. Παραπονέθηκε τώρα για τη στάση της και ζήτησε να του στρώσουν να κοιμηθεί μόνος του. Άρπαξε τότε την ευκαιρία η Πηνελόπη και ζήτησε να μετακινηθεί το κρεβάτι έξω από τη συζυγική κάμαρη. Ο λόγος της αυτός εξόργισε τον Οδυσσέα που, πέφτοντας στην παγίδα της, αποκάλυψε το μυστικό του ριζωμένου στη γη κρεβατιού τους, που μόνο αυτοί ήξεραν. Το αδιάψευστο αυτό σημάδι σιγούρεψε την Πηνελόπη και ξέσπασαν και οι δυο σε θρήνο χαράς, τον οποίο διέκοψε ο Οδυσσέας, για να αναφερθεί στη νέα αποδημία που του όρισε ο μάντης Τειρεσίας.

Το πιο δύσπιστο πρόσωπο της Οδύσσειας

Η Πηνελόπη είναι το μοναδικό πρόσωπο στο έπος που δεν πείθεται με λόγια, ούτε καν με την ουλή που έπεισε την Ευρύκλεια. Χρειάζεται μια απόδειξη που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πλαστογραφήσει: το μυστικό της κατασκευής της κλίνης τους.

Ετοιμάστηκε στο μεταξύ η συζυγική κλίνη, ο χορός και το τραγούδι σταμάτησαν, και εκείνοι, αφού χάρηκαν την αγάπη τους, διηγήθηκαν τα βάσανά τους, ώσπου τους πήρε ο ύπνος.

Την αυγή της επόμενης (41ης και τελευταίας) μέρας της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας με τον Τηλέμαχο και τους δύο έμπιστους βοσκούς, τον Εύμαιο και τον Φιλοίτιο, οπλισμένοι όλοι τους και καλυμμένοι με ομίχλη από την Αθηνά, ξεκίνησαν για το κτήμα του Λαέρτη, μακριά από «τον τόπο του εγκλήματος».

Α΄.2. ΚΕΙΜΕΝΟ 📜

Η αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη και ο «Μικρὸς Ἀπόλογος»

«[...] / Έλα λοιπόν μαζί μου, κι εγώ στοιχηματίζω
90 την ίδια τη ζωή μου, αν σ᾽ απατώ· αφάνισε με τότε
με θάνατο φριχτό κι αλύπητο.»
Πήρε ξανά τον λόγο η Πηνελόπη, λογική και φρόνιμη:
«Καλή μου, αιώνιοι οι θεοί, και δύσκολο πολύ να ξεδιαλύνεις
95 τα κρυφά νοήματά τους, όσο σοφή κι αν έγινες στο πέρασμα του χρόνου.
Παρ' όλα ταύτα, ας πάμε ν' ανταμώσουμε τον γιο μου, να δουν τα μάτια μου
τους σκοτωμένους, αλλά και ποιος τους σκότωσε.»
Μ' αυτά τα λόγια πήρε να κατεβαίνει από το ανώγι,
μέσα της αμφιβάλλοντας αν έπρεπε, κρατώντας
100 την απόσταση, τον άντρα της να δοκιμάσει με ερωτήματα
ή να βρεθεί στο πλάι του, να πιάσει
το κεφάλι και τα χέρια του, να τα γεμίσει με φιλήματα.
Στο μεταξύ προχώρησε πατώντας το πέτρινο κατώφλι,
ύστερα κάθισε στον Οδυσσέα αντίκρυ, στον άλλον τοίχο
105 απέναντι, στο αντιφέγγισμα από τη φλόγα της φωτιάς.
Εκείνος σε ψηλή κολόνα ακουμπισμένος, με το κεφάλι του
σκυφτό, περίμενε αν η ομόκλινη γυναίκα του κάτι θα πει,
τώρα που τον αντίκριζαν τα μάτια της.
110 Άφωνη όμως έμεινε η Πηνελόπη για πολύ,
λες κι είχε παραλύσει· μόνο τα μάτια της, τη μια κοιτούσαν
καταπρόσωπο, την άλλη δεν τον αναγνώριζαν,
με τ' άθλια ρούχα που φορούσε.
Τότε ο Τηλέμαχος, επιτιμώντας, μίλησε άσχημα στη μάνα του:
115 «Μάνα, κακή μου μάνα, πόσο ανελέητη καρδιά κρύβεις στα στήθη!
Πώς το αντέχεις και μακριά του μένεις; πώς δεν σιμώνεις τον πατέρα μου,
δεν κάθεσαι στο πλάι του, δεν του μιλάς, δεν τον ρωτάς;
Στον κόσμο δεν υπάρχει γυναίκα άλλη με τόσο αλύγιστη ψυχή· [...].
120 Αλλ' η δική σου η καρδιά είναι από πέτρα πιο σκληρή.»
Του αντιμίλησε με τη δική της λογική η Πηνελόπη:
«Γιε μου, μέσα μου νιώθω θάμβος και κατάπληξη,
και δεν μπορώ μήτε μια λέξη να προφέρω, κάτι να τον ρωτήσω
ή να τον δω κατάματα. Αν όμως πράγματι ο Οδυσσέας
125 είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι,
μπορούμε μεταξύ μας, και καλύτερα, να γνωριστούμε·
127-8 κρυφά σημάδια έχουμε, που τα γνωρίζουμε οι δυο μας μόνο — / άλλος κανείς.»
Ακούγοντας τα λόγια της εκείνος χαμογέλασε, βασανισμένος
130 ο Οδυσσέας και θείος. Ύστερα γύρισε προς τον Τηλέμαχο,
κι όπως του μίλησε, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Τηλέμαχε, άσε τη μάνα σου μέσα σε τούτο το παλάτι
να με δοκιμάσει – θα καταλάβει γρήγορα, και τότε πιο καλά.
135 Τώρα με βλέπει βρόμικο, με τ᾿ άθλια ρούχα που φορώ,
γι' αυτό και με περιφρονεί, αρνείται να δεχτεί ποιος είμαι. [...]»
[Ο Οδυσσέας συζήτησε έπειτα με τον γιο του το πρόβλημα της αντεκδίκησης και έδωσε
εντολή να σκηνοθετήσουν ατμόσφαιρα γιορτής στο παλάτι με τραγούδι και χορό.]

176 Στο μεταξύ τον μεγαλόψυχο Οδυσσέα, μέσα στο σπίτι του,
η Ευρυνόμη επήρε να τον λούζει, τον άλειψε με λάδι, του φόρεσε
χλαμύδα ωραία και χιτώνα, κι η Αθηνά τον περιέβαλε
με εξαίσια ομορφιά, από την κεφαλή ως τα πόδια· [...]
[Πήρε ύστερα θέση αντίκρυ στη γυναίκα του ο Οδυσσέας και της μίλησε:]
189 «Παράξενη πολύ! Από τις άλλες τις ωραίες γυναίκες μόνο σ' εσένα
έβαλαν καρδιά ανελέητη οι Ολύμπιοι.
190 Άλλη καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να το αντέξει,
να στέκει τόσην ώρα από τον άντρα της μακριά, όταν,
μετά από τόσα βάσανα και πάθη, γυρίζει πάλι στην πατρική του γη
κι έχουν περάσει είκοσι χρόνια ολόκληρα.
195 Αλλά, καλή γερόντισσα, έλα και στρώσε μου τώρα την κλίνη,
μόνος μου να πλαγιάσω – αυτή μέσα στα στήθη της
κρύβει καρδιά από σίδερο.»
Του αντιμίλησε με λογική και φρόνηση η Πηνελόπη:
«Παράξενος κι εσύ! Μήτε ψηλώνει ο νους μου μήτε περιφρονώ κανέναν,
200 αλλά και δεν θαμπώνομαι – ξέρω καλά πώς ήσουν, όταν το αποφάσισες
να φύγεις από την Ιθάκη μ᾽ εκείνο το μακρόκουπο καράβι.
Έλα, τώρα, Ευρύκλεια, φέρε και στρώσε του τη στέρεη κλίνη
205 έξω από την καλοχτισμένη κάμαρή μας, που μόνος του την έφτιαξε·
τραβήξτε το γερό κρεβάτι εκεί και βάλτε πάνω του στρωσίδια,
προβιές, φλοκάτες, σεντόνια πεντακάθαρα που λάμπουν.»
Μ' αυτά τα λόγια θέλησε τον άντρα της να δοκιμάσει· ο Οδυσσέας όμως,
γεμάτος αγανάκτηση, στράφηκε στην πιστή γυναίκα του μιλώντας:
«Γυναίκα, άσχημο λόγο πρόφερες, που την ψυχή δαγκώνει.
210 Ποιος μετακίνησε την κλίνη; Το βλέπω δύσκολο
και για τον έμπειρο τεχνίτη ακόμη. Μόνο θεός, αν ήθελε,
θα το μπορούσε κατεβαίνοντας να της αλλάξει θέση· θνητός που ζει,
κι αν είναι στην ακμή της νιότης του, εύκολα δεν μπορεί να τη σαλέψει.
215 Γιατί σ' αυτή την τορνευτή μας κλίνη κάποιο σημάδι υπάρχει
απαραγνώριστο – το ᾿καμα εγώ, άλλος κανείς.
Φύτρωνε μέσα στου σπιτιού μας τον περίβολο κορμός μακρόφυλλης ελιάς,
με θαλερό το φούντωμά της, κι αυτός χοντρός σαν μια κολόνα.
Γύρω του εγώ την κάμαρη έχτισα και την ανέβασα
220 με πέτρες πανωτές στο τελικό της ύψος· μετά τη στέγασα
καλά από πάνω, και την ασφάλισα με κολλητά πορτόφυλλα,
να αρμόζουν μεταξύ τους.
Τότε πια κούρεψα κλαδιά και φούντες της μακρόφυλλης ελιάς,
225 κλάδεψα με επιδέξια τέχνη τον κορμό απ᾿ τη ρίζα του,
με το σκεπάρνι τον πελέκησα, τον στάθμισα
για να ισώσει, τον δούλεψα να γίνει κλινοπόδαρο, κι άνοιξα
πάνω του τρύπες με το τρυπάνι. Αρχίζοντας μετά τον πλάνισα
229 και πάνω άπλωσα του κρεβατιού την τάβλα· άπλωσα του κρεβατιού την τάβλα τελειώνοντας,
230 μ' ασήμι, μάλαμα και φίλντισι την κλίνη στόλισα [...].
Αυτό είναι το σημάδι που σου φανερώνω. Μόνο που δεν γνωρίζω,
φοβερή γυναίκα, αν παραμένει ριζωμένη η κλίνη μας ή μήπως
άλλος αλλού την έστησε, κόβοντας σύρριζα το λιόδεντρο.»

Η κλίνη ως υπογραφή του Οδυσσέα

Η κλίνη δεν ήταν απλώς έπιπλο· ήταν κατασκευασμένη γύρω από έναν ζωντανό κορμό ελιάς, ριζωμένο στη γη, που ο ίδιος ο Οδυσσέας έκοψε και λάξεψε. Έτσι το κρεβάτι δεν μπορούσε ποτέ να μετακινηθεί χωρίς να καταστραφεί —ήταν το μόνο σημάδι που κανείς απατεώνας δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ή να αντιγράψει.

Έτσι της μίλησε, κι ευθύς της λύθηκαν γόνατα και καρδιά,
αναγνωρίζοντας απαραγνώριστα σημάδια, του Οδυσσέα απόδειξη.
235 Βούρκωσε τότε, χύθηκε στο μέρος του, τα δυο της χέρια
πέρασε στον λαιμό του, φίλησε το κεφάλι του, κι ύστερα μίλησε:
«Μη μου θυμώνεις, Οδυσσέα, έχεις εσύ ασυναγώνιστο μυαλό
και κατανόηση για τους ανθρώπους. Πρέπει οι θεοί
στη συμφορά να μας παρέσυραν, που μας εφθόνησαν και δεν μας άφησαν
240 αχώριστοι να μείνουμε, μαζί τη νιότη μας να τη χαρούμε
και να γεράσουμε μαζί.
Τώρα ωστόσο μην παρεξηγείς το φέρσιμό μου
και μην αγανακτείς, που την αγάπη μου δεν έδειξα νωρίτερα.
245 Γιατί, βαθιά, η ψυχή μου ποτέ δεν έπαψε να τρέμει,
μήπως μ' εξαπατήσει κάποιος με τα λόγια του,
περαστικός – είναι πολλοί που σκέφτονται το πονηρό συμφέρον τους. [...]
253 Μα τώρα που φανέρωσες σημάδια απαραγνώριστα της κλίνης μας [...].
Τώρα λοιπόν με πείθεις, όσο κι αν έδειξε αμετάπειστη η καρδιά μου.»
258 Μιλώντας, σήκωσε σ' εκείνον ίμερο ασυγκράτητο για θρήνο,
κι αυτός θρηνούσε, κρατώντας μ᾿ αγάπη στην αγκάλη την ακριβή γυναίκα του.
260 Πόση αγαλλίαση, βλέποντας γη μπροστά τους, νιώθουν οι ναυαγοί
που ο Ποσειδώνας σύντριψε, καταμεσής στο πέλαγος,
263-4 το ανθεκτικό καράβι τους, χτυπώντας το / μ᾿ άγριο άνεμο και κύμα φοβερό [...],
267 τέλος, αφήνοντας πίσω τους το κακό, με αγαλλίαση πατούν
στη στέρεη γη· τόση αγαλλίαση πλημμύρισε κι εκείνην, που τώρα
έβλεπαν τα μάτια της το ταίρι της. Και πια δεν έλεγε να λύσει
270 απ' τον λαιμό του τα λευκά της χέρια.

Μια παρομοίωση με δύο όψεις

Ο ποιητής παρομοιάζει τη χαρά της Πηνελόπης με εκείνη των ναυαγών που αντικρίζουν επιτέλους στεριά. Η εικόνα ταιριάζει διπλά: και ο ίδιος ο Οδυσσέας έζησε ακριβώς αυτό το ναυάγιο, κι έτσι η χαρά περνάει σαν σε κύκλο από τον έναν σύζυγο στον άλλον.

[Ο Οδυσσέας αναφέρεται στην εντολή του μάντη Τειρεσία για τη νέα του αποδημία,
ενώ ετοιμάζεται η συζυγική κλίνη.]
335 Οι δυο τους πρώτα χόρτασαν αγκάλη και φιλί,
και τώρα χαίρονταν με λόγια που ιστορούσαν μεταξύ τους.
Εκείνη, θεία γυναίκα, τα πόσα στο παλάτι τράβηξε,
338-9 έχοντας μπρος στα μάτια της το μισητό σινάφι / των μνηστήρων· [...].
342 Αλλά κι ο θείος Οδυσσέας μιλούσε, για πίκρες που έδωσε
σ' άλλους ανθρώπους και πόσα πάθη ο ίδιος βάσταξε [...].
347 Άρχισε με τους Κίκονες και πώς τους δάμασε, μετά
πώς βρέθηκε στα εύφορα χωράφια των Λωτοφάγων, όσα του κόστισε
ο Κύκλωπας , ότι τον εκδικήθηκε για τους γενναίους συντρόφους
350 που αλύπητα τους έφαγε, πώς άραξε και στο νησί
του Αιόλου κι εκείνος φιλικά τον δέχτηκε, καλά τον ξεπροβόδισε,
αλλά δεν ήτανε της μοίρας του να φτάσει ακόμη
στη γλυκιά πατρίδα — τον βρήκε και τον άρπαξε άγρια θύελλα,
355 που τον παρέσυρε ξανά στην ανοιχτή ψαρίσια θάλασσα·
μετά πώς έφτασε στους Λαιστρυγόνες, σ' αυτούς που αφάνισαν
όλα του τα καράβια και τους γενναίους συντρόφους —
μόνος ο Οδυσσέας γλίτωσε στο μελανό καράβι του·
της είπε και τον πολυμήχανο δόλο της Κίρκης, το πώς κατέβηκε
360 μ' ένα γερό σκαρί στ' αραχνιασμένα δώματα του Άδη, χρησμό να πάρει
απ' του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή, και πώς εκεί είδαν τα μάτια του
όλους τους συμπολεμιστές της Τροίας, κι ακόμη
τη μάνα που τον γέννησε κι από μωρό τον έκανε άντρα·
365 πώς άκουσε και των οξύφωνων Σειρήνων το τραγούδι, κι ύστερα πέρασε
τις Πέτρες τις Πλαγκτές, φτάνοντας και στις φοβερές Σκύλλα και Χάρυβδη,
όπου κανείς ποτέ δεν γλίτωσε· μετά πώς οι εταίροι
έσφαξαν του Ήλιου τα γελάδια, και τότε
ο Δίας, που ψηλά βροντά, σύντριψε με το φλογερό του αστροπελέκι
το γρήγορο καράβι, και τότε πια όλοι οι λαμπροί του σύντροφοι
370 βούλιαξαν στον χαμό – ο ίδιος μόνο ξέφυγε τη μοίρα του θανάτου·
πώς έτσι βρέθηκε στης Ωγυγίας το νησί, στης νύμφης Καλυψώς,
που τον κατακρατούσε, θέλοντας να τον έχει ταίρι της,
σε θολωτές σπηλιές, τον έτρεφε κι έδινε την υπόσχεση
374-5 πως θα τον κάνει αθάνατο κι αγέραστο για πάντα,
όμως δεν μπόρεσε ποτέ να πείσει και ν' αλλάξει / της ψυχής το φρόνημα·
τέλος πώς έφτασε στους Φαίακες, μετά από πάθη αμέτρητα,
που εγκάρδια σαν θεό τον τίμησαν, κι αυτοί τον έστειλαν
μ' ένα καράβι τους στην πατρική του γη, αφού πρώτα τον γέμισαν
380 με δώρα – χαλκό, μαλάματα και ρούχα.

Ο «Μικρός Απόλογος»

Οι στίχοι που διηγούνται εδώ όλες τις περιπέτειες του Οδυσσέα σε λίγες γραμμές λέγονται «Μικρὸς Ἀπόλογος», για να ξεχωρίζουν από τους «Μεγάλους Απολόγους» —τις εκτενείς αφηγήσεις που είχε κάνει ο ίδιος ο Οδυσσέας στους Φαίακες. Εδώ ο ποιητής τα συνοψίζει όλα σε πλάγιο λόγο και με τη σωστή χρονολογική σειρά, προσθέτοντας μάλιστα και το επεισόδιο των Φαιάκων, που οι Μεγάλοι Απόλογοι δεν είχαν καλύψει.

Ήταν αυτή η τελευταία του λέξη, καθώς ύπνος γλυκύς,
λυσιμελής τον έπιασε, κι έλυσε τις φροντίδες της ψυχής του.