Σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα 🛡️
Τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ), ή σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις (ΣΜΛ), οφείλονται σε μικροοργανισμούς, όπως βακτήρια, ιούς και παράσιτα. Μια λοίμωξη μπορεί να υπάρχει χωρίς να έχει προκαλέσει συμπτώματα. Η γνώση για τη μετάδοση, τις εξετάσεις και την πρόληψη βοηθά κάθε άνθρωπο να φροντίζει την υγεία του και την υγεία των άλλων.
Μετάδοση και πιθανά σημάδια
Πολλές ΣΜΛ μεταδίδονται κατά την κολπική, πρωκτική ή στοματική σεξουαλική επαφή. Ανάλογα με τον μικροοργανισμό, η μετάδοση μπορεί να γίνει μέσω σωματικών υγρών ή με άμεση επαφή δέρματος και βλεννογόνων στα γεννητικά όργανα, ακόμη και χωρίς διείσδυση. Ορισμένες λοιμώξεις μεταδίδονται επίσης με αίμα ή από έγκυο άτομο στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό ή, για συγκεκριμένες λοιμώξεις, τον θηλασμό. Μία επαφή μπορεί να αρκεί για μετάδοση. Η λοίμωξη δεν σχετίζεται με τον χαρακτήρα ή την κοινωνική ομάδα ενός ανθρώπου.
Πιθανά συμπτώματα είναι ασυνήθιστες εκκρίσεις από τον κόλπο ή το πέος, κάψιμο ή πόνος κατά την ούρηση, συχνουρία, φαγούρα, εξάνθημα, πληγές ή εξογκώματα κοντά στα γεννητικά όργανα, πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή και αιμορραγία εκτός περιόδου ή μετά την επαφή. Αυτά τα σημάδια μπορεί να έχουν και άλλες αιτίες. Επίσης, είναι δυνατόν να συνυπάρχουν περισσότερες από μία λοιμώξεις.
Ένα άτομο μπορεί να έχει ΣΜΛ και να τη μεταδίδει χωρίς να το γνωρίζει. Η κατάλληλη εξέταση, όχι η εξωτερική εμφάνιση, δείχνει αν υπάρχει συγκεκριμένη λοίμωξη.
Αν υπάρχει ανησυχία μετά από επαφή ή εμφανιστούν συμπτώματα, χρειάζεται επικοινωνία με επαγγελματία υγείας. Ανάλογα με την πιθανή λοίμωξη, μπορεί να ζητηθεί εξέταση αίματος, ούρων ή δείγμα από το σημείο της λοίμωξης. Ο κατάλληλος χρόνος εξέτασης διαφέρει. Με βάση τη διάγνωση ο επαγγελματίας υγείας καθορίζει τη θεραπεία, την παρακολούθηση και, όπου χρειάζεται, την ενημέρωση και εξέταση των σεξουαλικών συντρόφων. Η έγκαιρη φροντίδα μπορεί να αποτρέψει επιπλοκές και περαιτέρω μετάδοση.
Βακτηριακές και παρασιτικές λοιμώξεις
Η γονόρροια και τα χλαμύδια είναι βακτηριακές λοιμώξεις. Συχνά δεν προκαλούν συμπτώματα. Όταν υπάρχουν, μπορεί να εμφανιστούν εκκρίσεις, κάψιμο στην ούρηση ή πόνος. Μεταδίδονται με σεξουαλική επαφή και μπορούν να μεταδοθούν στο νεογνό κατά τον τοκετό, προκαλώντας λοίμωξη στα μάτια· τα χλαμύδια μπορεί επίσης να προκαλέσουν πνευμονική λοίμωξη. Χωρίς θεραπεία, μπορεί να προκύψει φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, δυσκολία στην τεκνοποίηση ή αυξημένος κίνδυνος εξωμήτριας κύησης. Αντιμετωπίζονται με κατάλληλα αντιβιοτικά που επιλέγει επαγγελματίας υγείας.
Η σύφιλη οφείλεται σε βακτήριο. Μπορεί αρχικά να εμφανιστεί ως ανώδυνη πληγή, η οποία υποχωρεί χωρίς να σημαίνει ότι η λοίμωξη πέρασε. Αργότερα μπορεί να παρουσιαστούν εξάνθημα, πυρετός ή διογκωμένοι λεμφαδένες. Χωρίς θεραπεία μπορεί να βλάψει σοβαρά το νευρικό και το καρδιαγγειακό σύστημα. Μεταδίδεται κυρίως με σεξουαλική επαφή και μπορεί να περάσει στο έμβρυο κατά την εγκυμοσύνη. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιβιοτική θεραπεία είναι σημαντικές.
Η τριχομονάδωση προκαλείται από μονοκύτταρο παράσιτο. Μπορεί να μην έχει συμπτώματα ή να προκαλέσει ερεθισμό, ασυνήθιστες εκκρίσεις και κάψιμο στην ούρηση. Μεταδίδεται κυρίως με σεξουαλική επαφή. Αντιμετωπίζεται με αγωγή που ορίζει επαγγελματίας υγείας· συχνά χρειάζεται να αξιολογηθούν και οι σύντροφοι, ώστε να αποφευχθεί νέα μετάδοση.
Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι διαταραχή της φυσιολογικής ισορροπίας βακτηρίων στον κόλπο. Μπορεί να προκαλεί λεπτόρρευστες εκκρίσεις με χαρακτηριστική οσμή, αλλά και να μην έχει συμπτώματα. Η σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να επηρεάζει την εμφάνισή της, όμως μπορεί να παρουσιαστεί και χωρίς σεξουαλική επαφή. Δεν αποτελεί ένδειξη «κακής υγιεινής» ούτε απλή μετάδοση ενός συγκεκριμένου μικροβίου από σύντροφο. Χρειάζεται σωστή διάγνωση, επειδή παρόμοια συμπτώματα έχουν διαφορετικές αιτίες. Ιδιαίτερα στην εγκυμοσύνη, η αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας έχει σημασία.
HPV, έρπης και ηπατίτιδα Β
Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) μεταδίδεται κυρίως με στενή δερματική επαφή κατά τη σεξουαλική δραστηριότητα. Πολλές λοιμώξεις δεν δίνουν συμπτώματα και υποχωρούν χωρίς να προκαλέσουν πρόβλημα. Ορισμένοι τύποι προκαλούν κονδυλώματα, ενώ άλλοι, αν παραμείνουν για καιρό, συνδέονται με καρκίνους, όπως του τραχήλου της μήτρας. Τα κονδυλώματα μπορούν να αντιμετωπιστούν, αλλά η αφαίρεσή τους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ιός έχει εξαφανιστεί αμέσως. Ο εμβολιασμός και ο προληπτικός έλεγχος του τραχήλου, όταν ενδείκνυται, μειώνουν σημαντικούς κινδύνους.
Ο έρπης των γεννητικών οργάνων προκαλείται από τους ιούς HSV-1 ή HSV-2. Μεταδίδεται με άμεση επαφή με μολυσμένο δέρμα ή βλεννογόνο, ακόμη και χωρίς ορατές πληγές. Μπορεί να προκαλέσει επώδυνες φυσαλίδες ή πληγές, αλλά συχνά δεν έχει αναγνωρίσιμα συμπτώματα. Ο ιός παραμένει στον οργανισμό και τα συμπτώματα μπορεί να επανεμφανιστούν. Η αντιική αγωγή μειώνει τη διάρκεια ή τη συχνότητα των επεισοδίων και τον κίνδυνο μετάδοσης. Στην εγκυμοσύνη απαιτείται ειδική ιατρική αξιολόγηση για την προστασία του νεογνού.
Η ηπατίτιδα Β είναι ιογενής λοίμωξη του ήπατος. Ο ιός HBV μεταδίδεται με αίμα και ορισμένα σωματικά υγρά, με σεξουαλική επαφή και από έγκυο στο παιδί. Μερικοί άνθρωποι δεν έχουν συμπτώματα· άλλοι νιώθουν κόπωση ή εμφανίζουν κοιλιακό πόνο και ίκτερο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η λοίμωξη γίνεται χρόνια και μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος. Υπάρχει αποτελεσματικό προληπτικό εμβόλιο και ιατρική φροντίδα για όσους έχουν τη λοίμωξη.
Ο εμβολιασμός κατά του HPV και της ηπατίτιδας Β προλαμβάνει λοιμώξεις που σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με καρκίνο.
HIV και AIDS
Ο HIV είναι ιός που προσβάλλει κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, ιδιαίτερα τα CD4 Τ λεμφοκύτταρα. Το AIDS είναι προχωρημένο στάδιο της HIV λοίμωξης, στο οποίο η άμυνα του οργανισμού έχει εξασθενήσει σοβαρά και μπορεί να εμφανιστούν ευκαιριακές λοιμώξεις. Το να ζει κάποιος με HIV δεν σημαίνει ότι έχει AIDS.
Ο HIV μπορεί να μεταδοθεί μέσω συγκεκριμένων σωματικών υγρών κατά τη σεξουαλική επαφή, με κοινή χρήση μολυσμένων συριγγών ή άλλου εξοπλισμού που φέρει αίμα, και από έγκυο στο παιδί κατά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό ή τον θηλασμό. Δεν μεταδίδεται με αγκαλιά, χειραψία, κοινά σκεύη, τουαλέτες, πισίνες, ιδρώτα ή τσιμπήματα εντόμων. Η καθημερινή κοινωνική επαφή με άτομο που ζει με HIV είναι ασφαλής.
Η λοίμωξη διαγιγνώσκεται με ειδική εξέταση. Κάθε είδος εξέτασης έχει διαφορετικό παράθυρο ανίχνευσης, οπότε ο χρόνος ελέγχου καθορίζεται με επαγγελματία υγείας. Η αντιρετροϊκή θεραπεία επιτρέπει στους ανθρώπους με HIV να ζουν για πολλά χρόνια με καλή υγεία και εμποδίζει την εξέλιξη της λοίμωξης. Όταν η θεραπεία διατηρεί το ιικό φορτίο μη ανιχνεύσιμο, ο HIV δεν μεταδίδεται σε σεξουαλικούς συντρόφους.
Η θετική εξέταση HIV δείχνει λοίμωξη από τον ιό, όχι ότι το άτομο έχει AIDS. Με έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπεία, η εξέλιξη σε AIDS μπορεί να αποτραπεί.
Πρόληψη και υπεύθυνες αποφάσεις
Η αποχή από σεξουαλική επαφή αποτρέπει τη σεξουαλική μετάδοση. Για όποιο άτομο επιλέγει να είναι σεξουαλικά ενεργό, η σωστή και σταθερή χρήση προφυλακτικού σε κάθε επαφή μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο πολλών ΣΜΛ. Δεν εξαλείφει πλήρως τον κίνδυνο λοιμώξεων που μεταδίδονται και από δέρμα το οποίο δεν καλύπτει, όπως ο HPV και ο έρπης. Μια αμοιβαία αποκλειστική σχέση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο όταν και οι δύο σύντροφοι έχουν εξεταστεί και δεν υπάρχει λοίμωξη. Η εμπιστοσύνη από μόνη της δεν αποκαλύπτει αν κάποιος έχει ασυμπτωματική λοίμωξη.
Στην πρόληψη συμβάλλουν επίσης ο εμβολιασμός κατά του HPV και της ηπατίτιδας Β, ο κατάλληλος έλεγχος ακόμη και χωρίς συμπτώματα όταν υπάρχει πιθανή έκθεση, και η αποφυγή κοινής χρήσης συριγγών ή μη αποστειρωμένων εργαλείων που έρχονται σε επαφή με αίμα. Η συζήτηση για την προστασία, η συναίνεση και η αναζήτηση αξιόπιστης υγειονομικής φροντίδας είναι μέρος της φροντίδας του εαυτού και των άλλων. Κανείς δεν αξίζει ντροπή ή αποκλεισμό επειδή έχει μια λοίμωξη.