1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Α. Πίνακας ανώμαλων ρημάτων 🧩

Τα ανώμαλα ρήματα δεν σχηματίζουν πάντα τους χρόνους τους όπως περιμένουμε από τον ενεστώτα. Για παράδειγμα, το βλέπω γίνεται είδα, ενώ το τρώω γίνεται έφαγα. Ο πίνακας σε βοηθά να βρεις και να γράψεις σωστά αυτούς τους τύπους.

Πώς διαβάζουμε τον πίνακα

Κάθε σειρά αρχίζει με τον ενεστώτα του ρήματος. Ακολουθούν ο αόριστος ενεργητικής φωνής, ο αόριστος παθητικής φωνής και η κλιτή μετοχή στο αρσενικό ενικό. Για παράδειγμα, στη σειρά του γράφω θα διαβάζαμε «γράφω — έγραψα — γράφτηκα — γραμμένος»· η μετοχή αλλάζει ανάλογα με το ουσιαστικό: γραμμένη επιστολή, γραμμένο μήνυμα.

Η πλάγια γραμμή / χωρίζει εναλλακτικούς τύπους: ήρθα/ήλθα. Γράμματα μέσα σε παρένθεση δείχνουν άλλη δυνατή μορφή της ίδιας λέξης: λέ(γ)ω σημαίνει λέω ή λέγω. Οι αριθμοί (1) και (2) δίπλα σε ορισμένα ρήματα δείχνουν αντίστοιχα την 1η και τη 2η τάξη της β΄ συζυγίας. Το (1/2) δείχνει ότι σημειώνονται και οι δύο τάξεις.

Δύο τύποι στη θέση του αορίστου

Σε λίγες σειρές η θέση του αορίστου γράφει παρατατ. ή εξαρτ.. Αυτές οι συντομογραφίες σημαίνουν παρατατικός και εξαρτημένος τύπος. Έτσι, το είχα στη σειρά του έχω είναι παρατατικός, όχι αόριστος.

Ο πλήρης πίνακας

ΕνεστώταςΑόριστος ενεργητικής φωνήςΑόριστος παθητικής φωνήςΚλιτή μετοχή
ακουμπώ (1)ακούμπησα—ακουμπισμένος
αναβάλλωανέβαλααναβλήθηκααναβλημένος
αναμειγνύωανέμειξααναμείχθηκαανα(με)μειγμένος
ανασταίνωανάστησααναστήθηκααναστημένος
ανατέλλωανάτειλα/ανέτειλα——
ανεβαίνωανέβηκα—ανεβασμένος
ανέχομαιανέχτηκα——
αντέχωάντεξα——
απαλλάσσωαπάλλαξααπαλλάχτηκααπαλλαγμένος
απέχωπαρατατ. απείχα——
αποδεικνύωαπέδειξααποδείχθηκααπο(δε)δειγμένος
απολαμβάνωαπόλαυσα——
απονέμωαπένειμααπονεμήθηκααπονεμημένος
αποσπώ (1)απέσπασααποσπάστηκααποσπασμένος
αποτελώ (2)αποτέλεσααποτελέστηκα—
αποτυχαίνωαπέτυχα—αποτυχημένος
αρέσωάρεσα——
αρκώ (2)άρκεσα/ήρκεσααρκέστηκα—
αυξάνω/-αίνωαύξησααυξήθηκααυξημένος
αφαιρώ (2)αφαίρεσααφαιρέθηκααφηρημένος
αφήνωάφησααφέθηκααφημένος
βάζωέβαλαβάλθηκαβαλμένος
βαριέμαιβαρέθηκα——
βαρώ (1)βάρεσα——
βαστώ (1)βάσταξα/βάστηξαβαστάχτηκα/ βαστήχτηκαβαστα(γ)μένος/ βαστη(γ)μένος
βγάζωέβγαλαβγάλθηκαβγαλμένος
βγαίνωβγήκα—βγαλμένος
βλέπωείδαειδώθηκαιδωμένος
βογκώ (1)βόγκηξα——
βόσκωβόσκησα(βοσκήθηκα)βοσκημένος
βουτώ (1)βούτηξαβουτήχτηκαβουτηγμένος
βρέχωέβρεξαβράχηκαβρε(γ)μένος
βρίσκωβρήκαβρέθηκα—
βροντώ (1)βρόντηξα/ βρόντησα——
βυζαίνωβύζαξαβυζάχτηκαβυζαγμένος
γδέρνωέγδαραγδάρθηκαγδαρμένος
γελώ (1)γέλασαγελάστηκαγελασμένος
γέρνωέγειρα—γερμένος
γερνώ (1)γέρασα—γερασμένος
γίνομαιέγινα—γινωμένος
δέομαιδεήθηκα——
δέρνωέδειραδάρθηκαδαρμένος
διαβαίνωδιάβηκα——
διαθέτωδιέθεσαδιατέθηκαδιατεθειμένος
διακόπτωδιέκοψαδιακόπηκαδιακεκομμένος
διαμαρτύρομαιδιαμαρτυρήθηκα—διαμαρτυρημένος
δίνωέδωσαδόθηκαδοσμένος
διψώ (1)δίψασα—διψασμένος
δρω (1)έδρασα——
εισάγωεισήγαγαεισήχθηκαεισηγμένος
εκλέγωεξέλεξαεκλέχτηκα/εξελέγηνεκλεγμένος
εκπλήσσωεξέπληξαεξεπλάγην—
εκρήγνυμαιεξερράγην——
εκτείνωεξέτειναεκτάθηκαεκτεταμένος
επαινώ (2)επαίνεσαεπαινέθηκα(ε)παινεμένος
επεμβαίνωεπενέβηκα/επενέβην——
εξάγωεξήγαγαεξάχθηκα—
εξαιρώ (2)εξαίρεσα/εξήρεσαεξαιρέθηκα—
έρχομαιήρθα/ήλθα——
εύχομαιευχήθηκα——
εφευρίσκωεφηύρα/εφεύραεφευρέθηκα—
έχωείχα——
ζουλώ (1)ζούληξαζουλήχτηκαζουληγμένος
ζω (2)έζησα——
θαρρώ (2)θάρρεψα——
θέλωθέλησα—ηθελημένος
θέτωέθεσατέθηκα—
θίγωέθιξαθίχτηκα/εθίγηνθιγμένος
θρέφω, (πβ. τρέφω)έθρεψαθρέφτηκαθρεμμένος
καθιστώ (1) παθ. καθίσταμαικατέστησακατέστηνκατεστημένος
κάθομαικάθισα/έκατσα—καθισμένος
καίωέκαψακάηκακαμένος
καλώ (2)κάλεσακαλέστηκακαλεσμένος
κάνωέκανα/έκαμα—καμωμένος
καρτερώ (1/2)καρτέρεσα——
καταπίνωκατάπια——
καταριέμαι (1)καταράστηκα—καταραμένος
καταφρονώ (2)καταφρόνεσακαταφρονέθηκακαταφρονεμένος
κατεβαίνωκατέβηκα—κατεβασμένος
κερδίζωκέρδισακερδήθηκακερδισμένος
κερνώ (1)κέρασακεράστηκακερασμένος
κλαίωέκλαψακλαύτηκακλαμένος
κλέβωέκλεψακλάπηκα/κλέφτηκακλεμμένος
κόβωέκοψακόπηκακομμένος
κοιτάζω/κοιτώ (1)κοίταξακοιτάχτηκακοιταγμένος
κρεμώ (1), παθ. κρέμομαικρέμασακρεμάστηκακρεμασμένος
κυλώ (1)κύλησακυλίστηκακυλισμένος
λαμβάνω/λαβαίνωέλαβα——
λέ(γ)ωείπαλέχθηκα/ειπώθηκαειπωμένος
μαθαίνωέμαθαμαθεύτηκαμαθημένος
μεθώ (1)μέθυσα—μεθυσμένος
μένωέμεινα——
μπαίνωμπήκα—μπασμένος
μπορώ (2)μπόρεσα——
ντρέπομαιντράπηκα—ντροπιασμένος
ξέρωπαρατατ. ήξερα——
ξεχνώ (1)ξέχασαξεχάστηκαξεχασμένος
παθαίνωέπαθα——
παίρνωπήραπάρθηκαπαρμένος
παραγγέλλωπαράγγειλα/ παρήγγειλαπαραγγέλθηκαπαραγγελμένος
παραδίδω/παραδίνωπαράδωσα/παρέδωσαπαραδόθηκαπαραδομένος
παραπονιέμαι (1)παραπονέθηκα—παραπονεμένος
παρέχωπαρατατ. παρείχα, εξαρτ. παράσχωπαρασχέθηκα—
πάσχωέπαθα——
πεινώ (1)πείνασα—πεινασμένος
περνώ (1)πέρασαπεράστηκαπερασμένος
πετυχαίνωπέτυχα—πετυχημένος
πετώ (1)πέταξαπετάχτηκαπετα(γ)μένος
πέφτωέπεσα—πεσμένος
πηγαίνω/πάωπήγα——
πηδώ (1)πήδηξα/πήδησα——
πίνωήπιαπιώθηκαπιωμένος
πλάττω/πλάσσωέπλασαπλάστηκαπλασμένος
πλένωέπλυναπλύθηκαπλυμένος
πλήττωέπληξα——
πνίγωέπνιξαπνίγηκαπνιγμένος
πονώ (1)πόνεσα—πονεμένος
πρήζωέπρηξαπρήστηκαπρησμένος
προβάλλωπρόβαλα——
προβάλλωπροέβαλαπροβλήθηκαπρο(βε)βλημένος
προβλέπωπρόβλεψα/προέβλεψαπροβλέφθηκα—
προσκαλώπροσκάλεσαπροσκλήθηκαπροσκεκλημένος
προτείνωπρότειναπροτάθηκα—
ρουφώ (1)ρούφηξαρουφήχτηκαρουφηγμένος
σέβομαισεβάστηκα——
σέρνωέσυρασύρθηκασυρμένος
σκουντώ (1)σκούντηξα/σκούντησασκουντήχτηκασκουντηγμένος
σπάζω/σπάω (1)έσπασα—σπασμένος
σπέρνωέσπειρασπάρθηκασπαρμένος
στέκομαι/στέκωστάθηκα——
στέλνωέστειλαστάλθηκασταλμένος
στενοχωρώ (1/2)στενοχώρεσα/ στενοχώρησαστενοχωρέθηκα/ στενοχωρήθηκαστενοχωρημένος
στρέφωέστρεψαστράφηκαστραμμένος
συγχαίρωσυγχάρηκα——
συμβαίνεισυνέβη——
συμμετέχωπαρατατ. συμμετείχα——
συμπίπτωσυνέπεσα——
σφάλλωέσφαλα—εσφαλμένος
σχολώ (1)σχόλασα—σχολασμένος
σώζωέσωσασώθηκασωσμένος
σωπαίνωσώπασα——
τελώ (2)τέλεσατελέστηκα(τε)τελεσμένος
τραβώ (1)τράβηξατραβήχτηκατραβηγμένος
τρέπωέτρεψατράπηκα—
τρέφωέθρεψατράφηκαθρεμμένος
τρώωέφαγαφαγώθηκαφαγωμένος
υπάρχωυπήρξα——
υπόσχομαιυποσχέθηκα——
υφίσταμαιυπέστην——
φαίνομαιφάνηκα——
φέρνωέφερα—φερμένος
φεύγωέφυγα——
φθείρωέφθειραφθάρ(θ)ηκαφθαρμένος
φορώ (1/2)φόρεσαφορέθηκαφορεμένος
φταίωέφταιξα——
φυλά(γ)ωφύλαξαφυλάχτηκαφυλαγμένος
φυσώ (1)φύσηξα——
χαίρομαι/χαίρωχάρηκα——
χαλώ (1)χάλασα—χαλασμένος
χορταίνωχόρτασα—χορτασμένος
χυμώ (1)χύμηξα——
χωρώ (1/2)χώρεσα——
ψάλλω/ψέλνωέψαλαψάλθηκαψαλμένος