- Βασική Θεωρία
Υποθετικές προτάσεις 🔀
Τι δείχνει μια υποθετική πρόταση
Όταν λέμε «Αν τελειώσω το διάβασμα, θα βγω στην αυλή», δεν λέμε ότι έχουμε ήδη τελειώσει. Βάζουμε έναν όρο: το να τελειώσω το διάβασμα. Αν αυτό συμβεί, μπορεί να ακολουθήσει το να βγω στην αυλή.
Η υποθετική πρόταση είναι εξαρτημένη πρόταση και παρουσιάζει κάτι ως προϋπόθεση για όσα λέει η κύρια πρόταση. Στο παράδειγμα, υποθετική πρόταση είναι το «Αν τελειώσω το διάβασμα».
Υπόθεση και απόδοση
Η υποθετική πρόταση ονομάζεται υπόθεση. Η κύρια πρόταση που συνδέεται μαζί της ονομάζεται απόδοση, γιατί μας λέει τι θα γίνει αν ισχύσει η υπόθεση. Οι δύο προτάσεις μαζί σχηματίζουν τον υποθετικό λόγο.
| Υπόθεση: ο όρος | Απόδοση: αυτό που συνδέεται με τον όρο |
|---|---|
| Αν ποτίσουμε το φυτό, | θα μεγαλώσει. |
| Άμα βρεις χρόνο, | τηλεφώνησέ μου. |
Στο πρώτο παράδειγμα, το πότισμα είναι η υπόθεση και το μεγάλωμα του φυτού είναι η απόδοση. Στο δεύτερο, η υπόθεση είναι το να βρεις χρόνο· η απόδοση εκφράζει μια παράκληση που ισχύει τότε.
Η φράση «Αν ποτίσουμε το φυτό» δεν μας πληροφορεί ότι το ποτίσαμε. Μας λέει τι πρέπει να ισχύσει για να συνδεθεί με αυτό η απόδοση.
Πώς εισάγεται και πώς τη βρίσκουμε
Μια υποθετική πρόταση εισάγεται συνήθως με τον υποθετικό σύνδεσμο αν ή άμα. Μπορεί επίσης να παρουσιαστούν δύο δυνατότητες με το ζευγάρι είτε… είτε: «Είτε διαλέξεις ζωγραφική είτε διαλέξεις μουσική, θα χρειαστείς εξάσκηση.» Εδώ αναφέρονται δύο εναλλακτικές περιπτώσεις και η απόδοση ισχύει και στις δύο.
Για να αναγνωρίσεις τον υποθετικό λόγο, βρες πρώτα τον όρο ρωτώντας «με ποια προϋπόθεση;». Έπειτα βρες την κύρια πρόταση που λέει τι θα συμβεί ή τι ζητάμε σε αυτή την περίπτωση. Η υπόθεση μπορεί να έρθει και μετά την απόδοση: «Θα παίξουμε έξω, αν σταματήσει η βροχή.» Η σειρά αλλάζει, αλλά ο ρόλος των δύο προτάσεων μένει ο ίδιος.
«Αν ανοίξει η βιβλιοθήκη, θα δανειστώ ένα βιβλίο» και «Θα δανειστώ ένα βιβλίο, αν ανοίξει η βιβλιοθήκη» έχουν την ίδια υπόθεση και την ίδια απόδοση.