1. Βασική Θεωρία

Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Β Ποιόν ενεργείας και χρόνοι 🕰️

Ένα ρήμα μάς βοηθά να πούμε πότε συμβαίνει κάτι και πώς παρουσιάζουμε την ενέργεια. Σύγκρινε: «Χτες διάβαζα ένα βιβλίο», «Τώρα διαβάζω ένα βιβλίο», «Αύριο θα διαβάζω ένα βιβλίο». Η ενέργεια είναι η ίδια, αλλά τοποθετείται σε διαφορετική χρονική βαθμίδα.

Χρονική βαθμίδαΤι δείχνειΠαράδειγμα
ΠαρελθόνΗ ενέργεια τοποθετείται πριν από τη στιγμή που μιλάμε.Χτες ζωγράφιζα.
ΠαρόνΗ ενέργεια τοποθετείται στη στιγμή που μιλάμε ή ισχύει συνήθως.Τώρα ζωγραφίζω.
ΜέλλονΗ ενέργεια τοποθετείται μετά τη στιγμή που μιλάμε.Αύριο θα ζωγραφίζω.

Πώς παρουσιάζουμε την ενέργεια

Το ποιόν ενεργείας δείχνει πώς βλέπουμε την ενέργεια, ανεξάρτητα από το πότε γίνεται.

Ποιόν ενεργείαςΤι προσέχουμεΠαράδειγμα
Εξακολουθητικό ή επαναλαμβανόμενοΤην ενέργεια όσο εξελίσσεται ή όσο γίνεται ξανά και ξανά.Κάθε βράδυ έγραφα στο ημερολόγιό μου.
Συνοπτικό (ή στιγμιαίο)Την ενέργεια ως ένα σύνολο, χωρίς να δηλώνουμε τη διάρκειά της.Χτες έγραψα στο ημερολόγιό μου.
ΣυντελεσμένοΤο ότι η ενέργεια έχει ολοκληρωθεί σε σχέση με μια χρονική στιγμή.Ως το βράδυ είχα γράψει την ιστορία.

Οι χρόνοι του ρήματος προκύπτουν όταν συνδυάζουμε τη χρονική βαθμίδα με το ποιόν ενεργείας. Οι οκτώ χρόνοι φαίνονται στον πίνακα με το ρήμα γράφω:

Ποιόν ενεργείαςΠαρελθόνΠαρόνΜέλλον
Εξακολουθητικό / επαναλαμβανόμενοέγραφα — παρατατικόςγράφω — ενεστώταςθα γράφω — εξακολουθητικός μέλλοντας
Συνοπτικόέγραψα — αόριστοςγράψω — εξαρτημένος τύπος, όχι αυτοτελής χρόνοςθα γράψω — συνοπτικός μέλλοντας
Συντελεσμένοείχα γράψει — υπερσυντέλικοςέχω γράψει — παρακείμενοςθα έχω γράψει — συντελεσμένος μέλλοντας

Η θέση του συνοπτικού παρόντος δεν αντιστοιχεί σε αυτοτελή χρόνο: ο τύπος γράψω δεν στέκεται συνήθως μόνος του ως χρόνος της οριστικής. Χρειάζεται μια λέξη όπως θα ή να, ή συμμετέχει στον σχηματισμό άλλου χρόνου. Θα τον γνωρίσουμε παρακάτω ως εξαρτημένο.

Οι παροντικοί χρόνοι

Ο ενεστώτας παρουσιάζει μια ενέργεια που εξελίσσεται τώρα: «Η Άννα λύνει ένα πρόβλημα». Μπορεί επίσης να δηλώνει κάτι που επαναλαμβάνεται: «Η Άννα λύνει σταυρόλεξα κάθε Κυριακή».

Ο παρακείμενος δηλώνει ότι μια ενέργεια έχει ήδη ολοκληρωθεί ως τη στιγμή που μιλάμε: «Έχω λύσει το πρόβλημα». Σχηματίζεται με έναν τύπο του βοηθητικού ρήματος έχω και τον ίδιο άκλιτο τύπο σε -ει: έχω γράψει, έχεις γράψει, έχει γράψει. Αλλάζει το έχω ανάλογα με το πρόσωπο· το γράψει μένει ίδιο.

Οι παρελθοντικοί χρόνοι

Ο παρατατικός δείχνει μια ενέργεια που συνεχιζόταν στο παρελθόν: «Όταν μπήκες, διάβαζα». Μπορεί επίσης να δείχνει επανάληψη: «Πέρσι διάβαζα κάθε απόγευμα».

Ο αόριστος παρουσιάζει συνοπτικά μια ενέργεια του παρελθόντος: «Χτες διάβασα ένα παραμύθι». Δεν μας πληροφορεί από μόνος του πόση ώρα κράτησε η ενέργεια.

Ο υπερσυντέλικος δείχνει ότι μια ενέργεια είχε ολοκληρωθεί πριν από μια άλλη στιγμή στο παρελθόν: «Όταν άρχισε η ταινία, είχα τελειώσει τα μαθήματά μου». Σχηματίζεται με τύπο του είχα και τον άκλιτο τύπο σε -ει: είχα γράψει, είχες γράψει κτλ.

Οι μελλοντικοί χρόνοι

Ο συνοπτικός μέλλοντας παρουσιάζει μια μελλοντική ενέργεια ως σύνολο: «Αύριο θα τηλεφωνήσω στη φίλη μου». Σχηματίζεται με θα + εξαρτημένο: θα γράψω.

Ο εξακολουθητικός μέλλοντας δείχνει ότι μια ενέργεια θα συνεχίζεται ή θα επαναλαμβάνεται στο μέλλον: «Αύριο το πρωί θα διαβάζω» ή «Τον χειμώνα θα διαβάζω κάθε βράδυ». Σχηματίζεται με θα + τύπο ενεστώτα: θα γράφω.

Ο συντελεσμένος μέλλοντας δείχνει ότι μια ενέργεια θα έχει ολοκληρωθεί πριν από μια μελλοντική στιγμή: «Ως την Παρασκευή θα έχω τελειώσει την κατασκευή». Σχηματίζεται με θα + τύπο παρακειμένου: θα έχω γράψει. Μπορεί να αναφέρεται και σε μια σειρά ενεργειών που θα έχουν ολοκληρωθεί ως τότε.

Το ίδιο θα δίνει τρεις διαφορετικούς μέλλοντες

Με το θα αλλάζουμε τον τρόπο παρουσίασης της μελλοντικής ενέργειας: θα γράφω (θα διαρκεί ή θα επαναλαμβάνεται), θα γράψω (τη βλέπω συνοπτικά), θα έχω γράψει (θα έχει ολοκληρωθεί ως ένα μελλοντικό σημείο).

Πώς κλίνονται οι οκτώ χρόνοι

Στους πίνακες, το ρήμα γράφω εμφανίζεται σε όλα τα πρόσωπα. Έτσι φαίνεται ποιο μέρος κάθε σύνθετου χρόνου αλλάζει.

ΠρόσωποΕνεστώταςΠαρατατικόςΑόριστοςΠαρακείμενος
εγώγράφωέγραφαέγραψαέχω γράψει
εσύγράφειςέγραφεςέγραψεςέχεις γράψει
αυτός / αυτή / αυτόγράφειέγραφεέγραψεέχει γράψει
εμείςγράφουμεγράφαμεγράψαμεέχουμε γράψει
εσείςγράφετεγράφατεγράψατεέχετε γράψει
αυτοί / αυτές / αυτάγράφουνέγραφανέγραψανέχουν γράψει
ΠρόσωποΥπερσυντέλικοςΕξακολουθητικός μέλλονταςΣυνοπτικός μέλλονταςΣυντελεσμένος μέλλοντας
εγώείχα γράψειθα γράφωθα γράψωθα έχω γράψει
εσύείχες γράψειθα γράφειςθα γράψειςθα έχεις γράψει
αυτός / αυτή / αυτόείχε γράψειθα γράφειθα γράψειθα έχει γράψει
εμείςείχαμε γράψειθα γράφουμεθα γράψουμεθα έχουμε γράψει
εσείςείχατε γράψειθα γράφετεθα γράψετεθα έχετε γράψει
αυτοί / αυτές / αυτάείχαν γράψειθα γράφουνθα γράψουνθα έχουν γράψει

Ο εξαρτημένος τύπος και οι συντελεσμένοι χρόνοι

Ο εξαρτημένος τύπος κλίνεται: γράψω, γράψεις, γράψει, γράψουμε, γράψετε, γράψουν. Συνήθως δεν τον χρησιμοποιούμε μόνο του. Με το θα σχηματίζουμε τον συνοπτικό μέλλοντα («θα γράψουμε μια επιστολή») και με το να την υποτακτική («Θέλουμε να γράψουμε μια επιστολή»).

Για τους τρεις συντελεσμένους χρόνους παίρνουμε τον τύπο του γ΄ ενικού, γράψει, και τον χρησιμοποιούμε άκλιτο μετά το βοηθητικό έχω: έχω γράψει (παρακείμενος), είχα γράψει (υπερσυντέλικος), θα έχω γράψει (συντελεσμένος μέλλοντας). Το βοηθητικό ρήμα κλίνεται, ενώ το γράψει δεν αλλάζει, ακόμη κι αν αλλάξει το πρόσωπο ή ο αριθμός: «Εμείς έχουμε γράψει».

Η αύξηση στους παρελθοντικούς χρόνους

Στον παρατατικό και τον αόριστο, ορισμένοι τύποι παίρνουν στην αρχή μια επιπλέον συλλαβή, συνήθως έ-. Αυτή λέγεται αύξηση: λύνω → έλυνα, λύνω → έλυσα.

Στους τύπους αυτούς ο τόνος τοποθετείται στην προπαραλήγουσα, δηλαδή στην τρίτη συλλαβή από το τέλος. Όταν ο τύπος χωρίς αύξηση δεν έχει αρκετές συλλαβές για να τονιστεί εκεί, προσθέτουμε το έ-. Σύγκρινε έπαιζα, έπαιζες, έπαιζε, αλλά παίζαμε, παίζατε: οι δύο τελευταίοι τύποι έχουν ήδη αρκετές συλλαβές. Στο έπαιζαν χρειάζεται ξανά η αύξηση.

Τρία πολύ συνηθισμένα ρήματα παρουσιάζουν την αύξηση ή- σε ορισμένους παρελθοντικούς τύπους: ξέρω → ήξερα, θέλω → ήθελα, πίνω → ήπια στον αόριστο. Ο παρατατικός του πίνω είναι έπινα.

Σε ρήματα που αρχίζουν με πρόθεση ως πρώτο συνθετικό, η αύξηση, όταν χρειάζεται, μπορεί να μπει ανάμεσα στην πρόθεση και στο ρήμα. Αυτό λέγεται εσωτερική αύξηση: επι-λέγω → επέλεγα, προ-βάλλω → προέβαλλα. Αν υπάρχουν δύο προθέσεις, η αύξηση μπαίνει μετά τη δεύτερη: συμ-περι-λαμβάνω → συμπεριέλαβα.