9.3 Πολλαπλασιαστικά αριθμητικά ✖️
Τι φανερώνουν
Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά δείχνουν από πόσα μέρη αποτελείται κάτι. Είναι λέξεις όπως απλός, διπλός, τριπλός και τετραπλός. Συνήθως στέκονται δίπλα σε ένα ουσιαστικό και μας βοηθούν να καταλάβουμε τη σύνθεσή του.
- Ένας διπλός πάτος έχει δύο μέρη ή στρώσεις.
- Μια τριπλή συσκευασία αποτελείται από τρία μέρη.
- Ένα τετραπλό παράθυρο έχει τέσσερα φύλλα.
Στο τριπλός αναγνωρίζουμε το «τρία» και στο τετραπλός το «τέσσερα». Έτσι, η αρχή της λέξης μάς βοηθά να καταλάβουμε πόσα μέρη εννοούμε.
Πώς σχηματίζονται
Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά τελειώνουν σε -πλός στον αρσενικό τύπο. Ανάλογα με τον αριθμό που θέλουμε να δηλώσουμε, χρησιμοποιούμε τύπους όπως απλός, διπλός, τριπλός, τετραπλός, πενταπλός και εκατονταπλός. Το πολλαπλός δηλώνει πολλά μέρη χωρίς να ορίζει ακριβώς πόσα.
| Αριθμητικό | Τι δηλώνει | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| απλός | ένα μέρος | απλή κατασκευή |
| διπλός | δύο μέρη | διπλό ύφασμα |
| τριπλός | τρία μέρη | τριπλή στρώση |
| τετραπλός | τέσσερα μέρη | τετραπλό πλαίσιο |
| πενταπλός | πέντε μέρη | πενταπλή σειρά |
| εκατονταπλός | εκατό μέρη | εκατονταπλή σύνθεση |
| πολλαπλός | πολλά μέρη | πολλαπλή κατασκευή |
Η λέξη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί με πιο γενική σημασία. Για παράδειγμα, οι πολλαπλές προσπάθειες είναι πολλές προσπάθειες, ενώ μια διπλή χαρά είναι χαρά που τη νιώθουμε σαν να είναι δύο φορές μεγαλύτερη.
Το δύο απλώς μετρά: «δύο παράθυρα». Το διπλό χαρακτηρίζει ένα πράγμα: «διπλό παράθυρο». Στη δεύτερη φράση μιλάμε για ένα παράθυρο με δύο μέρη.
Πώς κλίνονται
Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά είναι επίθετα. Έχουν τύπους για τα τρία γένη: διπλός, διπλή, διπλό. Κλίνονται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ο και συμφωνούν με το ουσιαστικό τους στο γένος, στον αριθμό και στην πτώση: ο διπλός πάτος, η διπλή πόρτα, το διπλό τζάμι.
| Πτώση | Αρσενικό ενικό | Θηλυκό ενικό | Ουδέτερο ενικό |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ο διπλός | η διπλή | το διπλό |
| Γενική | του διπλού | της διπλής | του διπλού |
| Αιτιατική | τον διπλό | τη διπλή | το διπλό |
| Κλητική | διπλέ | διπλή | διπλό |
| Πτώση | Αρσενικό πληθυντικό | Θηλυκό πληθυντικό | Ουδέτερο πληθυντικό |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οι διπλοί | οι διπλές | τα διπλά |
| Γενική | των διπλών | των διπλών | των διπλών |
| Αιτιατική | τους διπλούς | τις διπλές | τα διπλά |
| Κλητική | διπλοί | διπλές | διπλά |
Με τον ίδιο τρόπο αλλάζουν και τα άλλα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά: τριπλός – τριπλή – τριπλό, τετραπλός – τετραπλή – τετραπλό, πολλαπλός – πολλαπλή – πολλαπλό. Για παράδειγμα, λέμε «των τριπλών στρώσεων» και «τις πολλαπλές χρήσεις».