1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παιδεία δύναμις θεραπευτική ψυχής 🕯️

Σκέψου δύο διαφορετικές σκηνές. Στην πρώτη, ένας καθηγητής υπαγορεύει ορισμούς και οι μαθητές τους αντιγράφουν· στο τέλος της χρονιάς όλοι ξέρουν τους ορισμούς και κανείς δεν θυμάται τον καθηγητή. Στη δεύτερη, ένας καθηγητής λέει κάτι που δεν πέφτει σε καμιά εξέταση, και δέκα χρόνια αργότερα ένας πρώην μαθητής του το επαναλαμβάνει στον εαυτό του σε μια δύσκολη στιγμή. Και στις δύο περιπτώσεις μεταδόθηκε κάτι. Δεν μεταδόθηκε όμως το ίδιο πράγμα.

Η ενότητα αυτή έχει ως αφετηρία αυτή ακριβώς τη διαφορά: ανάμεσα στη μετάδοση γνώσεων και στην παιδεία. Η λέξη του τίτλου, «θεραπευτική», δεν σημαίνει εδώ «γιατρειά αρρώστιας»· στην αρχαία σημασία της, η θεραπεία είναι η φροντίδα, η καλλιέργεια, η περιποίηση — όπως θεραπεύει κανείς έναν κήπο. Η παιδεία, λοιπόν, νοείται ως δύναμη που καλλιεργεί την ψυχή, όχι απλώς ως αγωγός που γεμίζει το μυαλό.

Τρεις Ιεράρχες, 1949

Ο λόγος στον οποίο στηρίζεται η ενότητα εκφωνήθηκε από τον φιλόλογο Ι. Θ. Κακριδή στην αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στις 30 Ιανουαρίου 1949 — ανήμερα των Τριών Ιεραρχών, της γιορτής των γραμμάτων. Ήταν η χρονιά που τελείωνε ο Εμφύλιος. Η επιλογή να μιλήσει κανείς τότε για την πίστη στον άνθρωπο δεν ήταν ουδέτερη: ήταν τοποθέτηση απέναντι σε μια κοινωνία που είχε μόλις δει τον χειρότερο εαυτό της.

Το κείμενο-αφετηρία και πώς το χρησιμοποιούμε 📖

Ο λόγος «Παιδεία δύναμις θεραπευτική ψυχής» του Ι. Θ. Κακριδή περιλαμβάνεται στο σχολικό βιβλίο (σ. 260-264) και τον μελετάς από εκεί· η θεωρία που ακολουθεί σου δίνει τα εργαλεία για να τον διαβάσεις κριτικά — τη δομή των συλλογισμών του, τα μέσα πειθούς που ενεργοποιεί και τα σημεία όπου ένας απαιτητικός αναγνώστης έχει λόγο να αντισταθεί.

Αυτή είναι, άλλωστε, και η θέση της ενότητας μέσα στο κεφάλαιο «Δίκαιος λόγος και άδικος λόγος». Ύστερα από κείμενα που δείχνουν πώς η γλώσσα της εξουσίας χειραγωγεί, εδώ εξετάζουμε έναν λόγο που επιχειρεί το αντίθετο: να ενισχύσει την αυτονομία εκείνου στον οποίο απευθύνεται. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι λέει», αλλά «πώς πείθει».

Α. Η κεντρική θέση: η σχέση, όχι η μεταφορά 🔁

Η κοινή εικόνα της διδασκαλίας είναι μονόδρομη: ο ένας κατέχει και δίνει, ο άλλος δεν κατέχει και παίρνει. Το κείμενο ανατρέπει αυτό το σχήμα με ένα επιχείρημα που αξίζει να ξεδιπλωθεί, γιατί είναι υπόδειγμα οικονομίας:

Πρόταση 1: Αν η διδασκαλία ήταν αποκλειστικά μετάδοση γνώσεων, τότε το βιβλίο θα την έκανε καλύτερα από τον δάσκαλο (είναι πληρέστερο, διαθέσιμο πάντα, διαβάζεται με την άνεσή σου).
Πρόταση 2: Κι όμως, ο δάσκαλος δεν αντικαθίσταται από το βιβλίο.
Συμπέρασμα: Άρα η διδασκαλία δεν είναι αποκλειστικά μετάδοση γνώσεων.

Πρόσεξε τη λογική μορφή: πρόκειται για απαγωγή σε άτοπο. Δεχόμαστε προσωρινά την αντίπαλη θέση («διδασκαλία = γνώσεις»), βγάζουμε το συμπέρασμά της («άρα καταργήστε τους δασκάλους») και το απορρίπτουμε ως προφανώς άτοπο. Το δυνατό σημείο του επιχειρήματος είναι ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει τι είναι η παιδεία για να αποδείξει τι δεν είναι.

Πάνω σε αυτό χτίζεται η κεντρική θέση: η παιδευτική σχέση είναι αμφίδρομη. Παιδεύεται και ο μαθητής και ο δάσκαλος. Η ψυχή κινεί την ψυχή, και στη συν-κίνηση — που είναι κυριολεκτικά η συγκίνηση — ανεβαίνουν και οι δύο.

Β. Ο νέος: ιδανισμός, σκληρότητα, απιστία 🔥

Η ψυχολογία του νέου δεν παρουσιάζεται εξωραϊσμένη. Τρία χαρακτηριστικά του σκιαγραφούνται, και το ενδιαφέρον είναι ότι και τα τρία επανερμηνεύονται θετικά — εκεί βρίσκεται η ρητορική δεξιοτεχνία του κειμένου.

Το φαινόμενοΗ κοινή ανάγνωσηΗ ανάγνωση του κειμένου
Ο νέος ζητά οδηγό ζωήςΑνωριμότητα, εξάρτησηΑνάγκη ολοκλήρωσης· εμπιστοσύνη στην ηθική δύναμη του ανθρώπου
Ο νέος κρίνει σκληρά τον δάσκαλό τουΑχαριστία, έπαρσηΜέτρο του ιδανισμού του: σκληρός είναι απέναντι σε όσους πιστεύει πολύ
Ο νέος δεν σέβεται τις καθιερωμένες αξίεςΠαρακμή των ηθώνΑναγκαίο στάδιο: πίστη που δεν δοκιμάστηκε δεν κρατάει

Το τρίτο είναι το πιο τολμηρό. Η θέση είναι ότι η αμφισβήτηση στη νεότητα δεν είναι εχθρός της πίστης αλλά προϋπόθεσή της: μια πεποίθηση που την παρέλαβες έτοιμη, χωρίς ποτέ να τη δοκιμάσεις, μπορεί να σε εγκαταλείψει χωρίς καν να το πάρεις είδηση. Δικό μας παράδειγμα, για να το πιάσεις: ένας μαθητής που ποτέ δεν ρώτησε «γιατί να μην αντιγράψω;» και απλώς δεν αντιγράφει επειδή έτσι του είπαν, θα αντιγράψει την πρώτη φορά που θα βρεθεί σε αίθουσα χωρίς επιτηρητή. Ένας που έθεσε το ερώτημα, το πάλεψε και κατέληξε μόνος του σε απάντηση, έχει έναν λόγο δικό του — και οι δικοί μας λόγοι είναι οι μόνοι που αντέχουν όταν λείπει ο επιτηρητής.

Από εδώ προκύπτει και η καθηκοντολογία του δασκάλου, διατυπωμένη ως άρνηση και τρεις θέσεις: όχι να επιβάλει έτοιμη πίστη· αλλά (α) να προβάλλει τις αξίες, (β) να ξυπνήσει τον πόθο του καλού, (γ) να ενισχύσει τις δυνάμεις της ψυχής ώστε ο νέος να θεμελιώσει μόνος του, με προσωπικό κόπο, ό,τι θα πιστέψει.

Γ. Το «μέγιστον μάθημα»: γιατί δεν διδάσκεται σαν τα άλλα 💡

Το κείμενο επικαλείται τον Πλάτωνα για να στηρίξει ένα δύσκολο σημείο: ότι το ύψιστο μάθημα ρητὸν οὐδαμῶς ἐστιν ὡς ἄλλα μαθήματα — δεν λέγεται, δηλαδή, με τον τρόπο που λέγονται τα άλλα μαθήματα. Η φράση προέρχεται από την πλατωνική παράδοση (Ζ΄ Επιστολή) και περιγράφει μια γνώση που δεν μεταβιβάζεται ως διατύπωση, αλλά ανάβει ξαφνικά έπειτα από μακρά κοινή προσπάθεια — σαν σπίθα που πυροδοτεί φως, το οποίο στη συνέχεια τρέφεται μόνο του.

Η επίκληση αυτή είναι επίκληση στην αυθεντία. Εδώ είναι θεμιτή, γιατί ο Πλάτων είναι αρμόδιος για το ζήτημα (φιλόσοφος και δάσκαλος), δεν αντικαθιστά το επιχείρημα αλλά το συμπυκνώνει, και η θέση παραμένει ελέγξιμη από την εμπειρία του καθενός.

Δικό μας παράδειγμα για το ίδιο φαινόμενο: μπορείς να μάθεις σε κάποιον, με ρητούς κανόνες, τι είναι το ρήμα και τι η μετοχή. Δεν μπορείς να του μάθεις με κανόνες πότε μια πρόταση ηχεί βαριά και πότε καθαρή. Αυτό το πιάνει μόνο ύστερα από πολλά κείμενα διαβασμένα δίπλα σε κάποιον που το πιάνει ήδη — και όταν το πιάσει, δεν θα μπορεί να πει ποια μέρα το πήρε.

Ένα κριτήριο για να ξεχωρίζεις τα δύο είδη γνώσης

Ρώτησε: μπορεί να γραφτεί σε εγχειρίδιο και να εφαρμοστεί από κάποιον που δεν το έχει ξανακάνει; Αν ναι, είναι ρητή γνώση (ο τύπος του εμβαδού, οι κανόνες τονισμού). Αν χρειάζεται τριβή, παραδείγματα και διόρθωση από κάποιον έμπειρο, είναι άρρητη γνώση (η καλή διατύπωση, η κρίση, η αίσθηση του μέτρου). Οι εξετάσεις μετρούν κυρίως την πρώτη· η ζωή σου θα κριθεί κυρίως από τη δεύτερη.

Δ. «Χάρις»: το όνομα του δεσμού ⚖️

Η πιο πρωτότυπη εννοιολογική κίνηση του λόγου είναι η αναβίωση ενός αρχαίου όρου. Ο δεσμός δασκάλου–μαθητή ονομάζεται χάρις, με την αρχαιοελληνική της σημασία: ελεύθερη πνευματική σύνδεση δύο ανθρώπων, όπου ο καθένας και δίνει και παίρνει.

Τι κάνει τη χάρι ξεχωριστή; Τρεις αρνήσεις:

  • Δεν ρυθμίζεται από θετό νόμο — καμιά διάταξη δεν υποχρεώνει τον δάσκαλο να νοιαστεί ή τον μαθητή να εμπιστευτεί.
  • Δεν στηρίζεται σε υλικό συμφέρον — δεν είναι συναλλαγή.
  • Δεν καταργεί την ελευθερία — και οι δύο νιώθουν ταυτόχρονα αυτεξούσιοι και δεμένοι, με δεσμό εκούσιο.

Αυτό το τελευταίο είναι ένα καθαρό οξύμωρο: ελεύθερος και υποχρεωμένος μαζί. Δεν είναι στολίδι — είναι ο ακριβέστερος τρόπος να περιγραφεί μια υποχρέωση που την επιβάλλει κανείς μόνος του στον εαυτό του.

ΣυμβόλαιοΧάρις
Πηγή δέσμευσηςΕξωτερικός κανόναςΕσωτερική αναγνώριση
ΚίνητροΣυμφέρον, αντάλλαγμαΕκτίμηση, αγάπη του κοινού έργου
Κύρωση αν αθετηθείΠοινή, αποζημίωσηΝτροπή απέναντι στον εαυτό σου
Ισοδυναμία παροχώνΑπαιτείταιΔεν υπάρχει — καθένας δίνει το δικό του
ΔιάρκειαΜέχρι την εκπλήρωσηΜένει και μετά τον χωρισμό

Ε. Η υπερτίμηση ως παιδαγωγική δύναμη 🌱

Ένα λεπτό σημείο, που συνήθως προσπερνιέται. Ο δάσκαλος, λέει το κείμενο, βλέπει τον μαθητή του καλύτερο από ό,τι πραγματικά είναι. Αυτό μοιάζει ελάττωμα: αφέλεια, έλλειψη ρεαλισμού. Το επιχείρημα όμως αντιστρέφει την αξιολόγηση — αν δεν πιστέψουμε στο αδύνατο, δεν εξαντλούμε το δυνατό στα έσχατα όριά του.

Είναι μια θέση με σοβαρό ψυχολογικό αντίκρισμα: η προσδοκία που εκφράζει κάποιος για σένα τείνει να γίνει πραγματικότητα, γιατί αλλάζει το πόσο απαιτείς εσύ από τον εαυτό σου. Παράδειγμα από την εμπειρία σου: δύο μαθητές με την ίδια επίδοση· στον πρώτο ο καθηγητής λέει «εσύ δεν είσαι για τα δύσκολα», στον δεύτερο «εσύ μπορείς περισσότερα από αυτά που γράφεις». Έξι μήνες μετά, οι δύο επιδόσεις δεν είναι ίδιες — και η αιτία δεν ήταν η ικανότητα.

Σημείωσε επίσης τη συμμετρία στην οποία στηρίζεται η οργάνωση αυτού του μέρους: όπως ο μαθητής είναι αυστηρός με τον δάσκαλο, έτσι και ο δάσκαλος με τον μαθητή· και για τον ίδιο λόγο — επειδή και οι δύο κουβαλούν μέσα τους ένα υψηλό όραμα του ανθρώπου. Η ίδια αιτία εξηγεί δύο αντίθετα φαινόμενα. Αυτό ονομάζεται ανάπτυξη με αναλογία και είναι από τους πιο κομψούς τρόπους σύνδεσης παραγράφων.

ΣΤ. Οι αντικειμενικοί δεσμοί: επιστήμη και πατρίδα 🔬

Μέχρι εδώ η ανάλυση κινήθηκε στο υποκειμενικό επίπεδο (ψυχολογία, συναίσθημα, σχέση). Το κείμενο κάνει τότε μια ρητή μεταβατική κίνηση: η σχέση δεν ορίζεται μόνο από υποκειμενικούς παράγοντες, αλλά και από αντικειμενικούς — από το ίδιο το αντικείμενο του κοινού μόχθου. Δύο τέτοιοι δεσμοί εξετάζονται.

1. Η επιστήμη

Το ερώτημα τίθεται με χαρακτηριστική οριοθέτηση: δεν μας απασχολεί εδώ η πρακτική χρησιμότητα των επιστημών, ούτε αν οξύνουν τον νου — αυτό είναι αναμφισβήτητο. Το ερώτημα είναι αν η επιστήμη καλλιεργεί την ψυχή, αν κάνει τον νέο πιο άνθρωπο· και μάλιστα ανεξάρτητα από κλάδο: φιλολογία, χημεία ή ιατρική.

Μια ρητορική τεχνική που αξίζει να κλέψεις

Πριν απαντήσει, ο ομιλητής ξοδεύει ολόκληρες παραγράφους λέγοντας τι δεν θα εξετάσει. Αυτό λέγεται οριοθέτηση του θέματος και είναι από τα ισχυρότερα εργαλεία στο δοκίμιο και στην έκθεση: αποκλείοντας ρητά τις εύκολες εκδοχές του ερωτήματος, δείχνεις ότι το δύσκολο το επέλεξες συνειδητά — και ταυτόχρονα προλαβαίνεις τον αναγνώστη που θα σε κατηγορούσε ότι ξέχασες κάτι.

Η απάντηση δίνεται μέσω επαγωγής: όποιον κλάδο κι αν ακολουθήσει ο νέος, θα συναντήσει τον ίδιο τεράστιο μόχθο του ανθρώπου — άλλος θεωρητικές κατασκευές, άλλος κατακτήσεις πάνω στην ύλη, άλλος τον αγώνα ενάντια στον πόνο και στον θάνατο, άλλος έργα τέχνης και φιλοσοφίας. Από αυτές τις επιμέρους περιπτώσεις προκύπτει το γενικό συμπέρασμα: κάθε επιστήμη, ό,τι κι αν διδάσκει, αφηγείται στον νέο τον νικηφόρο αγώνα του ανθρώπου πάνω στη γη. Άρα η αξία της είναι και ηθική, όχι μόνο γνωστική.

2. Η πατρίδα

Ο δεύτερος δεσμός είναι πιο επίμαχος και οφείλεις να τον διαβάσεις κριτικά. Η θέση διατυπώνεται με σχήμα φαινομενικής αντίφασης: η επιστήμη έχει διεθνικό χαρακτήρα, κι όμως δεν μπορεί κανείς να δουλέψει για την ανθρωπότητα παρά δουλεύοντας για την πατρίδα του. Η στήριξη είναι πρακτική: ο επιστήμονας δεν γράφει μόνο βιβλία — μορφώνει διαδόχους, και αυτό γίνεται σωστά μόνο στον τόπο του.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αιχμηρή αυτοκριτική διάκριση ανάμεσα σε ελλαδολατρία και ελληνολατρία: αγαπάμε τη χώρα ως ιδέα, δεν αγαπάμε όμως αντίστοιχα τους ανθρώπους της. Η διάκριση αυτή σώζει τον λόγο από τον εθνικισμό: μετατοπίζει τη φιλοπατρία από το σύμβολο στους ανθρώπους.

Ζ. Λαμπαδηφορία και το τέλος: το ύφος ως επιχείρημα 🔥

Το κλείσιμο του λόγου αξίζει ιδιαίτερη προσοχή, γιατί εκεί το ύφος αναλαμβάνει δουλειά που αλλού την έκανε το επιχείρημα.

Πρώτα η μεταφορά της λαμπαδηφορίας: τα έθνη προκόβουν όταν, στη σκυταλοδρομία των γενεών, η φλόγα φουντώνει όλο και περισσότερο σε κάθε νεότερο χέρι. Η εικόνα λέει τρία πράγματα ταυτόχρονα, με μία μόνο πρόταση — ότι η παιδεία είναι παράδοση (δίνεται από χέρι σε χέρι), ότι είναι αγώνας (η λαμπαδηδρομία ήταν αγώνισμα), και ότι μέτρο επιτυχίας του δασκάλου είναι να τον ξεπεράσει ο μαθητής. Ένας δάσκαλος που θέλει να μείνει ο καλύτερος έχει ήδη αποτύχει στη δουλειά του.

Έπειτα, η φανταστική σκηνή της συνάντησης χρόνια αργότερα, όπου ένας ώριμος πια άνθρωπος αναγνωρίζει τον παλιό του δάσκαλο και του λέει ότι οι γνώσεις δεν ήταν το σημαντικό — το σημαντικό ήταν η πίστη στον άνθρωπο που θεμελιώθηκε μέσα του. Αυτή η σκηνή είναι, τεχνικά, μια υποθετική αφήγηση σε ευθύ λόγο και επιτελεί τρεις λειτουργίες:

  • Επαληθεύει τη θέση της αρχής (η παιδεία δεν είναι γνώσεις) μέσα από την εμπειρία, όχι μέσα από συλλογισμό.
  • Δίνει σάρκα σε μια αφηρημένη έννοια: η «καλλιέργεια της ψυχής» γίνεται ένας συγκεκριμένος άνθρωπος που δεν λύγισε.
  • Κλείνει τον κύκλο του λόγου, επιστρέφοντας στο αρχικό επιχείρημα με το βιβλίο — που τώρα ακούγεται από το στόμα του μαθητή.
Γιατί «θα σφίξω το χέρι του» και όχι «θα ντρεπόμουν»

Στην τελευταία στροφή της σκηνής, ο ώριμος μαθητής λέει ότι στις δύσκολες στιγμές τον κράτησε η σκέψη πως, αν λύγιζε, δεν θα μπορούσε πια να κοιτάξει τον δάσκαλό του στα μάτια. Η ηθική εδώ δεν στηρίζεται σε κανόνα ή σε τιμωρία, αλλά σε μια σχέση. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει έμπρακτα τη θέση περί χάριτος: ένας δεσμός χωρίς νομική ισχύ αποδείχθηκε ισχυρότερος από κάθε νόμο.

Η. Πώς εξετάζεται: το είδος και ο τόνος του λόγου 🎤

Ο λόγος αυτός δεν είναι δοκίμιο ούτε άρθρο. Είναι πανηγυρικός λόγος — προφορικό κείμενο, εκφωνημένο σε συγκεκριμένο κοινό, σε συγκεκριμένη τελετή. Το γνωρίζεις από τα εξής γνωρίσματα:

ΓνώρισμαΠού φαίνεταιΤι εξυπηρετεί
Α΄ πληθυντικό («λέμε», «δεν ξέρουμε», «είμαστε»)Παντού στο σώμα του λόγουΟ ομιλητής μπαίνει μέσα στην ομάδα που κρίνει — μαλακώνει την επίκριση, χτίζει κοινή ταυτότητα
Απεύθυνση στο κοινό («θα μου επιτρέψετε»)Στο σημείο της αυτοκριτικήςΖητά άδεια πριν πει το δυσάρεστο — τεχνική προκατάληψης
Ρητορικές ερωτήσειςΣτις μεταβάσειςΟργανώνουν την πορεία της σκέψης, κρατούν τον ακροατή ενεργό
Εικόνες και μεταφορές (φλόγα, σπίθα, σπέρμα, φαρμάκι–χυμός, λαμπαδηφορία)Στα κρίσιμα σημείαΚάνουν το αφηρημένο μνημονεύσιμο σε ακρόαση, όπου δεν μπορείς να ξαναδιαβάσεις
Επίκληση σε αυθεντία (Πλάτων)Στο «μέγιστον μάθημα»Κύρος και συμπύκνωση

Ο τόνος είναι μεικτός και αυτό δεν είναι ασάφεια αλλά επιλογή: όπου αναλύεται η έννοια (η φύση της σχέσης, ο ορισμός της χάριτος, η οριοθέτηση για την επιστήμη), ο λόγος είναι λιτός, δοκιμιακός, με αφηρημένα ουσιαστικά· όπου προβάλλεται το ιδανικό (η ψυχολογία του νέου, η λαμπαδηφορία, η τελική σκηνή), ο λόγος γίνεται συγκινησιακός, με εικόνες και επαναλήψεις. Η εναλλαγή των δύο επιπέδων είναι που κρατά τον ακροατή: το επιχείρημα τον πείθει, η εικόνα τον κρατά ξύπνιο.

Θ. Σύνοψη των διακρίσεων που πρέπει να κρατήσεις 🧭

ΔιάκρισηΗ ουσία της
Γνώση ≠ παιδείαΗ πρώτη πλουτίζει τον νου· η δεύτερη καλλιεργεί την ψυχή και αλλάζει τον άνθρωπο
Μονόδρομη ≠ αμφίδρομη σχέσηΣτην αληθινή παιδεία και οι δύο πλευρές δίνουν και παίρνουν — άνισα, όχι όμως μονόπλευρα
Παιδεία ≠ κατήχησηΗ μία δίνει κριτήρια και αντέχει τη διαφωνία· η άλλη δίνει έτοιμα συμπεράσματα και την τιμωρεί
Ρητή ≠ άρρητη γνώσηΆλλα διδάσκονται με κανόνες, άλλα μόνο με μακρά τριβή δίπλα σε κάποιον
Χάρις ≠ συμβόλαιοΔεσμός εκούσιος, χωρίς νόμο και χωρίς συμφέρον, που επιβιώνει του χωρισμού
Ελλαδολατρία ≠ ελληνολατρίαΑγάπη για το σύμβολο ≠ αγάπη για τους ανθρώπους
Πειθώ ≠ χειραγώγησηΗ πειθώ αφήνει τον δέκτη ικανό να διαφωνήσει· η χειραγώγηση του αφαιρεί αυτή τη δυνατότητα

Η τελευταία διάκριση είναι και ο λόγος για τον οποίο αυτό το κείμενο βρίσκεται στο κεφάλαιο «Δίκαιος λόγος και άδικος λόγος». Ο λόγος αυτός είναι φορτισμένος, μεταφορικός, ιδεαλιστικός — με όλα τα εργαλεία, δηλαδή, που χρησιμοποιεί και η προπαγάνδα. Η διαφορά δεν βρίσκεται στα εργαλεία αλλά στον σκοπό: εδώ τα μέσα της συγκίνησης στρατεύονται για να καταστήσουν τον νέο αυτόνομο, ικανό να θεμελιώσει μόνος του την πίστη του και, αν χρειαστεί, να διαφωνήσει με εκείνον που του μίλησε. Ο άδικος λόγος επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο: παίρνει την εμπιστοσύνη και δίνει πίσω εξάρτηση.