Λεξιλόγιο της Θεατρικής Κριτικής 🎭
Δοκίμασε κάτι: γράψε μια πρόταση για μια παράσταση που είδες χωρίς να χρησιμοποιήσεις τις λέξεις «καλό», «ωραίο» ή «άρεσε». Δύσκολο, έτσι; Κι όμως η θεατρική κριτική δεν σταματά ποτέ εκεί — γιατί ένας κριτικός δεν λέει απλώς αν του άρεσε κάτι, εξηγεί γιατί λειτούργησε ή απέτυχε η σκηνοθεσία, πώς έπαιξε ο πρωταγωνιστής, πώς αντέδρασε το κοινό. Για να το κάνει αυτό χρειάζεται ένα ειδικό λεξιλόγιο — όπως ένας δημοσιογράφος του αθλητισμού δεν λέει «έπαιξαν καλά», λέει «κυριάρχησε στη μεσαία γραμμή» ή «έχασε τον ρυθμό στο δεύτερο ημίχρονο». Η γλώσσα της κριτικής είναι τεχνική γλώσσα, και σε αυτή την ενότητα θα τη μάθεις σε τρία επίπεδα: τα είδη του θεατρικού έργου, τις λέξεις που αλλάζουν σημασία ανάλογα με τα συμφραζόμενα, και το λεξιλόγιο-εργαλειοθήκη για κάθε πλευρό της παράστασης.
Γιατί χρειάζεται ειδικό λεξιλόγιο
Σκέψου το θέατρο σαν ένα δίκτυο streaming με πολλές κατηγορίες περιεχομένου. Δεν λες για όλα «σειρά» — έχεις sitcom, δράμα, ντοκιμαντέρ, true crime, anime. Κάθε κατηγορία έχει δικούς της κανόνες, δικό της κοινό, δικές της προσδοκίες. Το ίδιο ισχύει και για το θέατρο: υπάρχουν δεκάδες θεατρικά είδη, και το να ξέρεις να τα ονομάζεις σωστά είναι το πρώτο βήμα για να γράψεις μια κριτική που δείχνει ότι καταλαβαίνεις τι είδες — όχι μόνο ότι σου άρεσε ή όχι.
Τα είδη του θεατρικού έργου
Υπάρχουν είδη που γεννήθηκαν από τη σύζευξη θεάτρου και μουσικής, είδη που γεννήθηκαν από την ανάγκη για γέλιο, είδη που γεννήθηκαν για να σχολιάσουν την επικαιρότητα. Ο παρακάτω πίνακας τα οργανώνει ώστε να βλέπεις αμέσως τι τα ξεχωρίζει.
| Όρος | Τι είναι |
|---|---|
| Κωμειδύλλιο | Είδος κωμωδίας με ειδυλλιακή, απλή υπόθεση (συνήθως ερωτική) και ενσωματωμένα τραγούδια |
| Φάρσα | Ελαφρύ έργο που στηρίζεται σε γρήγορη εναλλαγή κωμικών παρεξηγήσεων και απροόπτων — γέλιο μέσα από την τρέλα της κατάστασης, όχι από βαθιά ειρωνεία |
| Μελόδραμα | Δραματικό έργο με τραγούδια και ορχήστρα — έντονα συναισθήματα, μεγάλες χειρονομίες |
| Οπερέτα | Λυρικό δράμα με πολλές ανατροπές, πιο ελαφρύ και ψυχαγωγικό από την όπερα |
| Θεατρική επιθεώρηση | Ελαφρύ έργο με μουσική, τραγούδι και χορό που κοροϊδεύει την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα |
| Μιμόδραμα | Έργο που «λέγεται» αποκλειστικά με κίνηση και χορό, χωρίς λέξεις |
| Χορόδραμα | Παρόμοιο με το μιμόδραμα — η αφήγηση γίνεται μέσα από χορό και μουσική |
| Ορατόριο | Εκκλησιαστικό μελόδραμα, θρησκευτικού περιεχομένου |
Η λέξη είναι σύνθετη: «κωμ-» (από την κωμωδία) + «ειδύλλιο» (ερωτική, ρομαντική ιστορία σε ήρεμο, αγροτικό ή αστικό σκηνικό). Το είδος άκμασε στην Ελλάδα γύρω στο 1890-1900, με έργα που συνδύαζαν χιούμορ, λαϊκά τραγούδια και μια απλή ερωτική πλοκή — κάτι σαν το θεατρικό αντίστοιχο μιας σημερινής ρομαντικής κομεντί με μουσικά νούμερα.
Και τα δύο λένε μια ιστορία χωρίς λόγια, μέσα από κίνηση. Η διαφορά είναι το «λεξιλόγιο» της κίνησης: το μιμόδραμα βασίζεται περισσότερο σε σχηματισμούς και νοηματικές χειρονομίες (κοντά στην παντομίμα), ενώ το χορόδραμα βασίζεται σε χορευτικά βήματα με πιο αυστηρή, χορογραφημένη δομή — πιο κοντά στο μπαλέτο. Σε ένα κουίζ ή μια εργασία, μην τα γράφεις σαν συνώνυμα.
Πέρα από αυτά, όταν διαβάζεις ή γράφεις μια κριτική θα συναντήσεις συχνά όρους όπως δράμα, κωμωδία, τραγωδία, αστικό δράμα (έργο με θέμα τη ζωή της αστικής τάξης) ή ιστορικό δράμα (έργο βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα ή πρόσωπα). Δεν είναι «είδη» με την ίδια στενή έννοια όπως το κωμειδύλλιο ή η φάρσα — είναι ευρύτερες κατηγορίες περιεχομένου, σαν το «δράμα» και η «κωμωδία» στο Netflix.
Οι πολύσημες λέξεις: παράσταση, έργο, υποκριτής
Υπάρχουν λέξεις που αλλάζουν εντελώς νόημα ανάλογα με το πού τις συναντάς. Στα ελληνικά αυτό λέγεται πολυσημία, και τρεις λέξεις-κλειδιά της θεατρικής γλώσσας το δείχνουν καθαρά: παράσταση, έργο και υποκριτής. Το ενδιαφέρον είναι ότι καμία από τις τρεις δεν «ανήκει» αποκλειστικά στο θέατρο· το θέατρο απλώς δανείζεται μία από τις πολλές σημασίες τους.
Παράσταση: από το νόμισμα μέχρι τη διαμαρτυρία
Σκέψου πόσο διαφορετικά χρησιμοποιείς τη λέξη «post» — μπορεί να είναι ρήμα («θα κάνω post»), ουσιαστικό («ένα post στο Instagram») ή ακόμα και υπηρεσιακός όρος («ταχυδρομική θυρίδα»). Η «παράσταση» λειτουργεί παρόμοια στα ελληνικά:
| Πρόταση-παράδειγμα | Σημασία της «παράσταση» |
|---|---|
| Η θεατρική παράσταση άρχισε στις 9 το βράδυ | Η σκηνική εκτέλεση ενός έργου μπροστά σε κοινό |
| Στο μυαλό μου σχηματίστηκε μια ζωντανή παράσταση της σκηνής | Νοητική εικόνα, εντύπωση |
| Η παράσταση πάνω στο νόμισμα δείχνει τον αετό | Απεικόνιση, εικόνα χαραγμένη ή τυπωμένη |
| Ο δικηγόρος έκανε παράσταση στο δικαστήριο | Παρουσία και ενέργεια εκ μέρους κάποιου σε επίσημη διαδικασία |
| Οι γονείς έκαναν παράσταση στον διευθυντή για το πρόγραμμα των εξετάσεων | Επίσημη διαμαρτυρία ή αίτημα προς αρμόδιο πρόσωπο |
| Να γίνει η γραφική παράσταση της συνάρτησης | Οπτική αναπαράσταση δεδομένων σε άξονες (μαθηματικός όρος) |
Όλες αυτές οι σημασίες μοιράζονται μια κοινή ιδέα: κάτι «παρίσταται», δηλαδή εμφανίζεται, παρουσιάζεται μπροστά σε κάποιον — είτε είναι ένας ηθοποιός μπροστά στο κοινό, είτε μια εικόνα μπροστά στο μυαλό σου, είτε ένας δικηγόρος μπροστά στο δικαστήριο. Η γλώσσα δεν εφηύρε έξι άσχετες λέξεις· επέκτεινε μία ιδέα προς έξι κατευθύνσεις.
Έργο: αυτό που κάνεις, αυτό που φτιάχνεις, αυτό που σου αναλογεί
Η λέξη «έργο» είναι ακόμα πιο ελαστική. Σε ένα σχολικό context μπορεί να σημαίνει «εργασία» (μια «σχολική εργασία/έργο»), σε ένα εργοτάξιο σημαίνει κατασκευή, σε μια συζήτηση για ευθύνες σημαίνει καθήκον, και φυσικά στο θέατρο σημαίνει το ίδιο το θεατρικό κείμενο ή η παράσταση.
| Πρόταση-παράδειγμα | Σημασία του «έργο» |
|---|---|
| Το έργο του δασκάλου είναι πολύ απαιτητικό | Η δουλειά, το επάγγελμα, η αποστολή κάποιου |
| Έργο της κυβέρνησης είναι η ευημερία των πολιτών | Καθήκον, αποστολή, σκοπός ενός θεσμού |
| Δεν είναι δικό μου έργο να ελέγχω τους συμμαθητές μου | Αρμοδιότητα, υποχρέωση |
| Κατασκευάζονται νέα δημόσια έργα στην περιοχή | Τεχνική κατασκευή (δρόμος, γέφυρα κ.λπ.) |
| Το πιο γνωστό έργο του σκηνοθέτη κέρδισε βραβείο σε φεστιβάλ | Καλλιτεχνική δημιουργία — θεατρικό κείμενο, ταινία, μυθιστόρημα |
| Ο οργανισμός άσκησε σημαντικό φιλανθρωπικό έργο στην περιοχή | Σύνολο δράσης, προσφορά |
| Το έργο τέχνης έχει γίνει προϊόν που πουλιέται με χίλιους τρόπους | Καλλιτεχνικό δημιούργημα ως αντικείμενο αγοράς |
Πρόσεξε τη διάκριση, γιατί μπερδεύεται συχνά: το έργο είναι αυτό που έγραψε ο θεατρικός συγγραφέας (π.χ. ο «Αμλετ» του Σαίξπηρ ως κείμενο), ενώ η παράσταση είναι η συγκεκριμένη σκηνική εκδοχή που ανέβασε ένας συγκεκριμένος σκηνοθέτης, με συγκεκριμένους ηθοποιούς, σε συγκεκριμένη χρονιά. Το ίδιο έργο μπορεί να γεννήσει δεκάδες διαφορετικές παραστάσεις — άλλες πιστές στο πρωτότυπο, άλλες ριζικά διασκευασμένες. Ένας καλός κριτικός ξεχωρίζει πάντα αν κρίνει το έργο καθαυτό ή τη συγκεκριμένη σκηνική του εκδοχή.
Υποκριτής: ο ηθοποιός και ο ψεύτης
Εδώ η πολυσημία γίνεται σχεδόν αντιφατική: η ίδια λέξη μπορεί να είναι φιλοφρόνηση ή προσβολή.
- «Ο Σοφοκλής εισήγαγε στην τραγωδία τον τρίτο υποκριτή» → εδώ σημαίνει απλώς ηθοποιός, ο καλλιτέχνης που ερμηνεύει έναν ρόλο. Είναι η αρχική, τεχνική σημασία της λέξης στο αρχαίο θέατρο.
- «Δεν τον εμπιστεύομαι καθόλου, είναι μεγάλος υποκριτής» → εδώ σημαίνει ψεύτης, κάποιος που προσποιείται συναισθήματα ή προθέσεις που δεν έχει.
Η μετάβαση δεν είναι τυχαία: ο αρχαίος «υποκριτής» στο θέατρο φορούσε προσωπείο (μάσκα) και μιλούσε «κάτω από» έναν ρόλο που δεν ήταν ο εαυτός του — αυτό σημαίνει κυριολεκτικά το «υπό-κρίνομαι». Με τον καιρό, η ίδια ιδέα (το να παριστάνεις κάποιον που δεν είσαι) πέρασε από τη σκηνή στην καθημερινή ζωή και απέκτησε αρνητική χροιά: ο «υποκριτής» της καθημερινότητας δεν παίζει ρόλο σε ένα έργο, παίζει ρόλο στη ζωή του — και αυτό θεωρείται ανειλικρίνεια. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σήμερα με τη λέξη «δράμα» στα social media: «κάνει δράμα» σημαίνει υπερβάλλει συναισθηματικά, ενώ το «δράμα» ως θεατρικό είδος είναι απλώς σοβαρό έργο.
Το λεξιλόγιο-εργαλειοθήκη της κριτικής
Όταν γράφεις κριτική μιας παράστασης, ουσιαστικά αξιολογείς έξι διαφορετικά «στρώματα»: το ίδιο το έργο, τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς, τον θίασο, την παράσταση ως γεγονός, και το κοινό. Κάθε στρώμα έχει το δικό του ειδικό λεξιλόγιο — σαν να κρίνεις μια ταινία και χρειάζεσαι διαφορετικές λέξεις για το σενάριο, τη σκηνοθεσία, την ερμηνεία και τα εισπρακτικά αποτελέσματα.
Το έργο
Μπορείς να το χαρακτηρίσεις ως προς το ύφος (ελαφρό, σοβαρό, δραματικό/κωμικό), ως προς την τεχνική δομή (μονόπρακτο — ένα μόνο σκηνικό μέρος, χωρίς διάλειμμα), ως προς την πρωτοτυπία (πρωτότυπο, πρωτοποριακό, ιδιόρρυθμο, αλλά και αρνητικά ξεπερασμένο, πληκτικό, ακατανόητο), ή ως προς την απήχηση (πολυπαιγμένο, πολυσυζητημένο, πολύκροτο — αυτό που έχει προκαλέσει θόρυβο και αντιδράσεις). Μπορείς επίσης να πεις πώς «πήγε»: ένα έργο ανεβαίνει (κάνει πρεμιέρα) ή κατεβαίνει (σταματά να παίζεται), έχει θερμή υποδοχή ή παταγώδη αποτυχία, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων ή δημιουργεί συζητήσεις.
Η λέξη έρχεται από το «κρότος» (θόρυβος) — ένα πολύκροτο έργο είναι αυτό που έκανε πολύ θόρυβο, προκάλεσε αντιδράσεις, συζητήθηκε πολύ. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε ένα σκάνδαλο, μια τολμηρή σκηνοθετική επιλογή ή ένα επίκαιρο θέμα — όχι απαραίτητα σε καλλιτεχνική αξία. Είναι σαν να λες σήμερα ότι ένα βίντεο «έγινε viral»: λέει κάτι για την απήχηση, τίποτα για την ποιότητα.
Ο σκηνοθέτης
Ο σκηνοθέτης κρίνεται ως δημιουργός με χαρακτηρισμούς όπως διάσημος, ευρηματικός, τολμηρός, εμπνευσμένος, εκκεντρικός, ευφάνταστος. Πέρα από επίθετα, υπάρχει και ένα σύνολο ρημάτων και εκφράσεων που περιγράφουν τι κάνει ο σκηνοθέτης: υποτάσσει τους ερμηνευτές σε ενιαίο σύνολο (τους κάνει να δουλεύουν αρμονικά ως ομάδα και όχι μεμονωμένα), σκηνοθετεί με δεξιοτεχνία / μαεστρία / ευσυνειδησία / συνέπεια, επιμελείται τη σκηνοθεσία, διδάσκει το έργο στους ηθοποιούς, σέβεται το έργο, τη μετάφραση ή το κοινό, καινοτομεί, πρωτοτυπεί, διασκευάζει (προσαρμόζει το κείμενο), πειραματίζεται, αξιοποιεί τις δυνατότητες της σκηνής ή του θιάσου.
Ο ηθοποιός και ο θίασος
Ο ηθοποιός μπορεί να περιγραφεί με λέξεις που δείχνουν διαφορετικό επίπεδο σεβασμού: από το ουδέτερο ηθοποιός ή το επίσημο τραγωδός και πρωταγωνίστρια, μέχρι το λαϊκότερο αστέρι του θεάτρου ή βεντέτα, μέχρι το υποτιμητικό θεατρίνος (κάποιος που παίζει επιδεικτικά, υπερβάλλει) ή τον περιθωριακό ρόλο του κομπάρσου (δευτερεύων ηθοποιός, χωρίς λόγια ή με ελάχιστο ρόλο — «βουβό πρόσωπο»).
Ο θίασος (η ομάδα ηθοποιών που ανεβάζει παραστάσεις μαζί) έχει κι αυτός τα δικά του επίθετα: επαγγελματικός, ερασιτεχνικός, πρωτοποριακός, πειραματικός, φοιτητικός, επαρχιακός. Ένας θίασος περιοδεύει (ταξιδεύει από πόλη σε πόλη για να παίξει) και μπορεί να παίρνει κρατική επιχορήγηση (οικονομική στήριξη από το κράτος). Στην καθομιλουμένη συναντάς και τους όρους κομπανία και μπουλούκι — το δεύτερο έχει λαϊκό, ελαφρώς μειωτικό τόνο, σαν να λες «θιασάκι της επαρχίας».
Η παράσταση ως γεγονός
Μια παράσταση μπορεί να είναι πανηγυρική (γιορτινή, για ειδική περίσταση), τιμητική (προς τιμήν κάποιου καλλιτέχνη), απογευματινή, παγκόσμια πρώτη (η πρώτη φορά που ανεβαίνει το έργο οπουδήποτε στον κόσμο — γι' αυτό λέγεται και με τον γαλλικό όρο πρεμιέρα), ευπρόσωπη (αξιοπρεπής στην εμφάνιση), πρόχειρη (φτωχή σε προετοιμασία), μουσειακή (παλιομοδίτικη, «σαν να είναι σε βιτρίνα μουσείου»), σχολική, επίσημη, λαϊκή, άψογη, ανιαρή, ενδιαφέρουσα, επιμελημένη, λαμπρή, αξέχαστη.
Το κοινό
Το κοινό περιγράφεται ως πλατύ (ευρύ, πολυάριθμο), φανατικό, πολυπληθές, προοδευτικό ή συντηρητικό (ανάλογα με τις καλλιτεχνικές ή ιδεολογικές του προτιμήσεις), δύσκολο, απαιτητικό. Και έχει τους δικούς του τρόπους αντίδρασης: παρακολουθεί με συγκίνηση ή με κατάνυξη (βαθιά, σχεδόν θρησκευτική συγκίνηση), συμμετέχει, αποθεώνει (επευφημεί ενθουσιωδώς), επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει, επευφημεί, χειροκροτεί — αλλά και, όταν κάτι δεν του αρέσει, σφυρίζει ή γιουχαΐζει.
Μαθητές συχνά υποθέτουν ότι «η παράσταση χειροκροτήθηκε» σημαίνει αυτόματα «άρεσε σε όλους». Στην πράξη το χειροκρότημα μπορεί να είναι τυπικό (απλή ευγένεια στο τέλος κάθε παράστασης), ενθουσιώδες (πραγματικός θαυμασμό) ή ακόμα και μεικτό — χειροκρότημα από ένα μέρος της αίθουσας και γιουχαΐσματα από άλλο. Ένας προσεκτικός κριτικός περιγράφει πώς ακριβώς αντέδρασε το κοινό, όχι απλώς «αρέσει» ή «δεν αρέσει».
Ο κριτικός
Τέλος, υπάρχει λεξιλόγιο και για τον ίδιο τον κριτικό — τις ιδιότητες που τον κάνουν αξιόπιστο: αμερόληπτος (δεν ευνοεί κανέναν εκ των προτέρων), αντικειμενικός, έντιμος, ενημερωμένος (γνωρίζει το θεατρικό ρεπερτόριο και το ιστορικό πλαίσιο), οξυδερκής (παρατηρητικός, βλέπει αυτό που άλλοι προσπερνούν), ευαίσθητος (αντιλαμβάνεται τις λεπτές αποχρώσεις μιας ερμηνείας ή μιας σκηνοθετικής επιλογής).
Οι ιδιότητες «αμερόληπτος» και «αντικειμενικός» δεν είναι τυπικές — είναι η ίδια η ουσία της δουλειάς. Ένας κριτικός που πηγαίνει σε μια παράσταση έχοντας ήδη αποφασίσει τι θα γράψει (επειδή του αρέσει ή δεν του αρέσει προσωπικά ο σκηνοθέτης, π.χ.) δεν κάνει κριτική — κάνει προπαγάνδα με τη μορφή κριτικής. Το ίδιο φαινόμενο βλέπεις σήμερα σε reviews παιχνιδιών ή ταινιών στο YouTube: ένας reviewer που παίρνει χορηγία από την εταιρεία και μετά γράφει «αντικειμενική» κριτική για το προϊόν της χάνει αυτόματα την αξιοπιστία του, όσο καλά κι αν γράφει.
Γιατί έχει σημασία
Το λεξιλόγιο δεν είναι στολίδι — είναι το εργαλείο που σου επιτρέπει να σκέφτεσαι με ακρίβεια. Όταν ξέρεις να ξεχωρίζεις το έργο από την παράσταση, μπορείς να καταλάβεις γιατί δύο διαφορετικές ανεβάσεις του ίδιου έργου προκαλούν εντελώς αντίθετες κριτικές. Όταν ξέρεις τη διαφορά ανάμεσα σε πολύκροτο και αξιόλογο, δεν μπερδεύεις τη δημοσιότητα με την ποιότητα — ικανότητα που χρειάζεσαι εξίσου όταν αξιολογείς μια ταινία, ένα βιβλίο ή ακόμα και μια είδηση που «έγινε viral». Και όταν καταλαβαίνεις γιατί ο υποκριτής του θεάτρου και ο «υποκριτής» της καθημερινότητας μοιράζονται την ίδια ρίζα, αποκτάς μια πιο βαθιά αίσθηση για το πώς η γλώσσα κουβαλάει μέσα της ολόκληρη την ιστορία ενός πολιτισμού. Αυτή η ακρίβεια στη χρήση των λέξεων είναι ακριβώς αυτό που θα σου ζητηθεί όταν καθίσεις να γράψεις τη δική σου κριτική θεατρικής παράστασης: όχι να πεις αν σου άρεσε, αλλά να εξηγήσεις, με τις σωστές λέξεις, γιατί.