Το ύφος του κριτικού 🖋️
Διάβασε δύο κριτικές για την ίδια ταινία. Η πρώτη γράφει: «Η ταινία δεν πείθει. Η πλοκή είναι αργή. Οι ερμηνείες είναι μέτριες». Η δεύτερη γράφει: «Αυτό που ο σκηνοθέτης φιλοδοξούσε να πετύχει —μια αργόσυρτη, σχεδόν διαλογιστική αφήγηση, στην οποία ο χρόνος λειτουργεί ως πρωταγωνιστής και όχι ως απλό σκηνικό— καταλήγει, εξαιτίας κυρίως της υποκριτικής ανεπάρκειας του πρωταγωνιστή, σε μια κόπωση που καμία μουσική επένδυση δεν καταφέρνει τελικά να καλύψει». Οι δύο κριτικοί λένε περίπου το ίδιο πράγμα. Δεν γράφουν όμως καθόλου το ίδιο. Ο δεύτερος έχει επιλέξει ένα σύνθετο ύφος —και αυτή η επιλογή δεν είναι στολίδι, είναι εργαλείο δουλειάς.
Γιατί ο κριτικός γράφει έτσι
Η κριτική δεν είναι απλή αφήγηση («είδα την ταινία, μου άρεσε»). Είναι μια προσπάθεια να αναλυθεί ένα έργο σε βάθος: να δειχτεί πώς συνδέονται η πρόθεση του δημιουργού με το αποτέλεσμα, ποιες τεχνικές χρησιμοποιήθηκαν και με ποιο αποτέλεσμα, τι πετυχαίνει το έργο και τι όχι, και γιατί. Αυτού του είδους η σκέψη είναι εξ ορισμού πολυεπίπεδη: μια ιδέα εξαρτάται από άλλη, μια κρίση προϋποθέτει μια εξήγηση, μια εξήγηση χρειάζεται μια επιφύλαξη. Όταν ο κριτικός θέλει να αποτυπώσει όλες αυτές τις σχέσεις σε μία μόνο πρόταση αντί να τις κόψει σε δέκα κοφτές προτάσεις, καταλήγει σχεδόν αναγκαστικά σε έναν μακροπερίοδο λόγο. Το ύφος, δηλαδή, ακολουθεί τη σκέψη — δεν την προηγείται.
Σε αυτό προστίθεται και κάτι άλλο: ο κριτικός συνήθως γράφει για ένα κοινό που ήδη ξέρει αρκετά — αναγνώστες μιας εφημερίδας πολιτισμού, θεατές σταθερούς σε ένα σινεφίλ site, ακροατές ενός podcast που ασχολείται συστηματικά με τη μουσική. Δεν χρειάζεται να εξηγήσει τα βασικά· μπορεί να μιλήσει σε πιο απαιτητική γλώσσα, χρησιμοποιώντας όρους και εκφράσεις που σε ένα γενικό κοινό θα φαίνονταν δύσκολες.
Σκέψου τη διαφορά ανάμεσα σε μια κριτική ταινίας σε ένα mainstream ενημερωτικό site και σε ένα εξειδικευμένο κινηματογραφικό blog με λίγους αλλά «σκληρούς» αναγνώστες. Το πρώτο θα γράψει κοφτά, με απλές προτάσεις, γιατί θέλει να το διαβάσει —γρήγορα, στο κινητό— όσο το δυνατόν περισσότερος κόσμος. Το δεύτερο μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του μεγαλύτερες, πιο περίπλοκες προτάσεις, γιατί ξέρει ότι ο αναγνώστης του θα επιμείνει να το διαβάσει μέχρι το τέλος.
Τα χαρακτηριστικά ενός σύνθετου κριτικού ύφους
Το σύνθετο ύφος δεν είναι μια αόριστη εντύπωση «δυσκολίας». Έχει συγκεκριμένα γνωρίσματα, που τα συναντάς ξανά και ξανά σε κριτικά κείμενα:
| Χαρακτηριστικό | Τι σημαίνει | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Μακροπερίοδος λόγος | Μεγάλες προτάσεις με πολλά δευτερεύοντα μέρη | Μία πρόταση 40-50 λέξεων αντί για τρεις κοφτές |
| Διαδοχική υπόταξη | Δευτερεύουσα μέσα σε δευτερεύουσα, σαν ρωσική κούκλα (ματριόσκα) | «...ένα σενάριο [που εκτυλίσσεται σε μια πόλη] [η οποία δεν κατονομάζεται ποτέ], [κάτι που ενισχύει...]» |
| Αναστροφή της «κανονικής» σειράς | Η σειρά Υποκείμενο – Ρήμα – Αντικείμενο ανατρέπεται | Αντί για «Ο σκηνοθέτης χτίζει έναν κόσμο», γράφει «Έναν ολόκληρο κόσμο χτίζει ο σκηνοθέτης» |
| Ασυνήθιστο/σπάνιο λεξιλόγιο | Λέξεις πιο σπάνιες από το καθημερινό λεξιλόγιο | «κόπωση» αντί για «βαρεμάρα», «ιδιοσυγκρασία» αντί για «χαρακτήρας» |
| Ελεύθερη χρήση της στίξης | Παρενθέσεις, παύλες, άνω τελείες που οργανώνουν σύνθετο νόημα | Χρήση παύλας για να «κρεμάσει» μια διευκρίνιση μέσα στην πρόταση |
Το κοινό σημείο όλων αυτών: ο κριτικός αρνείται να απλοποιήσει τη σκέψη του για χάρη της ευκολίας. Προτιμά να κρατήσει ακέραιες τις σχέσεις ανάμεσα στις ιδέες του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πιο απαιτητική ανάγνωση.
Ένα παράδειγμα, βήμα-βήμα
Δες πώς λειτουργεί η διαδοχική υπόταξη σε μια φανταστική κριτική τραγουδιού:
«Το κομμάτι, που ξεκινά με ένα δειλό, σχεδόν ψιθυριστό βερς, το οποίο μοιάζει να διστάζει αν θα ανοιχτεί σε ρεφρέν, καταφέρνει τελικά, όταν η φωνή σπάει στο δεύτερο μισό, να πείσει.»
Ξεδίπλωσέ την: η κύρια πρόταση είναι «Το κομμάτι καταφέρνει τελικά να πείσει». Μέσα σε αυτήν όμως ο κριτικός έχει «κρεμάσει» μια αναφορική πρόταση («που ξεκινά με ένα βερς»), και μέσα σε εκείνη μια δεύτερη αναφορική («το οποίο μοιάζει να διστάζει»), και ξεχωριστά μια χρονική («όταν η φωνή σπάει»). Κάθε δευτερεύουσα εξαρτάται από την προηγούμενη, όχι κατευθείαν από την κύρια — αυτό ακριβώς είναι η διαδοχική υπόταξη. Το αποτέλεσμα είναι μια πρόταση που «κουβαλάει» πολλή πληροφορία ταυτόχρονα, σαν βαγόνια τρένου κολλημένα το ένα πίσω από το άλλο.
Πολλοί μαθητές νομίζουν ότι μια μεγάλη, περίπλοκη πρόταση είναι αυτόματα «κακογραμμένη» ή «δύσκολη χωρίς λόγο». Δεν είναι έτσι. Το σύνθετο ύφος γίνεται πρόβλημα μόνο όταν ο συντάκτης το χρησιμοποιεί για να κρύψει ότι δεν έχει κάτι ουσιαστικό να πει — δηλαδή όταν η περιπλοκή είναι στολίδι, όχι εργαλείο. Ένας έμπειρος κριτικός χρησιμοποιεί το σύνθετο ύφος για να πει κάτι που πράγματι χρειάζεται αυτή την πολυπλοκότητα να ειπωθεί. Αν αφαιρέσεις τις περίτεχνες προτάσεις και δεν μένει καμία ιδέα από κάτω, τότε το πρόβλημα δεν είναι το ύφος — είναι το κενό περιεχόμενο που το ύφος προσπαθεί να καλύψει.
Πότε λειτουργεί, πότε αποτυγχάνει
Η τελική εξέταση κάθε ύφους —απλού ή σύνθετου— είναι μία και μοναδική: πετυχαίνει την επικοινωνία με το κοινό στο οποίο απευθύνεται; Ο κριτικός δεν γράφει για να επιδείξει το λεξιλόγιό του· γράφει για να μεταφέρει μια κρίση, να πείσει, να φωτίσει κάτι που ο αναγνώστης δεν είχε προσέξει. Αν το σύνθετο ύφος τον εμποδίζει να το πετύχει αυτό —αν ο αναγνώστης χάνεται στις δευτερεύουσες και ξεχνάει ποια ήταν η κύρια κρίση— τότε το ύφος έχει αποτύχει, όσο κι αν είναι εντυπωσιακό γραμματικά.
Σκέψου το σαν τη διαφορά ανάμεσα σε έναν καθηγητή που εξηγεί κάτι δύσκολο με πολλές υποδιαιρέσεις επειδή το θέμα πραγματικά τις χρειάζεται, και σε έναν άλλον που μπερδεύει την τάξη επίτηδες για να φανεί «βαθύς». Ο πρώτος χρησιμοποιεί την πολυπλοκότητα στην υπηρεσία της κατανόησης· ο δεύτερος τη χρησιμοποιεί εναντίον της.
Το σύνθετο, μακροπερίοδο ύφος δεν είναι αποκλειστικότητα της κριτικής. Το συναντάς σε ακαδημαϊκά κείμενα, σε ορισμένα άρθρα γνώμης (op-eds), ακόμα και σε επιστημονικές αναρτήσεις σε social media που απευθύνονται σε ειδικό κοινό. Ο κοινός παρονομαστής είναι πάντα ο ίδιος: το κοινό είναι εξοικειωμένο με το θέμα και ο συντάκτης θέλει να αποδώσει σχέσεις ανάμεσα σε ιδέες, όχι απλά γεγονότα.
Γιατί έχει σημασία
Το να αναγνωρίζεις το ύφος ενός κειμένου —όχι μόνο το τι λέει αλλά το πώς το λέει— είναι μια από τις πιο χρήσιμες δεξιότητες κριτικής ανάγνωσης που θα κουβαλήσεις έξω από το σχολείο. Ένα κείμενο με σύνθετο ύφος δεν είναι πάντα «πιο έγκυρο» επειδή ακούγεται δύσκολο, όπως ένα κείμενο με απλό ύφος δεν είναι πάντα «πιο κατανοητό» επειδή είναι κοφτό. Μαθαίνοντας να ξεχωρίζεις πότε η πολυπλοκότητα υπηρετεί μια πραγματική, πλούσια σκέψη και πότε είναι απλώς μια μάσκα πάνω από το τίποτα, αποκτάς κάτι πολύτιμο: την ικανότητα να μην εντυπωσιάζεσαι εύκολα από τη γλώσσα, αλλά να ψάχνεις πάντα τι κρύβεται —ή δεν κρύβεται— από πίσω της. Αυτό ισχύει είτε διαβάζεις μια κριτική ταινίας, είτε ένα άρθρο γνώμης, είτε ακόμα και τη δική σου έκθεση, όταν έρθει η ώρα να αποφασίσεις πώς θα τη γράψεις εσύ.