1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Λεξιλόγιο του σχολίου και της είδησης 🗞️

Δοκίμασε κάτι: άνοιξε ένα ειδησεογραφικό site και διάβασε τον τίτλο μιας είδησης, μετά ένα άρθρο γνώμης για το ίδιο θέμα. Θα νιώσεις αμέσως τη διαφορά, ακόμα κι αν δεν μπορείς να την ονοματίσεις — το ένα σου λέει τι έγινε, το άλλο σου λέει τι πιστεύει κάποιος γι' αυτό που έγινε. Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς αίσθηση· έχει όνομα, έχει λεξιλόγιο, και το λεξιλόγιο αυτό είναι το εργαλείο με το οποίο θα αναλύεις κείμενα, θα γράφεις τις δικές σου εκθέσεις και -το σημαντικότερο- θα ξεχωρίζεις την ενημέρωση από την προπαγάνδα σε όλη σου τη ζωή.

Γεγονός: αυτό που δεν αλλάζει

Η λέξη γεγονός χρησιμοποιείται με τέσσερις διαφορετικές, αλλά συγγενικές σημασίες, και το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΙΝΣ/ΑΠΘ) τις καταγράφει καθαρά:

  • Πράξη που έχει συντελεστεί, συμβάν. Π.χ. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1453 υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της βυζαντινής ιστορίας.
  • Πράγμα βέβαιο, αναμφισβήτητο. Π.χ. Είναι γεγονός ότι η ομάδα έχασε το ματς με 3-0.
  • Δεδομένο, βάση συλλογισμού ή συμπεράσματος. Π.χ. Το γεγονός ότι το βίντεο έχει εκατομμύρια προβολές δεν σημαίνει ότι η πληροφορία μέσα του είναι σωστή.
  • **Τετελεσμένο γεγονός: κάτι που δεν αναιρείται πια. Π.χ. Ο καθηγητής τούς έφερε προ τετελεσμένου γεγονότος, ανακοινώνοντας το διαγώνισμα μία μέρα πριν.

Αυτό που ενώνει και τις τέσσερις σημασίες είναι η αντικειμενικότητα: το γεγονός υπάρχει ανεξάρτητα από το ποιος το αφηγείται. Η ομάδα έχασε 3-0 είτε το γράψει ο δημοσιογράφος της νικήτριας ομάδας είτε της ηττημένης· ο αριθμός δεν αλλάζει.

Γιατί «τετελεσμένο»;

Η λέξη τετελεσμένο έρχεται από το ρήμα «τελώ» (= ολοκληρώνω). Ένα «τετελεσμένο γεγονός» είναι κυριολεκτικά κάτι που έχει «τελειώσει» εντελώς -δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης. Το φράση χρησιμοποιείται πολύ στη διπλωματία και στην πολιτική: όταν μια χώρα ενεργεί μονομερώς ελπίζοντας οι άλλες να αποδεχτούν το αποτέλεσμα χωρίς αντίδραση.

Σχόλιο: αυτό που προσθέτει η άποψη

Το σχόλιο έχει δύο βασικές σημασίες στο λεξικό:

  • Σύντομη ερμηνεία λέξεων ή φράσεων ενός κειμένου -ιδίως αρχαίου κειμένου. Έτσι λέμε «σχόλια σε αρχαίο κείμενο» όταν εννοούμε τις επεξηγήσεις που βοηθούν να κατανοηθεί μια δύσκολη λέξη ή έκφραση.
  • Κρίση για γεγονότα ή πράξεις. Αυτή είναι η σημασία που μας ενδιαφέρει εδώ: «Τα σχόλια των οπαδών στα social media για την απόφαση του διαιτητή ήταν έντονα» -εδώ το σχόλιο είναι υποκειμενική τοποθέτηση, όχι καταγραφή γεγονότος.

Το σχόλιο, σε αντίθεση με το γεγονός, αλλάζει ανάλογα με το ποιος μιλάει. Το ίδιο αποτέλεσμα ενός αγώνα μπορεί να σχολιαστεί ως «δίκαιη νίκη» από τον έναν αναλυτή και ως «απρόσμενη ήττα λόγω κακής διαιτησίας» από τον άλλον. Και οι δύο συμφωνούν στο γεγονός (το σκορ)· διαφωνούν στο σχόλιο (την ερμηνεία του).

Η οικογένεια λέξεων της κρίσης: από την ελαφριά γνώμη ως την αυστηρή καταδίκη

Οι λέξεις που εκφράζουν στάση απέναντι σε κάτι δεν έχουν όλες την ίδια ένταση. Φαντάσου μια κλίμακα -σαν ένταση ήχου- από το πιο ήπιο ως το πιο βαρύ:

ΈντασηΛέξεις που εγκρίνουνΛέξεις που απορρίπτουν
Ήπιαεγκρίνωέχω αντιρρήσεις
Μέτριαπροσυπογράφωασκώ κριτική
Έντονηενστερνίζομαιαποδοκιμάζω
Πολύ έντονηταυτίζομαι απόλυταστιγματίζω

Το ίδιο ισχύει και για τις λέξεις που δηλώνουν βεβαιότητα γνώμης: «έχω την εντύπωση» είναι πολύ πιο επιφυλακτικό από το «έχω την πεποίθηση», που με τη σειρά του είναι πιο ισχυρό από το απλό «νομίζω». Ένας δημοσιογράφος ή ένας κριτικός ταινιών διαλέγει προσεκτικά πού θα σταθεί σε αυτή την κλίμακα -γιατί η λέξη που θα διαλέξει δείχνει πόσο σίγουρος είναι, ή πόσο θέλει να φανεί σίγουρος.

Η κλιμάκωση δεν είναι τυχαία επιλογή

Σκέψου πώς αλλάζει το νόημα σε μια κριτική ταινίας αν αντικαταστήσεις μόνο ένα ρήμα: «Ο σκηνοθέτης ασκεί πολεμική στο σύστημα» δεν είναι το ίδιο με «Ο σκηνοθέτης στιγματίζει το σύστημα». Το πρώτο δηλώνει αντιπαράθεση ιδεών· το δεύτερο δηλώνει δριμύτατη, σχεδόν ηθική καταδίκη. Ένας καλός αναγνώστης «ζυγίζει» αυτές τις λέξεις πριν βγάλει συμπέρασμα για τη στάση του συντάκτη.

Αντικειμενικότητα και υποκειμενικότητα: το ζευγάρι-κλειδί

Το αντικειμενικός και το υποκειμενικός είναι αντώνυμα που θα συναντάς συνεχώς σε ασκήσεις σχολιασμού κειμένου. Γύρω τους υπάρχει μια ολόκληρη οικογένεια λέξεων που περιγράφουν την «έλλειψη αντικειμενικότητας»:

ΌροςΤι δηλώνειΠαράδειγμα χρήσης
μεροληπτικόςευνοεί σκόπιμα μία πλευράΟ σχολιαστής ήταν μεροληπτικός υπέρ της ομάδας του
προκατειλημμένοςέχει κρίνει πριν δει τα στοιχείαΉταν προκατειλημμένος απέναντι στη νέα σειρά, επειδή δεν του άρεσε το ριμέικ
επηρεασμένοςη κρίση του έχει διαμορφωθεί από κάτι/κάποιονΗ αξιολόγησή του ήταν επηρεασμένη από τη φιλία του με τον σκηνοθέτη
κομματισμένοςκρίνει με βάση κομματική τοποθέτησηΟ τηλεοπτικός σχολιασμός ήταν έντονα κομματισμένος

Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η αμεροληψία -η ικανότητα να εξετάζεις κάτι χωρίς να ευνοείς καμία πλευρά. Είναι ο στόχος κάθε ειδησεογραφικού ρεπορτάζ, ακόμα κι αν στην πράξη κανένας δημοσιογράφος δεν είναι 100% απαλλαγμένος από οπτική γωνία.

Η γνώση πριν τη γνώση: προκατάληψη, πρόληψη, δεισιδαιμονία

Υπάρχει μια ομάδα λέξεων που μοιάζουν μεταξύ τους αλλά περιγράφουν πολύ διαφορετικά πράγματα -όλες σχετίζονται με το πώς σχηματίζουμε γνώμη πριν εξετάσουμε κάτι σε βάθος:

  • Προκατάληψη: γνώμη που έχεις διαμορφώσει χωρίς να έχεις εξετάσει τα στοιχεία, συχνά από στερεότυπο. Π.χ. «Νόμιζα ότι θα μου άρεσε η ταινία, γιατί έχω προκατάληψη υπέρ αυτού του ηθοποιού».
  • Πρόληψη: πεποίθηση που δεν βασίζεται καθόλου στη λογική αλλά έχει περάσει από γενιά σε γενιά ως παράδοση. Π.χ. η ιδέα ότι «η Παρασκευή και 13 φέρνει γρουσουζιά».
  • Δεισιδαιμονία: παράλογος φόβος μπροστά στο άγνωστο ή το ανεξήγητο. Π.χ. ο φόβος να περάσεις κάτω από σκάλα.

Η διαφορά τους είναι λεπτή αλλά σημαντική: η προκατάληψη αφορά κρίση για ανθρώπους ή πράγματα, η πρόληψη αφορά παραδοσιακή πεποίθηση, και η δεισιδαιμονία αφορά φόβο για κάτι υπερφυσικό ή ανεξήγητο.

Το λεξιλόγιο της κριτικής κρίσης

Όταν κάποιος αξιολογεί ένα έργο, ένα βιβλίο, μια ταινία ή ακόμα και μια συμπεριφορά, χρησιμοποιεί έναν συγκεκριμένο κύκλο όρων που αξίζει να ξέρεις καλά, γιατί θα τους συναντάς σε κάθε κριτική κειμένου:

ΌροςΣημασία
απόφθεγμασύντομη κρίση με κύρος, διατυπωμένη σαν γνωμικό
γνωμάτευσηέγκυρη γνώμη ειδικού
εικασίακρίση με βάση ελλιπή δεδομένα, χωρίς βεβαιότητα
κριτικήεμπεριστατωμένη, αιτιολογημένη και αναλυτική κρίση
πρόκρισηπροκαταρκτική κρίση, πριν την τελική
δογματική γνώμηάκαμπτη γνώμη που δεν δέχεται αμφισβήτηση

Και δύο ρήματα που δηλώνουν αντίθετη στάση απέναντι στο να κρίνεις κάτι νωρίς:

  • Προδικάζω: βγάζω συμπέρασμα πριν έχω όλα τα στοιχεία. Π.χ. «Μην προδικάζεις το αποτέλεσμα του τουρνουά πριν παίξει καν ο τελικός».
  • Επιφυλάσσομαι: αναβάλλω σκόπιμα την κρίση μου, περιμένοντας περισσότερα στοιχεία. Π.χ. «Επιφυλάσσομαι να πω αν το reboot της σειράς είναι καλό, μέχρι να δω και τα υπόλοιπα επεισόδια».

Τα δύο αυτά ρήματα είναι σχεδόν αντίθετα: το ένα βιάζεται να κρίνει, το άλλο κρατά την κρίση σε αναμονή.

Τύπος, ελευθερία και λογοκρισία: το λεξιλόγιο της πληροφόρησης

Ένα ξεχωριστό σύνολο όρων αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί ο Τύπος -δηλαδή αν μπορεί να ενημερώνει ελεύθερα ή όχι. Σκέψου τη διαφορά ανάμεσα σε ένα κράτος όπου μπορείς να δεις οποιοδήποτε βίντεο ή άρθρο θες, και σε ένα άλλο όπου ολόκληρες ιστοσελίδες είναι μπλοκαρισμένες:

  • Ελευθεροτυπία: η ελευθερία του Τύπου να δημοσιεύει χωρίς κρατικό έλεγχο.
  • Λογοκρισία: η ακριβώς αντίθετη κατάσταση -όταν μια αρχή ελέγχει εκ των προτέρων τι επιτρέπεται να δημοσιευτεί και τι όχι.
  • Φραγμοί στην ελευθερία της γνώμης: περιορισμοί που εμποδίζουν την ελεύθερη έκφραση, χωρίς να φτάνουν απαραίτητα σε πλήρη λογοκρισία.
  • Κυρώσεις: οι ποινές που επιβάλλονται σε όποιον παραβιάζει αυτούς τους περιορισμούς.
Ένα σύγχρονο παράδειγμα λογοκρισίας

Δεν χρειάζεται να πας πίσω σε δικτατορίες για να δεις λογοκρισία σε δράση. Όταν μια κυβέρνηση διακόπτει την πρόσβαση σε social media κατά τη διάρκεια εκλογών ή διαδηλώσεων, ή όταν απαγορεύει σε δημοσιογράφους να καλύψουν ένα γεγονός, ασκεί σύγχρονη μορφή λογοκρισίας -απλώς με ψηφιακά μέσα αντί για λευκές σελίδες σε εφημερίδα.

Ρήματα που «κακοποιούν» την αλήθεια -και ρήματα που τη σέβονται

Η γλώσσα της κριτικής σκέψης χρειάζεται και ρήματα που περιγράφουν τι κάνουμε στην αλήθεια ή στη γνώμη όταν δεν είμαστε ειλικρινείς:

ΡήμαΤι κάνει στην αλήθεια/γνώμη
παραποιώαλλοιώνω σκόπιμα, την παρουσιάζω διαφορετική από ό,τι είναι
διαστρεβλώνωστρεβλώνω το νόημα, το παρουσιάζω λανθασμένα
αποκρύπτωκρύβω μέρος της, δεν την αποκαλύπτω πλήρως
υπερασπίζομαιτην υποστηρίζω, τη διαφυλάσσω
διατυπώνωτην εκφράζω με λόγια, τη θέτω σε πρόταση
αναθεωρώαλλάζω τη γνώμη μου με βάση νέα στοιχεία

Πρόσεξε ότι η «αναθεώρηση» δεν είναι ελάττωμα -το αντίθετο: το να αλλάζεις γνώμη όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία είναι δείγμα κριτικής σκέψης, όχι ασυνέπειας. Το πρόβλημα είναι η παραποίηση και η διαστρέβλωση, όχι η αλλαγή γνώμης καθεαυτή.

Γιατί έχει σημασία

Το λεξιλόγιο αυτό δεν είναι απλώς μια λίστα λέξεων για το τεστ λεξιλογίου. Είναι το εργαλείο-φίλτρο με το οποίο θα διαβάζεις τα πάντα από εδώ και πέρα: μια είδηση στο κινητό σου, ένα σχόλιο κάτω από ένα βίντεο, μια κριτική ταινίας πριν πας σινεμά, μια ανάρτηση που μοιάζει με ενημέρωση αλλά στην ουσία είναι απλή γνώμη ντυμένη σαν γεγονός. Όποιος ξέρει να διακρίνει το γεγονός από το σχόλιο, την αντικειμενικότητα από τη μεροληψία, την κριτική από τη δεισιδαιμονία, δεν παρασύρεται εύκολα από τίτλους που στοχεύουν στο συναίσθημα αντί στην πληροφορία. Και όταν εσύ ο ίδιος γράφεις -μια έκθεση, ένα σχόλιο, μια κριτική για μια σειρά που μόλις είδες- αυτό το λεξιλόγιο σού δίνει την ακρίβεια να πεις ακριβώς πόσο σίγουρος είσαι, χωρίς να παρουσιάζεις τη γνώμη σου σαν αδιαμφισβήτητη αλήθεια ούτε να υποτιμάς μια αλήθεια σαν να ήταν απλώς άποψη.