1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Αφηγηματικός χρόνος ⏳

Όταν αφηγούμαστε ένα γεγονός, ο χρόνος δεν είναι ποτέ «αθώος». Ο αφηγητής μπορεί να διαλέξει από πού θα ξεκινήσει, τι θα προσπεράσει σε μία γραμμή και τι θα αναλύσει σε τρεις σελίδες, ακόμα και αν θα επιστρέψει σε κάτι που έχει ήδη πει. Όλες αυτές οι επιλογές συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε αφηγηματικό χρόνο — έναν από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς με τους οποίους μια αφήγηση κατευθύνει το ενδιαφέρον μας, χτίζει αγωνία ή αποκαλύπτει σταδιακά ό,τι χρειάζεται.

Οι χρόνοι μιας αφήγησης ως πράξης επικοινωνίας

Κάθε αφήγηση είναι μια μορφή επικοινωνίας: κάποιος (ο πομπός — ομιλητής ή συγγραφέας) απευθύνεται σε κάποιον (τον δέκτη — ακροατή ή αναγνώστη) και του μεταφέρει γεγονότα. Αυτό μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τρεις διαφορετικούς χρόνους:

  • Ο χρόνος του πομπού — η στιγμή κατά την οποία ο αφηγητής διηγείται ή γράφει την ιστορία.
  • Ο χρόνος του δέκτη — η στιγμή κατά την οποία ο ακροατής ή ο αναγνώστης λαμβάνει την αφήγηση.
  • Ο χρόνος των γεγονότων — η εποχή κατά την οποία διαδραματίστηκαν όσα αφηγούμαστε.

Σε μια αφήγηση αληθινών γεγονότων, ο χρόνος του πομπού έπεται πάντοτε του χρόνου των γεγονότων: πρώτα συμβαίνει κάτι και μετά κάποιος το αφηγείται. Η απόσταση ανάμεσά τους μπορεί να είναι ελάχιστη —όπως όταν κάποιος περιγράφει σε φίλους του κάτι που μόλις του συνέβη— ή τεράστια, όπως όταν ένας ιστορικός γράφει σήμερα για γεγονότα αιώνων πριν.

Όταν ο πομπός «προλαβαίνει» τα γεγονότα

Στις αφηγήσεις πλασματικών, επινοημένων γεγονότων, ο κανόνας αυτός μπορεί να ανατραπεί: ο πομπός αφηγείται κάτι που —μέσα στη λογική της ιστορίας— δεν έχει ακόμα συμβεί. Αυτό συμβαίνει σε κάθε επιστημονικής φαντασίας αφήγημα που περιγράφει το μέλλον, σαν να το βλέπει ο αφηγητής μπροστά του.

Ο χρόνος του δέκτη, τέλος, μπορεί να ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τον χρόνο του πομπού —όπως σε μια προφορική αφήγηση, όπου ο ακροατής ακούει τη στιγμή που μιλάει ο αφηγητής— ή να απέχει πολύ, όπως σε ένα γραπτό κείμενο που διαβάζουμε χρόνια μετά τη συγγραφή του.

Χρόνος της ιστορίας και χρόνος της αφήγησης

Πέρα από τους παραπάνω χρόνους, που αφορούν την ίδια την πράξη επικοινωνίας, υπάρχουν δύο ακόμη χρόνοι που ζουν μέσα στο κείμενο:

  • Χρόνος της ιστορίας: ο χρόνος μέσα στον οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα, όπως θα συνέβαιναν στη φυσική, πραγματική τους σειρά — αν δηλαδή τα καταγράφαμε ένα-ένα, με τη σειρά που πράγματι έγιναν.
  • Χρόνος της αφήγησης: ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα ίδια γεγονότα παρουσιάζονται τελικά στο κείμενο.

Οι δύο αυτοί χρόνοι σχεδόν ποτέ δεν ταυτίζονται. Ο αφηγητής έχει την ελευθερία να αλλάξει τη σειρά των γεγονότων, να επιμηκύνει ή να συντομεύσει τη διάρκειά τους, ακόμα και να επαναλάβει την αφήγηση του ίδιου γεγονότος περισσότερες από μία φορά (συχνότητα). Ακριβώς εδώ βρίσκεται η τέχνη της αφήγησης: στο πώς μετατρέπει την «ακατέργαστη» ύλη της ιστορίας σε κείμενο με ρυθμό, ένταση και ενδιαφέρον.

Η σειρά: πότε ανατρέπεται η χρονική ακολουθία

Η πιο απλή επιλογή είναι η ευθύγραμμη αφήγηση: τα γεγονότα παρουσιάζονται με την ίδια σειρά με την οποία συνέβησαν, από το παλαιότερο προς το πιο πρόσφατο, χωρίς παρεκβάσεις. Πολύ συχνά όμως ο αφηγητής παραβιάζει σκόπιμα αυτή τη φυσική σειρά, δημιουργώντας αναχρονίες — αποκλίσεις ανάμεσα στη σειρά της ιστορίας και στη σειρά της αφήγησης.

In medias res

Μια πρώτη μορφή αναχρονίας είναι να ξεκινήσει η αφήγηση όχι από την αρχή, αλλά από ένα σημείο μέσα στην πλοκή —συχνά από μια κορυφαία, ενταστική στιγμή— και μόνο αργότερα να γεμίσει τα κενά για το τι προηγήθηκε. Αυτή η τεχνική ονομάζεται in medias res (λατινικά: «στη μέση των πραγμάτων») και έχει ισχυρό αποτέλεσμα: αιχμαλωτίζει αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αντί να τον περάσει πρώτα από μια αργή, προπαρασκευαστική εισαγωγή.

Παράδειγμα: μια αφήγηση θα μπορούσε να ξεκινήσει με τη φράση «Το χέρι του έτρεμε καθώς άπλωνε την υπογραφή στο τελευταίο χαρτί», και μόνο στη συνέχεια να εξηγήσει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και ποια απόφαση τον οδήγησε ως εκεί.

Αναδρομική αφήγηση (flashback)

Η αναδρομική αφήγηση ή flashback διακόπτει τη ροή της αφήγησης για να παρουσιάσει γεγονότα προγενέστερα από το σημείο όπου βρισκόμαστε. Χρησιμοποιείται συχνότατα για να εξηγήσει την αιτία μιας κατάστασης: βλέπουμε πρώτα το αποτέλεσμα και μόνο ύστερα μαθαίνουμε τι το προκάλεσε.

Παράδειγμα: ένας αφηγητής περιγράφει έναν άνθρωπο να στέκεται σιωπηλός μπροστά σε ένα καμένο σπίτι, και στη συνέχεια η αφήγηση «γυρίζει πίσω» για να διηγηθεί πώς ξέσπασε η πυρκαγιά το προηγούμενο βράδυ.

Πρόδρομη αφήγηση (πρόληψη)

Αντίθετα, η πρόδρομη αφήγηση (ή πρόληψη) προτρέχει των γεγονότων: ο αφηγητής αποκαλύπτει ή υπαινίσσεται κάτι που θα συμβεί αργότερα στην ιστορία, πριν φτάσουμε φυσιολογικά σε αυτό το σημείο.

Παράδειγμα: «Ο νεαρός χαιρέτησε χαρούμενος τον ξένο που μόλις κατέβηκε από το πλοίο — χωρίς να ξέρει ότι, χρόνια αργότερα, εκείνος ο άνθρωπος θα γινόταν ο χειρότερος εχθρός του». Η φράση αυτή «τρέχει μπροστά» στον χρόνο, δίνοντας στον αναγνώστη μια πληροφορία που κανονικά θα μάθαινε πολύ αργότερα, και έτσι δημιουργεί προσδοκία ή ανησυχία.

Γιατί ένας συγγραφέας «χαλάει» εν μέρει την έκπληξη

Φαίνεται παράδοξο να αποκαλύπτει κανείς εκ των προτέρων τι θα συμβεί —δεν καταστρέφει έτσι το σασπένς; Στην πραγματικότητα, η πρόδρομη αφήγηση συχνά δημιουργεί άλλου είδους αγωνία: δεν αναρωτιόμαστε πια «τι θα γίνει», αλλά «πώς θα φτάσουμε ως εκεί» — και αυτή η αναμονή μπορεί να είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, συναρπαστική.

Η διάρκεια: πόσος «χώρος» δίνεται σε κάθε γεγονός

Η δεύτερη μεγάλη διάσταση του αφηγηματικού χρόνου αφορά τη διάρκεια: πόσος χρόνος αφηγηματικός (πόσες γραμμές, παράγραφοι ή σελίδες) αντιστοιχεί σε πόσο χρόνο ιστορίας (πόση πραγματική ώρα, ημέρα ή έτος). Συγκρίνοντας τις δύο αυτές διάρκειες, ξεχωρίζουμε τέσσερις βασικές περιπτώσεις.

Σκηνή: ίδια διάρκεια

Στη σκηνή, ο χρόνος της αφήγησης ταυτίζεται περίπου με τον χρόνο της ιστορίας: όσο διαρκεί το γεγονός, τόσο —νοητά— διαρκεί και η αφήγησή του. Η σκηνή είναι συνήθως διαλογική: όταν δύο πρόσωπα μιλούν και ο αφηγητής καταγράφει τον διάλογό τους λέξη προς λέξη, ο χρόνος ανάγνωσης πλησιάζει τον πραγματικό χρόνο της συνομιλίας.

Περίληψη: η αφήγηση συντομεύει

Στην περίληψη, ο αφηγητής συμπυκνώνει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε λίγες γραμμές ή και σε μία μόνο φράση. Ο χρόνος της αφήγησης είναι πολύ μικρότερος από τον χρόνο της ιστορίας, και το αποτέλεσμα είναι να επιταχύνεται ο ρυθμός: «Τα επόμενα δέκα χρόνια δούλεψε σκληρά, παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά» συμπυκνώνει μια ολόκληρη δεκαετία σε μία πρόταση.

Έλλειψη: το κενό που παραλείπεται

Η έλλειψη είναι η ακραία μορφή συντόμευσης: ένα χρονικό διάστημα δεν αφηγείται καθόλου, αλλά παραλείπεται εντελώς —σαν να μην υπήρξε. Η αφήγηση «πηδάει» από ένα σημείο σε άλλο, χωρίς να μας πει τι μεσολάβησε. Μια φράση όπως «Πέρασαν τρία χρόνια» δηλώνει ρητά την έλλειψη, ενώ άλλες φορές η μετάβαση γίνεται σιωπηλά, με απλή αλλαγή παραγράφου ή κεφαλαίου.

Επιβράδυνση (παύση): η αφήγηση απλώνεται

Στην επιβράδυνση, ο αφηγητής «απλώνει» τον χρόνο: αφιερώνει πολλές γραμμές —ή και σελίδες— σε ένα γεγονός που στην πραγματικότητα διαρκεί ελάχιστα δευτερόλεπτα ή λεπτά. Ο χρόνος της αφήγησης γίνεται μεγαλύτερος από τον χρόνο της ιστορίας, και ο ρυθμός επιβραδύνεται, καθώς η προσοχή στρέφεται σε κάθε λεπτομέρεια μιας στιγμής: μια κίνηση, μια σκέψη, μια αίσθηση.

Μια ειδική περίπτωση επιβράδυνσης είναι η παύση: εδώ ο χρόνος της ιστορίας σταματά εντελώς —μηδενίζεται—, καθώς ο αφηγητής διακόπτει τη δράση για να περιγράψει κάτι (έναν τόπο, ένα πρόσωπο) ή να σχολιάσει τα γεγονότα, χωρίς η ίδια η πλοκή να προχωράει καθόλου όσο διαρκεί αυτή η περιγραφή.

Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις τέσσερις περιπτώσεις:

ΤεχνικήΣχέση χρόνωνΑποτέλεσμα στον ρυθμό
ΣκηνήΧρόνος αφήγησης ≈ Χρόνος ιστορίαςΚανονικός ρυθμός, συχνά διαλογική
ΠερίληψηΧρόνος αφήγησης < Χρόνος ιστορίαςΕπιτάχυνση
ΈλλειψηΧρόνος αφήγησης = 0Πλήρες «πήδημα» στον χρόνο
Επιβράδυνση / παύσηΧρόνος αφήγησης > Χρόνος ιστορίαςΕπιβράδυνση, έμφαση

Η συχνότητα: πόσες φορές αφηγούμαστε το ίδιο γεγονός

Η τρίτη διάσταση του αφηγηματικού χρόνου είναι η συχνότητα: η σχέση ανάμεσα στο πόσες φορές συνέβη πραγματικά ένα γεγονός και πόσες φορές αναφέρεται στην αφήγηση. Συνήθως κάθε γεγονός αφηγείται μία φορά, επειδή συνέβη μία φορά. Υπάρχει όμως η ενδιαφέρουσα περίπτωση όπου ένα γεγονός, παρότι συνέβη μία και μόνη φορά, παρουσιάζεται στην αφήγηση περισσότερες από μία φορές — συνήθως γιατί το αφηγούνται διαφορετικά πρόσωπα ή από διαφορετική οπτική γωνία.

Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πανομοιότυπη επανάληψη: το ίδιο συμβάν αφηγείται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, ύφος και έμφαση, ανάλογα με το ποιος το αφηγείται και τι θέλει να τονίσει. Για παράδειγμα, ένα ατύχημα μπορεί πρώτα να περιγραφεί ψύχραιμα από τον αφηγητή-παρατηρητή, και αργότερα να αφηγηθεί ξανά, αυτή τη φορά μέσα από τα λόγια ενός αυτόπτη μάρτυρα που το βίωσε με φόβο και σύγχυση. Οι δύο εκδοχές συμπληρώνουν η μία την άλλη και φωτίζουν διαφορετικές πλευρές του ίδιου γεγονότος.

Γιατί μια ιστορία επαναλαμβάνεται

Η επαναλαμβανόμενη αφήγηση του ίδιου γεγονότος δεν είναι σπατάλη λόγου· είναι εργαλείο χαρακτηρισμού. Το πώς αφηγείται κάποιος κάτι που συνέβη —τι προσθέτει, τι αποσιωπά, πώς το διανθίζει— μας λέει πολλά για τον χαρακτήρα, τους φόβους ή τα κίνητρά του, ίσως περισσότερα κι από το ίδιο το γεγονός.

Γιατί έχει σημασία ο αφηγηματικός χρόνος

Η επεξεργασία του χρόνου —η σειρά, η διάρκεια και η συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται τα γεγονότα— είναι ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του όποιος αφηγείται. Δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα: καθορίζει τι θα προσέξει πρώτα ο αναγνώστης, πού θα νιώσει αγωνία, πού θα σταθεί συγκινημένος και πότε θα εκπλαγεί. Το να αναγνωρίζουμε αυτές τις επιλογές σε ό,τι διαβάζουμε μάς κάνει πιο προσεκτικούς αναγνώστες· το να τις χρησιμοποιούμε συνειδητά στις δικές μας αφηγήσεις μάς κάνει πιο δυνατούς αφηγητές.