Αφηγηματικοί τρόποι 🎭
Όταν ένας αφηγητής έχει επιλέξει ποια γεγονότα θα αφηγηθεί και από ποια οπτική γωνία θα τα δει, μένει ένα ακόμη ζήτημα: με ποιον τρόπο θα τα παρουσιάσει στο κείμενο; Θα τα διηγηθεί ο ίδιος με δικά του λόγια; Θα αφήσει τους ήρωες να μιλήσουν μόνοι τους; Θα σταθεί να περιγράψει έναν χώρο; Θα μπει μέσα στο μυαλό ενός προσώπου; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα ονομάζονται αφηγηματικοί τρόποι: οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ένα αφηγηματικό κείμενο μεταφέρει το υλικό του στον αναγνώστη.
Κάθε αφηγηματικό κείμενο —από μια απλή διήγηση ενός περιστατικού μέχρι ένα ολόκληρο μυθιστόρημα— είναι σχεδόν πάντα ένα μωσαϊκό από αυτούς τους τρόπους. Η ικανότητα να τους αναγνωρίζουμε μάς βοηθά να διαβάζουμε πιο κριτικά ένα κείμενο, και η ικανότητα να τους χρησιμοποιούμε συνειδητά μάς βοηθά να γράφουμε πιο ζωντανές αφηγήσεις.
Αφήγηση (ή διήγηση): ο αφηγητής μιλάει
Ο πρώτος και βασικότερος αφηγηματικός τρόπος είναι η αφήγηση (ή διήγηση), δηλαδή τα σημεία του κειμένου όπου ο αφηγητής παρουσιάζει ο ίδιος, με δικά του λόγια, τι συνέβη. Εδώ ανήκει η παρουσίαση των γεγονότων, η σύνδεσή τους μέσα στον χρόνο, οι μεταβάσεις από τη μια σκηνή στην άλλη.
Στην αφήγηση, ακόμα κι όταν ο αφηγητής αναφέρεται σε όσα είπε κάποιος ήρωας, συνήθως δεν παραθέτει τα λόγια του αυτούσια, αλλά τα μεταδίδει έμμεσα, ενσωματωμένα στον δικό του λόγο. Για παράδειγμα, η φράση «Ο δάσκαλος τούς προειδοποίησε ότι, αν δεν ετοίμαζαν εγκαίρως την εργασία τους, θα έχαναν βαθμό» είναι αφήγηση: ο αφηγητής μάς πληροφορεί τι ειπώθηκε, χωρίς να παραθέτει τις ακριβείς λέξεις του δασκάλου.
Μια αφήγηση δεν χρειάζεται να είναι εκτενής για να είναι πλήρης· μπορεί να χωρέσει και σε μία μόνο φράση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρείται η φημισμένη ρήση που αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα μετά από μια σύντομη νικηφόρα εκστρατεία: «Veni, vidi, vici» («Ήρθα, είδα, νίκησα»). Σε τρεις μόνο λέξεις υπάρχουν και τα τρία βασικά συστατικά μιας αφήγησης: η χρονική σειρά, η δράση και η έκβασή της.
Περιγραφή: ο αφηγητής σταματά τον χρόνο
Ενώ η αφήγηση προχωράει τον χρόνο της ιστορίας —συμβαίνει το ένα γεγονός, μετά το άλλο— η περιγραφή τον σταματά προσωρινά, για να παρουσιάσει πώς είναι ένας χώρος, ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο ή μια ατμόσφαιρα τη δεδομένη στιγμή. Όταν ένας αφηγητής γράφει «Το δωμάτιο ήταν στενό, με έναν παλιό ξύλινο πάγκο στη μέση και μια μυρωδιά υγρασίας που κρεμόταν στον αέρα», δεν προωθεί την πλοκή· μας δείχνει μια εικόνα.
Η περιγραφή σε ένα αφηγηματικό κείμενο δεν είναι ποτέ διακοσμητική· έχει πάντα λειτουργία:
| Λειτουργία της περιγραφής | Τι πετυχαίνει |
|---|---|
| Τοποθετεί τη δράση | Δίνει στον αναγνώστη τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο θα εκτυλιχθούν τα γεγονότα |
| Δημιουργεί ατμόσφαιρα | Προετοιμάζει συναισθηματικά τον αναγνώστη (π.χ. μια σκοτεινή, βροχερή σκηνή προϊδεάζει για κάτι δυσάρεστο) |
| Χαρακτηρίζει πρόσωπα | Η εμφάνιση, ο τρόπος ντυσίματος ή η κίνηση ενός προσώπου μπορεί να αποκαλύψει τον χαρακτήρα του χωρίς να χρειαστεί ο αφηγητής να τον σχολιάσει ρητά |
| Επιβραδύνει τον ρυθμό | Δίνει μια «ανάσα» ανάμεσα σε δύο έντονες σκηνές δράσης |
Στην πράξη, ένα κείμενο σπάνια αλλάζει απότομα από «τώρα αφηγούμαι» σε «τώρα περιγράφω»· συχνά τα δύο μπλέκονται μέσα στην ίδια πρόταση. Το σημαντικό δεν είναι να χωρίζουμε το κείμενο σε αυστηρά κομμάτια, αλλά να αναγνωρίζουμε ποια λειτουργία επικρατεί σε κάθε σημείο: προχωράει η δράση ή μας δείχνει μια εικόνα;
Διάλογος: οι ήρωες μιλούν μόνοι τους
Στον αντίποδα της αφήγησης βρίσκεται ο διάλογος: τα σημεία όπου ο αφηγητής παραμερίζεται και αφήνει τους ήρωες να μιλήσουν με τα δικά τους, αυτούσια λόγια. Αντί να μας πει «Ο μαθητής παραδέχτηκε ότι δεν είχε προλάβει να διαβάσει», ο αφηγητής μπορεί να γράψει:
«Δεν πρόλαβα να διαβάσω», είπε ο μαθητής χαμηλόφωνα.
Η διαφορά φαίνεται καθαρά αν συγκρίνουμε τις δύο εκδοχές: στην πρώτη, ο αφηγητής μας ενημερώνει για ό,τι έγινε· στη δεύτερη, μας το δείχνει να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, σαν σε θεατρική σκηνή.
Ο διάλογος προσφέρει στην αφήγηση κάτι που η καθαρή αφήγηση δύσκολα πετυχαίνει:
- Αμεσότητα: ο αναγνώστης νιώθει ότι παρακολουθεί τη σκηνή σε πραγματικό χρόνο, όχι ότι του τη διηγείται κάποιος τρίτος.
- Χαρακτηρισμό μέσω του λόγου: ο τρόπος που μιλάει ένας ήρωας —το λεξιλόγιό του, το ύφος του, ό,τι αφήνει ανείπωτο— αποκαλύπτει την προσωπικότητά του πολύ πιο ζωντανά από μια περιγραφή του αφηγητή.
- Δραματοποίηση: μια αντιπαράθεση ή μια στιγμή έντασης «παίζεται» άμεσα, αντί να συνοψίζεται.
Όταν ένας πεζογράφος χρησιμοποιεί διάλογο, στην ουσία δανείζεται μια τεχνική που ανήκει καταρχήν στο θέατρο, όπου όλο το έργο στηρίζεται στον προφορικό λόγο των προσώπων. Η εναλλαγή αφήγησης και διαλόγου είναι ακριβώς το σημείο όπου η πεζογραφία «δανείζεται» τη ζωντάνια της σκηνής, χωρίς να πάψει να είναι αφήγηση.
Μονόλογος: ένας ήρωας μιλάει μόνος
Ένα ειδικό είδος λόγου ήρωα είναι ο μονόλογος: τα λόγια ενός προσώπου που δεν απευθύνονται σε συνομιλητή, αλλά εκφράζονται φωναχτά, μόνα τους. Ο ήρωας μπορεί να μιλάει «στον εαυτό του», σαν να σκέφτεται δυνατά, ή να απευθύνεται σε κάποιον που δεν είναι εκεί ή δεν μπορεί να απαντήσει.
Ο μονόλογος διαφέρει από τον διάλογο σε ένα βασικό σημείο: στον διάλογο υπάρχει ανταλλαγή —ο ένας μιλάει, ο άλλος απαντά— ενώ στον μονόλογο ο λόγος μένει μονόδρομος. Χρησιμοποιείται συχνά σε στιγμές έντονου συναισθήματος, δισταγμού ή εσωτερικής πάλης, όταν ο ήρωας χρειάζεται να «βγάλει» κάτι από μέσα του χωρίς να περιμένει απάντηση.
Εσωτερικός μονόλογος: μπαίνουμε στο μυαλό του ήρωα
Πιο ειδικός ακόμη είναι ο εσωτερικός μονόλογος: η καταγραφή των σκέψεων ενός προσώπου, όπως γεννιούνται μέσα στο μυαλό του, χωρίς να προφέρονται φωναχτά και συχνά χωρίς τη διαμεσολάβηση του αφηγητή. Δεν πρόκειται πια για λόγια που ακούγονται, αλλά για μια απευθείας «είσοδο» του αναγνώστη στη συνείδηση του ήρωα.
Ο εσωτερικός μονόλογος μπορεί να πάρει δύο βασικές μορφές:
| Μορφή | Χαρακτηριστικά |
|---|---|
| Οργανωμένος εσωτερικός μονόλογος | Οι σκέψεις παρουσιάζονται με λογική σειρά, σαν ένα είδος «σιωπηλού λόγου» προς τον εαυτό |
| «Ροή συνείδησης» (stream of consciousness) | Οι σκέψεις καταγράφονται όπως ακριβώς αναδύονται —αποσπασματικές, χωρίς αυστηρή σύνταξη ή λογική ακολουθία, συχνά με ελεύθερους συνειρμούς |
Ο απλός μονόλογος είναι προφορικός λόγος που ο ήρωας εκφέρει φωναχτά, έστω κι αν δεν του απαντά κανείς — γι' αυτό συνήθως παρουσιάζεται μέσα σε εισαγωγικά, όπως ο διάλογος. Ο εσωτερικός μονόλογος, αντίθετα, καταγράφει σκέψεις που δεν προφέρονται καθόλου — είναι λόγος αμίλητος, εσωτερικός, που ο αναγνώστης έχει προνομιακή πρόσβαση σε αυτόν μόνο επειδή του το επιτρέπει ο αφηγητής.
Ελεύθερος πλάγιος λόγος: μια «διπλή φωνή»
Ανάμεσα στην καθαρή αφήγηση και στον απευθείας λόγο του ήρωα βρίσκεται μια ιδιαίτερα λεπτή τεχνική: ο ελεύθερος πλάγιος λόγος. Εδώ ο αφηγητής εξακολουθεί τυπικά να μιλάει αυτός —δεν υπάρχουν εισαγωγικά, δεν υπάρχει ρήμα εξάρτησης όπως «είπε» ή «σκέφτηκε»— όμως το λεξιλόγιο, ο τόνος και η οπτική που χρησιμοποιούνται είναι του ήρωα, όχι του αφηγητή.
Ας δούμε τρεις εκδοχές της ίδιας σκέψης:
- Ευθύς λόγος: Σταμάτησε στην πόρτα και σκέφτηκε: «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη δουλειά».
- Πλάγιος λόγος: Σταμάτησε στην πόρτα και σκέφτηκε ότι δεν άντεχε άλλο εκείνη τη δουλειά.
- Ελεύθερος πλάγιος λόγος: Σταμάτησε στην πόρτα. Δεν άντεχε άλλο αυτή τη δουλειά.
Στην τρίτη εκδοχή δεν υπάρχει καμία τυπική ένδειξη —ούτε εισαγωγικά ούτε «σκέφτηκε ότι»— και όμως η φράση «Δεν άντεχε άλλο αυτή τη δουλειά» δεν είναι αντικειμενική διαπίστωση του αφηγητή, είναι η υποκειμενική σκέψη του ήρωα, ντυμένη με τη γραμματική του αφηγηματικού λόγου (τρίτο πρόσωπο, παρελθοντικός χρόνος). Γι' αυτό ο ελεύθερος πλάγιος λόγος περιγράφεται συχνά ως μια τεχνική «διπλής φωνής»: ακούγεται σαν να μιλάει ο αφηγητής, αλλά αυτό που λέει ανήκει νοηματικά στον ήρωα.
Ο ελεύθερος πλάγιος λόγος επιτρέπει στον αφηγητή να «γλιστρήσει» μέσα στη συνείδηση ενός ήρωα και να βγει πάλι έξω, χωρίς τις διακοπές που θα επέβαλλαν τα εισαγωγικά ή τα ρήματα εξάρτησης. Το αποτέλεσμα είναι μια αφήγηση πιο ρευστή, όπου τα όρια ανάμεσα στη φωνή του αφηγητή και στη φωνή του ήρωα θολώνουν σκόπιμα, χαρίζοντας στο κείμενο μεγαλύτερη οικειότητα με την εσωτερική ζωή του προσώπου.
Σχόλιο: ο αφηγητής παίρνει θέση
Τέλος, σε πολλά αφηγηματικά κείμενα ο αφηγητής δεν αρκείται στο να αφηγηθεί, να περιγράψει ή να παραθέσει λόγο· σταματά για λίγο και σχολιάζει —κρίνει, ερμηνεύει, αξιολογεί, γενικεύει. Το σχόλιο είναι το σημείο όπου ακούγεται καθαρότερα η δική του «φωνή» και η στάση του απέναντι σε όσα αφηγείται.
Ένα σχόλιο μπορεί να είναι:
- μια σύντομη αξιολογική παρατήρηση μέσα στην ίδια την αφήγηση («Ήταν, βέβαια, μια απόφαση βιαστική, όπως αποδείχτηκε αργότερα»),
- μια γενίκευση που ξεπερνά τη συγκεκριμένη ιστορία και αγγίζει κάτι καθολικό («Έτσι είναι πάντα οι πρώτες μέρες σε έναν καινούργιο τόπο — γεμάτες αμηχανία»),
- μια άμεση κρίση για τη συμπεριφορά ενός προσώπου.
Ένας αφηγητής που σχολιάζει συχνά δεν μένει «αόρατος» — γίνεται αισθητή η παρουσία και η κρίση του, και ο αναγνώστης καλείται σιωπηλά να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει μαζί του. Αντίθετα, ένας αφηγητής που αποφεύγει σχεδόν εντελώς το σχόλιο αφήνει τα γεγονότα και τον διάλογο να «μιλήσουν από μόνα τους», κρατώντας μεγαλύτερη απόσταση και αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα.
Πώς εναλλάσσονται μέσα σε ένα κείμενο
Κανένα αφηγηματικό κείμενο δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε έναν μόνο αφηγηματικό τρόπο. Η εναλλαγή και ο συνδυασμός τους είναι αυτό που δίνει σε κάθε αφήγηση τον δικό της, ιδιαίτερο χαρακτήρα: ένα κείμενο δράσης μπορεί να προτιμά γρήγορη αφήγηση με λίγη περιγραφή, ένα κείμενο ατμόσφαιρας μπορεί να σταθεί πολύ στην περιγραφή, ένα κείμενο με έμφαση στους χαρακτήρες μπορεί να ευνοεί τον διάλογο και τον εσωτερικό μονόλογο.
Σκεφτείτε ένα σύντομο απόσπασμα όπου όλοι οι τρόποι συνυπάρχουν:
Έφτασε στο μικρό καφενείο του χωριού αργά το απόγευμα. Τα τραπέζια ήταν άδεια, μόνο ένας γέρος καθόταν σε μια γωνιά, κοιτάζοντας έξω απ' το παράθυρο. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μπει. Τι θα του έλεγε, άλλωστε, ύστερα από τόσα χρόνια; «Καλησπέρα σας», είπε τελικά χαμηλόφωνα, καθώς πλησίαζε. Ο γέρος γύρισε αργά το κεφάλι του. Άνθρωποι σαν κι αυτόν, σκέφτηκε ο νεαρός, δεν ξεχνούν εύκολα ένα πρόσωπο.
Στο απόσπασμα αυτό αναγνωρίζουμε: αφήγηση («Έφτασε στο μικρό καφενείο…»), περιγραφή («Τα τραπέζια ήταν άδεια…»), ελεύθερο πλάγιο λόγο («Δεν ήξερε αν έπρεπε να μπει. Τι θα του έλεγε…»), διάλογο («Καλησπέρα σας», είπε…), εσωτερικό μονόλογο/πλάγιο λόγο («Άνθρωποι σαν κι αυτόν… δεν ξεχνούν εύκολα ένα πρόσωπο») και θα μπορούσε εύκολα να προστεθεί και ένα σχόλιο του αφηγητή, αν ήθελε να γενικεύσει τη στιγμή.
Ένας αναγνώστης που ξέρει να διακρίνει πού «μιλάει» ο αφηγητής, πού «μιλούν» οι ήρωες και πού μπαίνουμε στις σκέψεις τους, δεν διαβάζει απλώς μια ιστορία — αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας την οργανώνει, ελέγχει την απόσταση από τον αναγνώστη και κατευθύνει την προσοχή του. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν γράφουμε, η συνειδητή εναλλαγή αφήγησης, περιγραφής, διαλόγου και σχολίου είναι ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία μας για να κρατήσουμε το κείμενο ζωντανό και να αποφύγουμε τη μονοτονία μιας αφήγησης που απλώς απαριθμεί γεγονότα.