Η οπτική γωνία στην αφήγηση 👀
Όταν κάτι συμβαίνει, δεν υπάρχει ποτέ μία και μοναδική, «αντικειμενική» αφήγησή του. Κάθε φορά που κάποιος αφηγείται ένα γεγονός, αναγκαστικά επιλέγει: ποια στιγμιότυπα θα αναφέρει, ποια θα προσπεράσει, ποιες λεπτομέρειες θα τονίσει και ποιες θα αφήσει στην άκρη. Αυτή η αναπόφευκτη επιλογή δεν είναι τυχαία — καθορίζεται από την οπτική γωνία του αφηγητή, δηλαδή από τη θέση απ' την οποία αυτός βλέπει και αντιλαμβάνεται τα γεγονότα.
Γιατί καμία αφήγηση δεν είναι «πλήρης»
Σκέψου ένα γεγονός όσο θέλεις απλό — ας πούμε, μια διακοπή ρεύματος σε ένα σχολείο κατά τη διάρκεια ενός διαγωνίσματος. Ένας μαθητής θα αφηγηθεί πρώτα την ανακούφισή του που κέρδισε χρόνο. Ο καθηγητής θα εστιάσει στο πρόβλημα που δημιούργησε η διακοπή στον προγραμματισμό του μαθήματος. Ο επιστάτης του σχολείου θα μιλήσει για τον ηλεκτρολογικό πίνακα και το πώς αποκατέστησε τη βλάβη. Και οι τρεις περιγράφουν το ίδιο συμβάν, όμως κανένας δεν λέει «όλη την αλήθεια» — ο καθένας επιλέγει ό,τι είναι σημαντικό από τη δική του θέση.
Αυτό συμβαίνει επειδή η επιλογή γεγονότων σε μια αφήγηση εξαρτάται από παράγοντες που διαφέρουν από πρόσωπο σε πρόσωπο:
- Τη γνώση των γεγονότων — αν κάποιος έζησε το συμβάν από πρώτο χέρι (άμεση γνώση) ή το έμαθε από άλλους (έμμεση γνώση).
- Τη συναισθηματική φόρτιση — πόσο προσωπικά αγγίζει τον αφηγητή αυτό που περιγράφει.
- Τον τρόπο σκέψης και τις αξίες του — τι θεωρεί σημαντικό, τι θεωρεί ασήμαντο.
- Τον σκοπό που επιδιώκει — αν θέλει να ενημερώσει, να δικαιολογηθεί, να κατηγορήσει κάποιον ή να συγκινήσει.
Φαντάσου ένα περιστατικό όπου μια τάξη μαθητών λείπει για λίγα λεπτά από την αίθουσα ως αστείο, και ο καθηγητής, μπαίνοντας και βρίσκοντάς την άδεια, ανησυχεί και αναφέρει το περιστατικό στη διεύθυνση. Αν διαβάσουμε την αναφορά του καθηγητή, θα δούμε να τονίζεται η αγωνία του, η αδικαιολόγητη απουσία και η ανάγκη τιμωρίας. Αν διαβάσουμε την εκδοχή των μαθητών, θα δούμε να προβάλλεται η αθωότητα της πρόθεσής τους, η φιλική διάθεση του αστείου και η ζήτηση συγγνώμης. Οι δύο αφηγήσεις μπορεί να περιγράφουν ακριβώς τα ίδια γεγονότα, αλλά η ιεράρχηση —τι μπαίνει πρώτο, τι μεγαλώνει, τι μικραίνει ή παραλείπεται— είναι εντελώς διαφορετική, ακριβώς επειδή διαφορετική είναι κι η οπτική γωνία του καθενός.
Τι αλλάζει ανάλογα με την οπτική γωνία
Όταν συγκρίνουμε δύο αφηγήσεις του ίδιου γεγονότος από διαφορετική οπτική γωνία, αξίζει να προσέξουμε συγκεκριμένα στοιχεία:
| Στοιχείο | Τι εξετάζουμε |
|---|---|
| Ιεράρχηση πληροφοριών | Ποιο γεγονός προβάλλεται ως κεντρικό και ποιο παραλείπεται ή υποβαθμίζεται |
| Σχόλια του αφηγητή | Ποιες κρίσεις ή αξιολογήσεις προσθέτει, και με ποιον σκοπό |
| Τόνος | Αν η αφήγηση είναι ήρεμη, επιθετική, συγκινητική, ειρωνική κτλ. |
| Λεξιλόγιο και σύνταξη | Αν χρησιμοποιούνται λέξεις φορτισμένες συναισθηματικά ή ουδέτερες, μεγάλες περίοδοι ή κοφτές προτάσεις |
| Ρηματικό πρόσωπο | Αν ο αφηγητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο (συμμετέχει) ή τρίτο (παρατηρεί απ' έξω) |
Μια συνηθισμένη παρανόηση είναι να ταυτίζουμε τη διαφορετική οπτική γωνία με το ψέμα ή την ανακρίβεια. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο καθένας μπορεί να λέει απόλυτα αληθινά γεγονότα, όμως η επιλογή ποιων γεγονότων θα μιλήσει και πώς θα τα παρουσιάσει είναι αναπόφευκτα προσωπική. Το να αναγνωρίζουμε την οπτική γωνία ενός κειμένου δεν σημαίνει ότι το «καταρρίπτουμε» — σημαίνει ότι το διαβάζουμε πιο κριτικά, ξέροντας από πού προέρχεται.
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και σε πιο σύνθετες περιπτώσεις: μια δημοσιογραφική είδηση για ένα μεγάλο συμβάν —ας πούμε έναν σεισμό που προκάλεσε πανικό στην αγορά μιας πόλης— θα παρουσιάσει το γεγονός συνολικά, ως κοινωνικό φαινόμενο, δίνοντας αριθμούς και γενική εικόνα. Αν όμως ζητήσουμε από έναν μεμονωμένο πολίτη που βρέθηκε εκείνη τη στιγμή σε ένα κατάστημα να αφηγηθεί το ίδιο συμβάν στην οικογένειά του, εκείνος θα μιλήσει για τη δική του, προσωπική περιπέτεια —τον φόβο του, τι είδε γύρω του, πώς βγήκε από το κατάστημα— μια λεπτομέρεια που στη δημοσιογραφική είδηση ίσως δεν αναφέρεται καν. Το κεντρικό γεγονός της μιας αφήγησης γίνεται απλή λεπτομέρεια στην άλλη, και αντίστροφα.
Οπτική γωνία σε προσωπικές μαρτυρίες
Η οπτική γωνία γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στις προφορικές μαρτυρίες — αφηγήσεις ανθρώπων που περιγράφουν κάτι που έζησαν οι ίδιοι, συχνά ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός (έναν πόλεμο, μια μετανάστευση, μια φυσική καταστροφή). Σε τέτοιες αφηγήσεις η γλώσσα είναι συχνά απλή και προφορική, με κοφτές προτάσεις, επαναλήψεις και έντονο συναίσθημα, γιατί ο αφηγητής δεν αφηγείται απλώς γεγονότα — αναβιώνει ένα βίωμα. Η δύναμη μιας τέτοιας μαρτυρίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι μας δίνει πρόσβαση σε μια προσωπική, βιωμένη οπτική γωνία, κάτι που ένα επίσημο ιστορικό κείμενο, γραμμένο από απόσταση, σπάνια καταφέρνει να αποδώσει με την ίδια ζωντάνια.
Ένας άνθρωπος που αφηγείται όσα έζησε ο ίδιος δεν προσπαθεί να γράψει αντικειμενική ιστορία — αφηγείται τη δική του εμπειρία, με τους δικούς του φόβους, τις δικές του προτεραιότητες, ακόμα και τα κενά της μνήμης του. Γι' αυτό δύο μάρτυρες του ίδιου γεγονότος μπορεί να θυμούνται διαφορετικές λεπτομέρειες ή να δίνουν διαφορετική βαρύτητα στα ίδια επεισόδια, χωρίς κανένας από τους δύο να «λέει ψέματα».
Η οπτική γωνία στη λογοτεχνική αφήγηση: η εστίαση
Στη μελέτη ενός λογοτεχνικού κειμένου, ο όρος «οπτική γωνία» αποκτά πιο τεχνικό περιεχόμενο και συχνά ονομάζεται εστίαση. Πρόκειται για τη σκοπιά από την οποία παρουσιάζονται τα γεγονότα μιας αφήγησης: αν βλέπουμε τον κόσμο του έργου μέσα από τα μάτια ενός συγκεκριμένου προσώπου ή αν τον βλέπουμε «απ' έξω», χωρίς περιορισμό. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία — είναι μια συνειδητή αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα, ο οποίος καθορίζει τόσο τον αφηγητή όσο και τη θέση απ' την οποία αυτός «βλέπει» τα δρώμενα.
Οι συγγραφείς επιλέγουν συνήθως ανάμεσα σε δύο βασικούς τύπους εστίασης:
Αφήγηση με μηδενική εστίαση
Στη μηδενική εστίαση ο αφηγητής δεν έχει καμία συγκεκριμένη, περιορισμένη οπτική γωνία. Γνωρίζει τα πάντα για όλα τα πρόσωπα της ιστορίας — ακόμα και τις πιο κρυφές τους σκέψεις, όσα συμβαίνουν ταυτόχρονα σε διαφορετικά μέρη, ακόμα και το μέλλον της πλοκής. Γι' αυτό συχνά τον αποκαλούμε παντογνώστη αφηγητή ή «αφηγητή-Θεό»: βλέπει τον κόσμο της ιστορίας από παντού ταυτόχρονα, όχι από ένα συγκεκριμένο σημείο μέσα σε αυτόν. Αυτή ακριβώς η απόλυτη γνώση είναι που τον κάνει να μοιάζει «χωρίς» οπτική γωνία — γι' αυτό και ονομάζεται μηδενική.
Αφήγηση με εσωτερική εστίαση
Στην εσωτερική εστίαση, αντίθετα, η αφήγηση περνάει μέσα από τα μάτια ενός συγκεκριμένου προσώπου της ιστορίας. Ο αφηγητής εδώ έχει γνώση περιορισμένη σε ό,τι θα μπορούσε να γνωρίζει, να δει ή να νιώσει ένα ανθρώπινο πρόσωπο — γι' αυτό μιλάμε για έναν «αφηγητή-άνθρωπο», σε αντίθεση με τον «αφηγητή-Θεό» της μηδενικής εστίασης. Δεν μαθαίνουμε τις σκέψεις των άλλων προσώπων παρά μόνο ό,τι το εστιαζόμενο πρόσωπο μπορεί να υποθέσει ή να παρατηρήσει απ' έξω.
Η εστίαση (ποιανού τη σκοπιά υιοθετεί η αφήγηση) δεν είναι το ίδιο με το γραμματικό πρόσωπο (αν ο αφηγητής μιλάει σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο). Μια αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο μπορεί κάλλιστα να έχει εσωτερική εστίαση, αν παρακολουθεί τα πάντα μέσα από τα μάτια ενός μόνο ήρωα, χωρίς ποτέ να μπαίνει στο μυαλό των υπολοίπων. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά της αφήγησης εξετάζονται ξεχωριστά και συνδυάζονται με διαφορετικούς τρόπους.
| Μηδενική εστίαση | Εσωτερική εστίαση | |
|---|---|---|
| Γνώση αφηγητή | Απόλυτη, χωρίς όρια | Περιορισμένη σε ένα πρόσωπο |
| Πρόσβαση σε σκέψεις άλλων | Σε όλα τα πρόσωπα | Μόνο στο εστιαζόμενο πρόσωπο |
| Θέση αφηγητή | «Απ' έξω και από παντού» | Μέσα από τα μάτια ενός ήρωα |
| Παρομοιάζεται με | Αφηγητή-Θεό | Αφηγητή-άνθρωπο |
Πολύ συχνά ένας συγγραφέας δεν μένει σε μία μόνο επιλογή σε όλη την έκταση ενός έργου. Μπορεί να ξεκινήσει με μηδενική εστίαση, δίνοντας μια γενική εικόνα της κατάστασης, και ύστερα να «μπει» στο μυαλό ενός ήρωα, περνώντας σε εσωτερική εστίαση, ανάλογα με το τι θέλει να πετύχει σε κάθε σημείο: μια ευρύτερη εικόνα ή μια πιο προσωπική, συγκινησιακή προσέγγιση.
Γιατί έχει σημασία να αναγνωρίζουμε την οπτική γωνία
Το να αναγνωρίζει κανείς την οπτική γωνία μιας αφήγησης —είτε πρόκειται για μια απλή διήγηση ενός καθημερινού περιστατικού είτε για ένα λογοτεχνικό κείμενο— είναι θεμελιώδης δεξιότητα κριτικής ανάγνωσης. Μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί ένα κείμενο τονίζει ορισμένα στοιχεία και αποσιωπά άλλα, γιατί χρησιμοποιεί συγκεκριμένο λεξιλόγιο και ύφος, και τι επιδιώκει τελικά ο αφηγητής του. Παράλληλα, όταν εμείς οι ίδιοι γράφουμε μια αφήγηση, η συνειδητή επιλογή οπτικής γωνίας —ποιος αφηγείται, τι γνωρίζει, τι νιώθει— είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας για να πετύχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε στον αναγνώστη μας.