Ποιος αφηγείται; 🎙️
Κάθε φορά που διαβάζουμε μια αφήγηση, κάποιος μας τη «λέει». Αυτό το πρόσωπο δεν είναι πάντα αυτονόητο — και ο εντοπισμός του είναι το πρώτο βήμα για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ένα αφηγηματικό κείμενο.
Η αφήγηση πραγματικών γεγονότων
Όταν κάποιος διηγείται κάτι που πραγματικά συνέβη, ο αφηγητής είναι συνήθως ολοφάνερος. Σε μια κατάθεση μάρτυρα στο δικαστήριο, στην αφήγηση ενός τροχαίου ατυχήματος σε φίλους, σε μια ιστορική αφήγηση ή σε ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ, ξέρουμε ποιος μιλάει: είναι το ίδιο πρόσωπο που έζησε, παρακολούθησε ή ερεύνησε τα γεγονότα και τώρα τα μεταφέρει σε εμάς. Ο αφηγητής εδώ ταυτίζεται με έναν πραγματικό άνθρωπο με όνομα, ιδιότητα και ευθύνη για όσα λέει.
Η αφήγηση στη λογοτεχνία: αφηγητής και συγγραφέας
Στο λογοτεχνικό κείμενο τα πράγματα περιπλέκονται, γιατί εμφανίζεται μια διάκριση που στην καθημερινή αφήγηση δεν χρειαζόμαστε: η διάκριση ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αφηγητή.
Ο συγγραφέας είναι το πραγματικό πρόσωπο που έγραψε το κείμενο· έχει ζωή, βιογραφία, γεννήθηκε κάποια χρονιά, πέθανε (ή ζει ακόμη) κάποια άλλη. Υπάρχει έξω από το κείμενο, στην πραγματικότητα. Ο αφηγητής, αντίθετα, είναι μια φωνή που υπάρχει μέσα στο κείμενο και μόνο εκεί· είναι κατασκευή του συγγραφέα, ένα πρόσωπο φτιαγμένο από λέξεις, όπως ακριβώς είναι κατασκευασμένος και κάθε άλλος χαρακτήρας του έργου.
Μην ταυτίζεις ποτέ αυτόματα τον αφηγητή με τον συγγραφέα, ακόμα κι όταν η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο («εγώ»). Το «εγώ» που αφηγείται μέσα σε ένα διήγημα ή μυθιστόρημα είναι λογοτεχνικό πρόσωπο, όχι ο ίδιος ο συγγραφέας που κάθισε και το έγραψε. Ο συγγραφέας μπορεί να δανείσει στον αφηγητή δικά του βιώματα ή απόψεις, όπως δανείζει στοιχεία του εαυτού του σε οποιονδήποτε ήρωα, αλλά αυτό δεν καταργεί τη διάκριση.
Γιατί γίνεται αυτή η κατασκευή; Επειδή ο συγγραφέας επιλέγει εκ των προτέρων ποιος θα «πει» την ιστορία και πώς — και η επιλογή αυτή καθορίζει τι θα μάθει ο αναγνώστης, τι θα κρατηθεί κρυφό και με ποιο συναισθηματικό πρόσημο θα φτάσουν τα γεγονότα σ' εμάς.
Πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση
Το πιο εμφανές σημάδι που μας βοηθά να αναγνωρίσουμε τον αφηγητή είναι το ρηματικό πρόσωπο που κυριαρχεί στο κείμενο.
- Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση κυριαρχεί το πρώτο ρηματικό πρόσωπο (εγώ / εμείς). Ο αφηγητής μιλά ως «εγώ» και εμφανίζεται ο ίδιος μέσα στην ιστορία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
- Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση κυριαρχεί το τρίτο ρηματικό πρόσωπο (αυτός / αυτή / αυτοί). Ο αφηγητής στέκεται έξω από τη δράση και μιλά για τους ήρωες σαν να τους παρακολουθεί από απόσταση.
Η επιλογή ανάμεσα στα δύο δεν είναι τυχαία τεχνική λεπτομέρεια· αλλάζει ριζικά την εντύπωση που σχηματίζει ο αναγνώστης για την αξιοπιστία, την οικειότητα και τα όρια της γνώσης του αφηγητή.
Ο βαθμός συμμετοχής του αφηγητή στα γεγονότα
Πέρα από το ρηματικό πρόσωπο, το κρίσιμο κριτήριο για να ταξινομήσουμε έναν αφηγητή είναι το εξής: συμμετέχει ή όχι στα γεγονότα που αφηγείται;
Αφηγητής που συμμετέχει (ομοδιηγητικός)
Όταν ο αφηγητής παίρνει μέρος στην ιστορία που διηγείται, τον λέμε ομοδιηγητικό αφηγητή. Η αφήγηση γίνεται σχεδόν πάντα σε πρώτο πρόσωπο, αφού ο αφηγητής μιλά για κάτι που το έζησε ο ίδιος. Μέσα σε αυτή την κατηγορία διακρίνουμε δύο υποπεριπτώσεις, ανάλογα με τον ρόλο που έχει ο αφηγητής στη δράση:
- Αφηγητής-ήρωας (πρωταγωνιστής): αφηγείται τη δική του ιστορία, τις δικές του πράξεις και εμπειρίες. Τυπικό παράδειγμα είναι η αυτοβιογραφία ή τα απομνημονεύματα, όπου κάποιος διηγείται τη ζωή του.
- Αφηγητής-μάρτυρας: δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, αλλά παρακολούθησε τα γεγονότα από κοντά, ως δευτερεύων χαρακτήρας ή απλός θεατής, και τα διηγείται όπως τα είδε.
Αφηγητής που δεν συμμετέχει (ετεροδιηγητικός)
Όταν ο αφηγητής μένει εντελώς έξω από την ιστορία —δεν είναι κανένας από τους χαρακτήρες, απλώς διηγείται όσα συνέβησαν σε άλλους— τον λέμε ετεροδιηγητικό αφηγητή. Σε αυτή την περίπτωση επικρατεί συνήθως το τρίτο ρηματικό πρόσωπο. Τυπικά παραδείγματα είναι ο ιστορικός που αφηγείται γεγονότα του παρελθόντος στα οποία δεν πήρε μέρος, ο δημοσιογράφος που περιγράφει ένα γεγονός που ερεύνησε, ή ο αφηγητής σε πολλά μυθιστορήματα και διηγήματα που διηγούνται την ιστορία τρίτων προσώπων.
Ένας ετεροδιηγητικός αφηγητής μπορεί να αποκτήσει μια ιδιότητα που κανένας πραγματικός άνθρωπος δεν έχει: να γνωρίζει τα πάντα. Ο λεγόμενος παντογνώστης αφηγητής δεν περιορίζεται σε όσα θα μπορούσε να δει ή να μάθει ένας συνηθισμένος παρατηρητής· γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν και μερικές φορές ακόμα και το μέλλον των προσώπων, μπαίνει στη σκέψη και στα συναισθήματα περισσότερων του ενός χαρακτήρα ταυτόχρονα, ακόμη κι όταν αυτοί βρίσκονται σε τελείως διαφορετικά μέρη. Πρόκειται για μια αφηγηματική σύμβαση: ο αναγνώστης αποδέχεται αυτή τη «θεϊκή» οπτική, γιατί του δίνει πρόσβαση σε πληροφορίες που καμία μαρτυρία δεν θα μπορούσε ρεαλιστικά να προσφέρει.
Πώς αναγνωρίζουμε τον τύπο του αφηγητή σε ένα κείμενο
Για να εντοπίσουμε ποιος αφηγείται και τι είδους αφηγητής είναι, ελέγχουμε συστηματικά τα εξής:
- Το ρηματικό πρόσωπο που κυριαρχεί (πρώτο ή τρίτο).
- Αν ο αφηγητής αναφέρεται στον εαυτό του ως συμμετέχοντα στη δράση («είδα», «σκέφτηκα», «ένιωσα») ή μιλά αποκλειστικά για άλλους.
- Το εύρος της γνώσης που δείχνει: αν γνωρίζει μόνο όσα θα μπορούσε λογικά να έχει δει ή μάθει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, ή αν έχει πρόσβαση σε σκέψεις και γεγονότα που κανένας απλός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να γνωρίζει.
Ας δούμε ένα παράδειγμα. Φανταστείτε το εξής απόσπασμα από μια αφήγηση:
Βγήκα νωρίς το πρωί κι έτρεξα κατά τον σταθμό. Ο δρόμος ήταν άδειος, μόνο ένας γέρος σκύλος με κοίταξε αδιάφορα καθώς περνούσα. Δεν ήξερα αν θα προλάβαινα το τρένο, κι αυτή η αβεβαιότητα μου έκοβε την ανάσα.
Σε αυτό το απόσπασμα ο αφηγητής μιλά σε πρώτο πρόσωπο («βγήκα», «έτρεξα», «δεν ήξερα») και περιγράφει κάτι που το έζησε ο ίδιος — άρα είναι ομοδιηγητικός, και μάλιστα αφηγητής-ήρωας, αφού βρίσκεται στο κέντρο της δράσης. Η γνώση του περιορίζεται σε ό,τι θα μπορούσε να αντιληφθεί ένας άνθρωπος στη θέση του: βλέπει τον σκύλο, νιώθει την αγωνία του, αλλά δεν ξέρει τι σκέφτεται ο σκύλος ή τι συμβαίνει στον σταθμό πριν φτάσει εκεί.
Αν το ίδιο περιστατικό γραφόταν έτσι:
Ο άντρας βγήκε νωρίς το πρωί κι έτρεξε κατά τον σταθμό, χωρίς να ξέρει ότι το τρένο του είχε ήδη καθυστερήσει είκοσι λεπτά. Στο σπίτι που άφησε πίσω του, η γυναίκα του μόλις τότε ξυπνούσε και σκεφτόταν πόσο θα του έλειπε.
τότε θα είχαμε τριτοπρόσωπη, ετεροδιηγητική αφήγηση, και μάλιστα με παντογνώστη αφηγητή, αφού ο αφηγητής γνωρίζει ταυτόχρονα κάτι που ο άντρας αγνοεί (την καθυστέρηση του τρένου) και τις σκέψεις ενός άλλου προσώπου σε τελείως διαφορετικό μέρος (τη γυναίκα στο σπίτι).
Το ότι ένας αφηγητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο δεν σημαίνει αυτόματα ότι διηγείται αληθινά βιώματα του συγγραφέα. Πολλά έργα μυθοπλασίας είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο χωρίς να είναι αυτοβιογραφικά· ο συγγραφέας απλώς επέλεξε αυτή την αφηγηματική τεχνική για να πετύχει μεγαλύτερη οικειότητα ή αμεσότητα με τον αναγνώστη. Η κρίση για το ποιος αφηγείται πρέπει να στηρίζεται σε στοιχεία του ίδιου του κειμένου, όχι σε υποθέσεις για τη ζωή του συγγραφέα.
Γιατί έχει σημασία η επιλογή αφηγητή
Η επιλογή του είδους αφηγητή δεν είναι διακοσμητική· καθορίζει τι μπορεί να «δει» και να μεταφέρει η αφήγηση. Ένας αφηγητής-ήρωας μάς δίνει την εσωτερική, υποκειμενική εμπειρία ενός προσώπου, αλλά μας κρύβει ό,τι εκείνο το πρόσωπο δεν γνωρίζει. Ένας παντογνώστης αφηγητής μάς δίνει ευρύτερη εικόνα, αλλά χάνει την αμεσότητα της προσωπικής μαρτυρίας. Το πρώτο βήμα λοιπόν σε κάθε ανάλυση αφηγηματικού κειμένου είναι να αναγνωρίσουμε ποιος μιλάει και πόσα γνωρίζει — γιατί από εκεί ξεκινά η κατανόηση του πώς είναι χτισμένη ολόκληρη η ιστορία.