Αφηγηματικά είδη, το ύφος και ο σκοπός τους 📚
Κάθε φορά που αφηγούμαστε κάτι, το κάνουμε για έναν συγκεκριμένο λόγο και με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Ο φίλος που μας διηγείται ένα περιστατικό του δρόμου, ο δημοσιογράφος που γράφει για ένα ατύχημα, ο ιστορικός που εξιστορεί έναν πόλεμο και ο μυθιστοριογράφος που πλάθει μια ιστορία — όλοι αφηγούνται, αλλά κανένας τους δεν το κάνει με τον ίδιο τρόπο. Η διαφορά αυτή δεν είναι τυχαία: κάθε αφηγηματικό είδος έχει τον δικό του σκοπό, το δικό του κοινό και, συνεπώς, το δικό του ύφος.
Δύο μεγάλες οικογένειες αφηγήσεων
Η πρώτη και πιο βασική διάκριση ανάμεσα στα αφηγηματικά είδη αφορά το αν αυτά αφηγούνται κάτι που πραγματικά συνέβη ή κάτι που έχει επινοηθεί.
Αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν όλα τα κείμενα που αφηγούνται κάτι που όντως συνέβη, με την πρόθεση να μείνουν πιστά σε αυτό που έγινε. Εδώ εντάσσονται:
- Η ιστορική αφήγηση (ή ιστοριογραφία) — η εξιστόρηση γεγονότων του παρελθόντος με βάση πηγές και τεκμήρια.
- Η βιογραφία — η αφήγηση της ζωής ενός προσώπου, γραμμένη από κάποιον άλλον.
- Το ημερολόγιο — η καταγραφή, μέρα με τη μέρα, όσων ζει ή σκέφτεται ο συντάκτης του.
- Η μαρτυρία (ή κατάθεση) — η αφήγηση όσων είδε ή έζησε ο ίδιος ο αφηγητής, συχνά ενώπιον μιας αρχής ή για ιστορική τεκμηρίωση.
- Το χρονικό — η καταγραφή γεγονότων με τη χρονολογική τους σειρά, συχνά χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική επεξεργασία.
- Το ρεπορτάζ — η δημοσιογραφική αφήγηση ενός επίκαιρου γεγονότος, βασισμένη σε επιτόπια έρευνα ή αυτοψία.
Το ότι μια αφήγηση αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα δεν σημαίνει πως είναι απαλλαγμένη από την προσωπική οπτική του αφηγητή της. Ένας μάρτυρας μπορεί να αφηγηθεί κάτι αληθινό, επιλέγοντας ωστόσο ποιες λεπτομέρειες θα τονίσει και ποιες θα προσπεράσει. Το «πραγματικό» αφορά το περιεχόμενο (αυτό που έγινε), όχι απαραίτητα τον τρόπο παρουσίασής του.
Αφηγήσεις πλασματικών γεγονότων
Σε αντίθεση με τις παραπάνω, εδώ ανήκουν οι αφηγήσεις που δημιουργεί η φαντασία ενός δημιουργού, ακόμα κι όταν εμπνέονται από την πραγματικότητα:
- Το μυθιστόρημα — μια εκτενής, πολυσέλιδη αφήγηση με πολλά πρόσωπα, πολύπλοκη πλοκή και συνήθως περισσότερες από μία αφηγηματικές γραμμές.
- Το διήγημα — μια σύντομη αφήγηση, συγκεντρωμένη σε λίγα πρόσωπα και σε ένα και μόνο επεισόδιο ή σύντομο χρονικό διάστημα.
Ανάμεσα στις δύο αυτές οικογένειες υπάρχουν και ενδιάμεσα είδη, που συνδυάζουν πραγματικά και πλασματικά στοιχεία: το ιστορικό μυθιστόρημα, για παράδειγμα, στηρίζεται σε αληθινά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, αλλά τα εμπλουτίζει με φανταστικά επεισόδια και διαλόγους· αντίστοιχα, μια μυθιστορηματική βιογραφία αφηγείται μια πραγματική ζωή, χρησιμοποιώντας όμως τεχνικές του μυθιστορήματος (εσωτερικό μονόλογο, φανταστικούς διαλόγους) για να τη ζωντανέψει.
Ο πρώτος γνωστός συγγραφέας που επιχείρησε να καταγράψει γεγονότα ερευνώντας τα συστηματικά, αντί απλώς να τα αφηγηθεί όπως τα άκουσε, θεωρείται ο αρχαίος Έλληνας Ηρόδοτος, τον 5ο αιώνα π.Χ. Το έργο του ξεκινά δηλώνοντας ότι σκοπός του είναι να μη ξεχαστούν όσα έκαναν Έλληνες και βάρβαροι, αλλά και να εξηγηθεί η αιτία του πολέμου ανάμεσά τους — μια στάση που τον διαφοροποιεί από τους παλαιότερους αφηγητές μύθων, καθώς επιδιώκει να ελέγξει την αξιοπιστία όσων καταγράφει.
Ο σκοπός καθορίζει το είδος
Το αφηγηματικό είδος που θα διαλέξει κανείς δεν είναι ζήτημα προσωπικού γούστου· εξαρτάται από το τι θέλει να πετύχει η αφήγηση. Μια αφήγηση μπορεί να αποσκοπεί:
| Σκοπός | Τι επιδιώκει | Ενδεικτικά είδη |
|---|---|---|
| Να πληροφορήσει | Να μεταδώσει με ακρίβεια όσα συνέβησαν, ώστε το κοινό να ενημερωθεί | Ρεπορτάζ, χρονικό, ιστορική αφήγηση |
| Να μεταδώσει προσωπικό βίωμα | Να μοιραστεί μια εμπειρία με τη συναισθηματική της φόρτιση | Ημερολόγιο, μαρτυρία, αυτοβιογραφία |
| Να ψυχαγωγήσει ή να συγκινήσει αισθητικά | Να προσφέρει στον αναγνώστη μια αφηγηματική εμπειρία μέσα από την τέχνη του λόγου | Μυθιστόρημα, διήγημα |
| Να τεκμηριώσει ή να πείσει | Να αποδείξει κάτι, να δικαιολογήσει μια πράξη ή να προκαλέσει συγκεκριμένη ενέργεια | Μαρτυρική κατάθεση, υπηρεσιακή αναφορά |
Ο σκοπός αυτός δεν είναι απλώς μια αφηρημένη πρόθεση· αποτυπώνεται απευθείας στον τρόπο γραφής. Μια αφήγηση που θέλει να πληροφορήσει γρήγορα και με σαφήνεια θα προτιμήσει σύντομες προτάσεις και ουδέτερο λεξιλόγιο. Μια αφήγηση που θέλει να μεταδώσει ένα προσωπικό βίωμα θα αντέξει —και συχνά θα χρειαστεί— μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση, ακόμα κι αν αυτό «θυσιάζει» λίγο από την ακρίβεια ή τη συντομία.
Το ύφος: πώς αλλάζει ανάλογα με το είδος και τον σκοπό
Το ύφος μιας αφήγησης είναι ο συνολικός χαρακτήρας που παίρνει η γλώσσα της — αν είναι επίσημη ή οικεία, στεγνή ή συναισθηματική, αντικειμενική ή προσωπική. Δεν είναι σταθερό χαρακτηριστικό ενός κειμένου, αλλά διαμορφώνεται από συγκεκριμένους παράγοντες:
- Το είδος του κειμένου. Μια υπηρεσιακή αναφορά ή μια μαρτυρική κατάθεση οφείλει να έχει επίσημο ύφος, με σαφήνεια και ακρίβεια στη διατύπωση, ώστε να μη δημιουργεί παρεξηγήσεις. Ένα ημερολόγιο ή μια προσωπική επιστολή, αντίθετα, γράφεται συνήθως σε οικείο, πιο ανεπιτήδευτο ύφος, σαν να μιλά κανείς σε στενό του πρόσωπο.
- Το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Μια αφήγηση που απευθύνεται σε ειδικούς (π.χ. μια επιστημονική έκθεση) θα χρησιμοποιήσει πιο τεχνικό λεξιλόγιο απ' ό,τι μια αφήγηση για το ευρύ κοινό.
- Ο σκοπός της. Όπως είδαμε, ο σκοπός επηρεάζει άμεσα το λεξιλόγιο, τη σύνταξη και τον τόνο.
- Η σχέση του αφηγητή με το γεγονός. Ένας αφηγητής που έζησε ο ίδιος κάτι θα γράψει διαφορετικά από κάποιον που απλώς το κατέγραψε από απόσταση.
Ένα τροχαίο ατύχημα μπορεί να περιγραφεί με δύο εντελώς διαφορετικά ύφη, ανάλογα με το ποιος αφηγείται και για ποιον σκοπό. Μια αστυνομική ή δικαστική κατάθεση θα το περιγράψει με ξηρή ακρίβεια — ώρα, τοποθεσία, στοιχεία οχημάτων, χωρίς κανένα προσωπικό σχόλιο, γιατί σκοπός της είναι η τεκμηρίωση. Ο ίδιος ακριβώς αυτόπτης μάρτυρας, αν αφηγηθεί το ίδιο περιστατικό σε φίλους του, θα το γεμίσει με τη δική του αγωνία, με εντυπώσεις («μου κόπηκε η ανάσα»), ίσως και με σχόλια για την απροσεξία του οδηγού — γιατί εκεί σκοπός του δεν είναι πια η τεκμηρίωση, αλλά η μετάδοση μιας έντονης εμπειρίας.
Οι πιο συνηθισμένοι χαρακτηρισμοί ύφους που συναντάμε σε αφηγηματικά κείμενα είναι:
- Επίσημο — τηρεί τους κανόνες της τυπικής γλώσσας, αποφεύγει την οικειότητα και το συναίσθημα, χρησιμοποιείται σε διοικητικά και δικαστικά κείμενα.
- Οικείο — πλησιάζει την προφορική, καθημερινή γλώσσα, με προσωπικό τόνο, χαρακτηριστικό ημερολογίων και προσωπικών επιστολών.
- Επιστημονικό — ακριβές, τεκμηριωμένο, με ειδικό λεξιλόγιο, χαρακτηριστικό ιστορικών και επιστημονικών κειμένων.
- Λογοτεχνικό — φροντισμένο, εικονοπλαστικό, με χρήση σχημάτων λόγου, χαρακτηριστικό μυθιστορήματος και διηγήματος.
Δεν πρέπει να αναζητούμε πάντα έναν και μοναδικό χαρακτηρισμό για το ύφος ενός κειμένου. Μια ιστορική αφήγηση, για παράδειγμα, μπορεί κάλλιστα να είναι ταυτόχρονα επίσημη και επιστημονική, καθώς τηρεί τους κανόνες της τυπικής γλώσσας και παράλληλα στηρίζεται σε τεκμηρίωση και ακρίβεια. Το ζητούμενο δεν είναι να «κουτιάσουμε» ένα κείμενο σε μία μόνο κατηγορία, αλλά να αναγνωρίσουμε ποιοι συνδυασμένοι παράγοντες διαμορφώνουν το ύφος του.
Λογοτεχνική και μη λογοτεχνική αφήγηση
Μια θεμελιώδης διάκριση, που διατρέχει όλα τα παραπάνω είδη, είναι αυτή ανάμεσα στη λογοτεχνική και τη μη λογοτεχνική αφήγηση.
Η μη λογοτεχνική αφήγηση (ρεπορτάζ, υπηρεσιακή αναφορά, μαρτυρική κατάθεση, ιστορική αφήγηση) έχει πρωτίστως πρακτικό ή πληροφοριακό σκοπό: θέλει να ενημερώσει, να τεκμηριώσει, να καταγράψει. Η γλώσσα της τίθεται στην υπηρεσία της σαφήνειας και της ακρίβειας — δεν αποκλείεται να έχει και αισθητική αξία, αλλά αυτή δεν είναι ο πρωταρχικός της στόχος.
Η λογοτεχνική αφήγηση (μυθιστόρημα, διήγημα) έχει ως πρωταρχικό σκοπό την αισθητική εμπειρία: να συγκινήσει, να προβληματίσει, να χαρίσει στον αναγνώστη μια απόλαυση που πηγάζει από την ίδια την τέχνη της αφήγησης. Ο συγγραφέας εδώ έχει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στην οργάνωση του υλικού, στη γλώσσα, στους χαρακτήρες και στην πλοκή, ακριβώς επειδή δεν τον δεσμεύει η υποχρέωση να μείνει πιστός σε πραγματικά γεγονότα.
Τα όρια ανάμεσα στα δύο είδη δεν είναι πάντα απόλυτα. Υπάρχουν κείμενα βασισμένα σε αληθινές προφορικές μαρτυρίες —όπως εκείνες ανθρώπων που έζησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα και αφηγήθηκαν αργότερα την εμπειρία τους— τα οποία, παρότι στηρίζονται σε πραγματικά βιώματα, αποκτούν μέσα από την επεξεργασία τους λογοτεχνική αξία: η γλώσσα τους, παρότι απλή και προφορική, φτάνει να συγκινεί τον αναγνώστη με τρόπο ανάλογο μιας καλής λογοτεχνικής αφήγησης.
Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική· μας βοηθά, ως αναγνώστες, να διαβάζουμε κάθε κείμενο με τις κατάλληλες προσδοκίες — να μην αναζητούμε λογοτεχνική ομορφιά σε μια αστυνομική αναφορά ούτε αντικειμενική ακρίβεια σε ένα μυθιστόρημα — και, ως αφηγητές, να επιλέγουμε συνειδητά το είδος, το ύφος και τα εκφραστικά μέσα που ταιριάζουν στον σκοπό που κάθε φορά επιδιώκουμε.