1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Αφηγηματικό περιεχόμενο και αφηγηματική πράξη 🎭

Όταν κάποιος αφηγείται κάτι, στην πραγματικότητα συμβαίνουν δύο διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα: υπάρχουν τα ίδια τα γεγονότα που συνέβησαν, και υπάρχει ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κάποιος επέλεξε να τα διηγηθεί. Αυτά τα δύο φαίνονται στην αρχή αδιαχώριστα, όμως η θεωρία της αφήγησης τα ξεχωρίζει με σαφήνεια, γιατί το καθένα ακολουθεί τους δικούς του κανόνες και το καθένα εξηγεί διαφορετικά πράγματα για ένα αφηγηματικό κείμενο.

Δύο διαφορετικά επίπεδα σε κάθε αφήγηση

Φαντάσου ένα απλό συμβάν: ένας μαθητής ξεχνά την τσάντα του στο σχολικό λεωφορείο, το αντιλαμβάνεται όταν φτάνει σπίτι, τηλεφωνεί στο σχολείο, και τελικά ξαναβρίσκει την τσάντα την επόμενη μέρα. Αυτά τα γεγονότα —με αυτή τη σειρά, με αυτά τα πρόσωπα, με αυτή την έκβαση— αποτελούν το αφηγηματικό περιεχόμενο της ιστορίας. Είναι το «τι συνέβη» — υπάρχει έξω από κάθε συγκεκριμένη αφήγηση, σαν μια πρώτη ύλη γεγονότων που περιμένει να διηγηθεί.

Το πώς όμως θα διηγηθεί κανείς αυτό το συμβάν μπορεί να διαφέρει ριζικά. Ο ίδιος μαθητής μπορεί να το πει στη μητέρα του βιαστικά και ουδέτερα: «Ξέχασα την τσάντα στο λεωφορείο, την πήρα την άλλη μέρα». Μπορεί όμως να το αφηγηθεί στους φίλους του δραματοποιώντας κάθε λεπτό —τον πανικό που ένιωσε όταν κατάλαβε την απώλεια, την αγωνιώδη αναμονή του τηλεφωνήματος, την ανακούφιση της εύρεσης. Και οι δύο αφηγήσεις περιγράφουν ακριβώς τα ίδια γεγονότα, όμως ο τρόπος παρουσίασής τους —τι τονίζεται, τι παραλείπεται, με ποιο ύφος και ποια σειρά λέγεται— είναι εντελώς διαφορετικός. Αυτός ο τρόπος παρουσίασης είναι η αφηγηματική πράξη.

Μία ιστορία, άπειρες αφηγήσεις

Το ίδιο ακριβώς αφηγηματικό περιεχόμενο μπορεί να γεννήσει αμέτρητες διαφορετικές αφηγηματικές πράξεις. Ο μύθος του Οιδίποδα, για παράδειγμα, έχει διηγηθεί εκατοντάδες φορές μέσα στους αιώνες —σε τραγωδία, σε μυθιστόρημα, σε ταινία, σε ψυχαναλυτική μελέτη— και σε κάθε περίπτωση τα βασικά γεγονότα της ιστορίας μένουν ίδια, όμως ο τρόπος αφήγησης, το ύφος, η έμφαση και ο σκοπός αλλάζουν ριζικά ανάλογα με τον δημιουργό, την εποχή και το είδος του κειμένου.

Πώς ξεχωρίζουμε τα δύο επίπεδα στην πράξη

Η πιο καθαρή απόδειξη ότι πρόκειται πράγματι για δύο ξεχωριστά πράγματα είναι ότι το ίδιο ακριβώς περιστατικό μπορεί να καταγραφεί με εντελώς διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με το ποιος αφηγείται και σε ποιον απευθύνεται. Σκέψου ένα τροχαίο ατύχημα σε μια γειτονιά. Ένας αστυνομικός που συντάσσει την υπηρεσιακή αναφορά θα γράψει κάτι σαν αυτό:

«Στις 14.10, στη διασταύρωση των οδών Κύπρου και Ελευθερίας, το υπ' αριθμόν ΧΧΧ όχημα, κινούμενο με κατεύθυνση προς νότο, συγκρούστηκε με το υπ' αριθμόν ΨΨΨ όχημα. Δεν αναφέρθηκαν τραυματισμοί.»

Ο αυτόπτης μάρτυρας που διηγείται το ίδιο περιστατικό στους γείτονές του, το βράδυ της ίδιας μέρας, πιθανότατα θα πει κάτι εντελώς διαφορετικό ως προς την υφή, όχι όμως ως προς τα γεγονότα:

«Δεν φαντάζεστε τι είδα σήμερα το μεσημέρι! Ήμουν στο μπαλκόνι μου κι άκουσα ένα τρομερό "ΜΠΑΜ" — δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μπροστά στα μάτια μου! Η καρδιά μου πήγε να σταματήσει, νόμιζα ότι κάποιος θα ήταν χτυπημένος, ευτυχώς όμως βγήκαν κι οι δύο οδηγοί σώοι, μόνο τρομαγμένοι.»

Το αφηγηματικό περιεχόμενο και στις δύο περιπτώσεις είναι το ίδιο: σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, σε συγκεκριμένη ώρα και τόπο, χωρίς τραυματισμούς. Η αφηγηματική πράξη όμως διαφέρει σε όλα τα σημεία που μπορεί να διαφέρει μια αφήγηση: στο λεξιλόγιο (ουδέτερο και τεχνικό στην αναφορά, εκφραστικό και συναισθηματικό στη διήγηση), στο ύφος, στο τι προβάλλεται (η αντικειμενική καταγραφή απέναντι στο προσωπικό βίωμα) και φυσικά στον σκοπό: η αναφορά αποσκοπεί στην ακριβή καταγραφή για διοικητική χρήση, η διήγηση στο να μεταδώσει μια έντονη εμπειρία.

Ο αφηγητής ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στα γεγονότα και τον αναγνώστη

Το αφηγηματικό περιεχόμενο δεν φτάνει ποτέ στον αναγνώστη ή στον ακροατή απευθείας και «καθαρό». Φτάνει πάντα περασμένο μέσα από έναν αφηγητή, ο οποίος λειτουργεί σαν διαμεσολαβητής ανάμεσα στην ιστορία και στον δέκτη της. Αυτός ο διαμεσολαβητικός ρόλος δεν είναι ποτέ ουδέτερος ή αόρατος: κάθε αφηγητής, θέλοντας και μη, επιλέγει.

Επιλέγει ποια γεγονότα θα συμπεριλάβει και ποια θα αφήσει έξω· επιλέγει τη σειρά με την οποία θα τα παρουσιάσει (που δεν είναι υποχρεωτικά η χρονολογική σειρά με την οποία συνέβησαν)· επιλέγει σε ποιο σημείο θα σταθεί περισσότερο και ποιο θα το αναφέρει βιαστικά· επιλέγει το λεξιλόγιο και το ύφος που ταιριάζουν στον δέκτη και στον σκοπό του. Ακόμη κι όταν ο αφηγητής επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα —όπως στην υπηρεσιακή αναφορά του παραπάνω παραδείγματος— δεν παύει να κάνει επιλογές: αποφασίζει τι αξίζει να καταγραφεί ως «σχετικό» και τι όχι.

Γιατί ο αφηγητής δεν είναι ποτέ ίδιος με τον συγγραφέα

Σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, ο αφηγητής δεν πρέπει να ταυτίζεται αυτόματα με τον συγγραφέα του έργου. Ο συγγραφέας είναι το πραγματικό πρόσωπο που έγραψε το κείμενο· ο αφηγητής είναι μια φωνή που ο συγγραφέας κατασκευάζει μέσα στο κείμενο για να διηγηθεί την ιστορία —μπορεί να είναι ένα πρόσωπο της ιστορίας, μπορεί να είναι μια απόμακρη, «παντογνώστη» φωνή, μπορεί ακόμη και να έχει διαφορετικές αξίες και γνώμες από τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο διαχωρισμός αφηγητή και συγγραφέα είναι θεμελιώδης για τη σωστή ανάλυση κάθε αφηγηματικού κειμένου.

Ο ρόλος του σκοπού και του δέκτη στην αφηγηματική πράξη

Η αφηγηματική πράξη δεν διαμορφώνεται τυχαία. Καθορίζεται κυρίως από δύο παράγοντες που συνδέονται στενά μεταξύ τους: τον σκοπό που θέλει να πετύχει ο αφηγητής και τον δέκτη στον οποίο απευθύνεται.

ΠαράγονταςΤι επηρεάζει στην αφηγηματική πράξη
Σκοπός του αφηγητήΑν θέλει να ενημερώσει αντικειμενικά, να συγκινήσει, να διασκεδάσει, να πείσει ή να δικαιολογήσει κάτι
Δέκτης της αφήγησηςΠόσο εξοικειωμένος είναι με το θέμα, τι είδους σχέση έχει με τον αφηγητή, τι περιμένει να ακούσει
Περίσταση επικοινωνίαςΑν πρόκειται για επίσημη ή ανεπίσημη περίσταση, προφορική ή γραπτή αφήγηση

Στο παράδειγμα του τροχαίου ατυχήματος που είδαμε παραπάνω, ο σκοπός του αστυνομικού (ακριβής, επαληθεύσιμη καταγραφή για διοικητική χρήση) και ο δέκτης του (η υπηρεσία του) οδηγούν σε ένα ύφος συνοπτικό, ουδέτερο και τυποποιημένο. Ο σκοπός του αυτόπτη μάρτυρα (να μεταδώσει μια έντονη εμπειρία) και ο δέκτης του (οι γείτονες, σε ανεπίσημη συζήτηση) οδηγούν σε ένα ύφος εκφραστικό, προσωπικό και συναισθηματικά φορτισμένο. Το ίδιο ακριβώς μοτίβο ισχύει και σε πιο σύνθετες περιπτώσεις: ένας ιστορικός που αφηγείται ένα πολεμικό γεγονός για μια επιστημονική μελέτη θα επιλέξει διαφορετική αφηγηματική πράξη από έναν πεζογράφο που εμπνέεται από το ίδιο γεγονός για να γράψει ένα διήγημα — η ιστορία μπορεί να έχει κοινή αφετηρία, αλλά κάθε αφηγητής τη διαμορφώνει σύμφωνα με το δικό του κοινό και τον δικό του στόχο.

Γιατί έχει σημασία αυτή η διάκριση

Η διάκριση ανάμεσα σε αφηγηματικό περιεχόμενο και αφηγηματική πράξη είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται όλη η μελέτη της αφήγησης, γιατί δίνει δύο ξεχωριστά εργαλεία ανάλυσης. Όταν διαβάζουμε ένα αφηγηματικό κείμενο, μπορούμε πρώτα να αναζητήσουμε το «τι»: ποια γεγονότα συμβαίνουν, με ποια σειρά, σε ποια πρόσωπα. Έπειτα μπορούμε να στραφούμε στο «πώς»: ποιος αφηγείται, με ποιο ύφος, με ποιες επιλογές λεξιλογίου και δομής, για ποιον σκοπό και προς ποιον δέκτη. Η ίδια διάκριση είναι εξίσου χρήσιμη όταν γράφουμε τη δική μας αφήγηση: πρώτα αποφασίζουμε τι θα αφηγηθούμε, και ύστερα —εξίσου προσεκτικά— πώς θα το αφηγηθούμε, ώστε η αφηγηματική μας πράξη να ταιριάζει στον σκοπό και στον δέκτη που έχουμε κάθε φορά μπροστά μας.