Μεθόδευση της περιγραφής 🔍
Όταν περιγράφουμε κάτι, δεν αντιγράφουμε απλώς ό,τι βλέπουμε, σαν φωτογραφική μηχανή. Η περιγραφή είναι μια νοητική εργασία στην οποία επιλέγουμε, ιεραρχούμε και οργανώνουμε στοιχεία, ώστε ο αναγνώστης να σχηματίσει στο μυαλό του μια εικόνα όσο το δυνατόν πιο κοντινή σε αυτή που έχουμε εμείς. Αυτή η εργασία προετοιμασίας, πριν καν γραφτεί η πρώτη πρόταση, λέγεται μεθόδευση της περιγραφής και περιλαμβάνει τρία βασικά ερωτήματα: ποιον σκοπό εξυπηρετεί η περιγραφή μου, ποιες λεπτομέρειες θα κρατήσω και με ποια σειρά θα τις παρουσιάσω.
Ο σκοπός καθορίζει τα πάντα
Κάθε περιγραφή γράφεται για κάποιον λόγο, και αυτός ο λόγος είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πριν αρχίσουμε να γράφουμε. Ο γενικός σκοπός κάθε περιγραφής είναι να δώσει σε κάποιον την εικόνα ενός προσώπου, ενός αντικειμένου, ενός τόπου ή ενός γεγονότος που ο ίδιος δεν έχει μπροστά του. Πέρα όμως από αυτόν τον γενικό στόχο, κάθε περιγραφή έχει και έναν ειδικότερο σκοπό, που εξαρτάται από την περίσταση επικοινωνίας: γιατί γράφεται, σε ποιον απευθύνεται, πού θα δημοσιευτεί.
Σκεφτείτε τη διαφορά ανάμεσα σε τρία κείμενα που περιγράφουν το ίδιο ακριβώς σπίτι:
- Μια αγγελία πώλησης θα αναφέρει τετραγωνικά μέτρα, αριθμό δωματίων, όροφο και τιμή, γιατί ο σκοπός της είναι να πληροφορήσει γρήγορα έναν πιθανό αγοραστή.
- Μια λογοτεχνική περιγραφή του ίδιου σπιτιού, μέσα σε ένα διήγημα, θα σταθεί ίσως στο φως που μπαίνει από ένα παράθυρο ή στη μυρωδιά της παλιάς ξύλινης σκάλας, γιατί ο σκοπός εδώ είναι να δημιουργήσει συγκίνηση και ατμόσφαιρα.
- Μια τεχνική έκθεση μηχανικού θα καταγράψει την κατάσταση των τοίχων, τυχόν ρωγμές και την αντοχή της στέγης, γιατί ο σκοπός της είναι η αντικειμενική τεκμηρίωση.
Πολλοί μαθητές αρχίζουν να περιγράφουν προτού αποφασίσουν γιατί το κάνουν. Το αποτέλεσμα είναι κείμενα που αναφέρουν τυχαία ό,τι έρχεται στο μυαλό, χωρίς να ξέρουν ποιες λεπτομέρειες πραγματικά χρειάζεται ο αναγνώστης. Η πρώτη ερώτηση πριν γράψουμε ούτε μία λέξη πρέπει να είναι: «Σε ποιον απευθύνομαι και τι θέλω να πετύχω;»
Η επιλογή των λεπτομερειών
Κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να περιγραφεί εξ ολοκλήρου· πάντα κάτι μένει απέξω. Ένα δέντρο έχει αμέτρητα φύλλα, ένα πρόσωπο αμέτρητες πτυχές έκφρασης, ένα δωμάτιο αμέτρητα αντικείμενα. Επομένως, η περιγραφή είναι πάντα, εξ ορισμού, μια επιλογή: κρατάμε κάποια στοιχεία και αφήνουμε άλλα απέξω. Το κριτήριο αυτής της επιλογής δεν είναι τυχαίο· είναι ο σκοπός που έχουμε ήδη ορίσει.
Μόλις επιλέξουμε ποιες λεπτομέρειες θα συμπεριλάβουμε, πρέπει και να τις ιεραρχήσουμε. Δεν έχουν όλες την ίδια βαρύτητα:
- Κάποιες λεπτομέρειες προβάλλονται, γιατί είναι οι πιο χαρακτηριστικές ή οι πιο χρήσιμες για τον σκοπό μας.
- Άλλες υποτονίζονται, αναφέρονται δηλαδή πρόχειρα ή περιφερειακά.
- Κάποιες, τέλος, αποσιωπούνται εντελώς, γιατί δεν προσφέρουν τίποτα στον στόχο της περιγραφής.
Παράδειγμα: αν περιγράφουμε έναν παλιό φάρο για έναν τουριστικό οδηγό, θα προβάλουμε το ύψος του, το χρώμα του και τη θέα από την κορυφή του, γιατί αυτά ενδιαφέρουν τον επισκέπτη· θα αναφέρουμε ίσως πρόχειρα το υλικό κατασκευής· και θα παραλείψουμε λεπτομέρειες όπως ο τύπος των βιδών στο κιγκλίδωμα, που δεν έχουν καμία σημασία για τον σκοπό μας. Αν όμως ο ίδιος φάρος περιγράφεται σε μια τεχνική έκθεση συντήρησης, οι βίδες και τα υλικά γίνονται ξαφνικά το πιο σημαντικό στοιχείο.
Φανταστείτε την περιγραφή σαν φωτιστή θεάτρου: δεν φωτίζει ολόκληρη τη σκηνή με το ίδιο φως, αλλά ρίχνει δυνατό προβολέα σε ό,τι θέλει να προσέξει το κοινό και αφήνει τα υπόλοιπα στη σκιά. Ο συγγραφέας κάνει ακριβώς το ίδιο με τις λέξεις.
Η σειρά παρουσίασης
Η επιλογή των λεπτομερειών δεν αρκεί· χρειάζεται και μια λογική σειρά παρουσίασής τους, αλλιώς ο αναγνώστης μπερδεύεται και δεν μπορεί να συνθέσει την εικόνα. Δύο είναι οι πιο συχνές αρχές οργάνωσης μιας περιγραφής.
Από το γενικό στο ειδικό (παραγωγική πορεία)
Η πιο συνηθισμένη μέθοδος είναι να ξεκινάμε από μια γενική εικόνα του αντικειμένου —τι είναι, πώς μοιάζει συνολικά— και σταδιακά να προχωράμε στα επιμέρους στοιχεία που το συνθέτουν. Αυτή η πορεία, από το σύνολο προς τα μέρη, λέγεται παραγωγική και βοηθάει τον αναγνώστη να «τοποθετήσει» κάθε λεπτομέρεια μέσα σε ένα πλαίσιο που ήδη κατανοεί.
Παράδειγμα: αν περιγράφουμε ένα παλιό ρολόι τοίχου, δεν ξεκινάμε λέγοντας «ο δείκτης των λεπτών είναι λεπτός και μαύρος». Ξεκινάμε πρώτα με το σύνολο («ένα στρογγυλό ξύλινο ρολόι, περίπου σαράντα εκατοστών»), μετά περνάμε στα μεγάλα του μέρη («το καντράν, το εκκρεμές, το ξύλινο πλαίσιο») και μόνο στο τέλος φτάνουμε στις μικρότερες λεπτομέρειες («οι αριθμοί είναι χαραγμένοι με χρυσό χρώμα, οι δείκτες έχουν σχήμα φύλλου»). Όσο προχωράμε προς τα μερικότερα στοιχεία, τόσο περισσότερους προσδιορισμούς χρειάζονται —δεν λέμε πια απλώς «το πλαίσιο» αλλά «η επάνω γωνία του πλαισίου»— γιατί κάθε νέα λεπτομέρεια πρέπει να «κρεμαστεί» με ακρίβεια πάνω στο σύνολο που έχουμε ήδη σχεδιάσει.
Η χωροταξική σειρά
Μια δεύτερη, εξίσου βασική αρχή είναι η οργάνωση των στοιχείων με βάση τη θέση τους στον χώρο. Ο συγγραφέας διαλέγει μια σταθερή φορά κίνησης του βλέμματος και την ακολουθεί συνεπώς σε όλο το κείμενο, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί νοερά να «περπατήσει» μέσα στην περιγραφή χωρίς να χαθεί. Οι πιο συνηθισμένες χωροταξικές πορείες είναι:
| Φορά περιγραφής | Παράδειγμα εφαρμογής |
|---|---|
| Από πάνω προς τα κάτω | Περιγραφή μιας πολυκατοικίας: ξεκινάμε από τη στέγη και καταλήγουμε στην είσοδο |
| Από κάτω προς τα πάνω | Περιγραφή ενός δέντρου: από τις ρίζες στην κορυφή του |
| Από έξω προς τα μέσα | Περιγραφή ενός κτιρίου: πρώτα η πρόσοψη, μετά το εσωτερικό |
| Από αριστερά προς τα δεξιά | Περιγραφή μιας βιτρίνας καταστήματος |
| Από κοντά προς μακριά | Περιγραφή ενός τοπίου, σαν κάμερα που απομακρύνεται |
Η επιλογή της φοράς δεν είναι τυχαία· συνήθως ακολουθεί τον φυσικό τρόπο με τον οποίο θα αντιλαμβανόταν κανείς το αντικείμενο αν το είχε μπροστά του. Το σημαντικό είναι η συνέπεια: αν ξεκινήσουμε από πάνω προς τα κάτω, δεν γυρίζουμε ξαφνικά στη μέση του κειμένου να περιγράψουμε κάτι που είχαμε ήδη προσπεράσει, γιατί αυτό διαλύει την εικόνα που χτίζει σιγά σιγά ο αναγνώστης.
Το πιο συχνό λάθος στη χωροταξική περιγραφή είναι η ασυνέπεια: ο μαθητής ξεκινάει «από πάνω προς τα κάτω» αλλά στη μέση θυμάται κάτι που ξέχασε στην κορυφή και επιστρέφει εκεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που ο αναγνώστης δεν μπορεί να «δει» καθαρά, γιατί η φαντασία του πηγαινοέρχεται. Πριν γράψετε, σχεδιάστε νοερά τη διαδρομή του βλέμματος και μείνετε πιστοί σε αυτήν ως το τέλος.
Οργάνωση: το γενικό σχήμα μιας περιγραφής
Συνδυάζοντας τις δύο παραπάνω αρχές, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε ένα γενικό σχήμα οργάνωσης που ταιριάζει στις περισσότερες περιγραφές:
- Γενική παρουσίαση του αντικειμένου: τι είναι, ποια είναι η θέση του στον χώρο ή/και στον χρόνο.
- Τα κύρια μέρη ή γνωρίσματά του, παρουσιασμένα με μια σταθερή σειρά (χωροταξική συνήθως).
- Οι επιμέρους λεπτομέρειες κάθε μέρους, με ολοένα πιο συγκεκριμένους προσδιορισμούς.
Αυτό το σχήμα, όμως, δεν είναι καλούπι που ταιριάζει παντού. Η φύση του αντικειμένου καθορίζει ποια στοιχεία θα χρησιμοποιηθούν και ποια όχι. Αν, για παράδειγμα, περιγράφουμε ένα είδος ζώου σε ένα βιβλίο βιολογίας (π.χ. τον λύκο γενικά, όχι έναν συγκεκριμένο λύκο), δεν χρειάζεται προσδιορισμός συγκεκριμένου χώρου και χρόνου, αφού δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο ζώο αλλά για ολόκληρο το είδος. Το σχήμα προσαρμόζεται πάντα στον σκοπό και στο αντικείμενο της περιγραφής, δεν εφαρμόζεται μηχανικά.
Αντικειμενική και υποκειμενική περιγραφή
Μια τελευταία, καθοριστική επιλογή στη μεθόδευση αφορά τη στάση που παίρνει ο περιγράφων απέναντι στο αντικείμενό του.
Στην αντικειμενική περιγραφή, ο συγγραφέας καταγράφει όσο πιο πιστά γίνεται τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου, χωρίς να παρεμβάλλει προσωπικές εντυπώσεις, συναισθήματα ή κρίσεις. Χρησιμοποιεί ακριβή στοιχεία —μετρήσιμα μεγέθη, τεχνικούς όρους, ουδέτερο ύφος— και επιδιώκει η περιγραφή να είναι ίδια ανεξάρτητα από το ποιος τη γράφει. Τέτοιου τύπου κείμενα συναντάμε σε τεχνικές εκθέσεις, επιστημονικές καταγραφές, δικαστικά έγγραφα ή οδηγίες χρήσης, όπου η ακρίβεια είναι πιο σημαντική από την εντύπωση.
Στην υποκειμενική περιγραφή, αντίθετα, ο συγγραφέας δεν κρύβεται πίσω από τα γεγονότα: επιλέγει λεπτομέρειες, εικόνες και λέξεις που μεταφέρουν τη δική του ματιά, τη διάθεσή του, ακόμη και τα συναισθήματα που του προκαλεί αυτό που περιγράφει. Δύο άνθρωποι μπροστά στο ίδιο ηλιοβασίλεμα μπορεί να γράψουν εντελώς διαφορετικά κείμενα, γιατί καθένας «βλέπει» και νιώθει διαφορετικά. Αυτού του τύπου η περιγραφή κυριαρχεί στη λογοτεχνία και σε κάθε κείμενο που επιδιώκει να συγκινήσει ή να πείσει τον αναγνώστη.
Σκεφτείτε πώς θα περιέγραφαν το ίδιο παλιό σπίτι ένας πραγματογνώμονας ασφαλιστικής εταιρείας και ένας συγγραφέας που θυμάται εκεί τα παιδικά του χρόνια. Ο πρώτος θα γράψει «τοίχοι με ρωγμές πλάτους 2-3 εκατοστών, στέγη με σημεία διάβρωσης». Ο δεύτερος ίσως γράψει «οι τοίχοι έμοιαζαν να κρατούν ακόμη τις φωνές μας, παρόλο που ο χρόνος τους είχε χαράξει βαθιά». Το αντικείμενο είναι το ίδιο· η στάση του συγγραφέα απέναντί του είναι εντελώς διαφορετική.
Στην πράξη, πολλά κείμενα δεν είναι καθαρά αντικειμενικά ή υποκειμενικά, αλλά συνδυάζουν στοιχεία και των δύο, ανάλογα πάντα με τον σκοπό που εξυπηρετούν. Το ζητούμενο δεν είναι το ένα να είναι «σωστό» και το άλλο «λάθος», αλλά η επιλογή να ταιριάζει στην περίσταση: μια αγγελία πώλησης αυτοκινήτου χρειάζεται αντικειμενικότητα και σαφήνεια, ενώ ένα προσωπικό ημερολόγιο χωράει άνετα την υποκειμενική ματιά.
Πολύ συχνά νομίζουμε ότι όσες περισσότερες λεπτομέρειες βάλουμε, τόσο πιο ακριβής γίνεται η περιγραφή. Δεν ισχύει. Η ακρίβεια και η σαφήνεια εξαρτώνται από το αν οι λεπτομέρειες που επιλέξαμε είναι οι σωστές για τον σκοπό μας, όχι από το πλήθος τους. Μια περιγραφή γεμάτη άσχετες λεπτομέρειες μπερδεύει τον αναγνώστη περισσότερο από μια σύντομη αλλά καλά στοχευμένη περιγραφή. Σε πρακτικά κείμενα μάλιστα —όπως μια αγγελία ή ένα συμβόλαιο— η παράλειψη έστω και μιας κρίσιμης λεπτομέρειας (π.χ. ο ακριβής όρος «κυριότητα» αντί για «κατοχή» σε ένα συμβόλαιο αγοράς) μπορεί να έχει σοβαρές πρακτικές συνέπειες.
Ανακεφαλαίωση
Η μεθόδευση της περιγραφής είναι, στην ουσία, μια σειρά αποφάσεων που παίρνουμε πριν γράψουμε: γιατί περιγράφω αυτό το αντικείμενο, ποιες λεπτομέρειες αξίζει να κρατήσω, με ποια λογική σειρά θα τις παρουσιάσω και αν θα κρατήσω απόσταση από το αντικείμενο ή θα αφήσω να φανεί η δική μου ματιά. Όσο πιο συνειδητά παίρνονται αυτές οι αποφάσεις, τόσο πιο καθαρή, οργανωμένη και αποτελεσματική βγαίνει η τελική περιγραφή.