Προφορικός και Γραπτός Λόγος 🗣️
Κάθε φορά που μιλάμε ή γράφουμε χρησιμοποιούμε την ίδια γλώσσα, όμως δεν την αξιοποιούμε με τον ίδιο τρόπο. Όταν εξηγείς σε έναν φίλο στο διάλειμμα γιατί άργησες, ο λόγος σου βγαίνει αυθόρμητα, με κοφτές φράσεις, ίσως και με μια χειρονομία που δείχνει «τι να κάνω». Όταν γράφεις ένα σημείωμα στον καθηγητή σου εξηγώντας τον ίδιο λόγο, σκέφτεσαι τις λέξεις, διορθώνεις, δομείς το κείμενο. Πρόκειται για δύο εκδοχές της ίδιας γλώσσας —τον προφορικό και τον γραπτό λόγο— που διαφέρουν σε πολλά επίπεδα, ακριβώς επειδή γεννιούνται μέσα σε διαφορετικές συνθήκες επικοινωνίας.
Δύο διαφορετικοί τρόποι επικοινωνίας
Η βασική διαφορά ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο δεν αφορά μόνο τον «ήχο» απέναντι στο «γράμμα». Αφορά κυρίως τη σχέση ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη τη στιγμή της επικοινωνίας.
Στην προφορική επικοινωνία, ο πομπός και ο δέκτης βρίσκονται συνήθως στον ίδιο χώρο και στον ίδιο χρόνο: το μήνυμα φτάνει στον δέκτη την ίδια ακριβώς στιγμή που εκφωνείται. Γι' αυτό λέμε ότι ο προφορικός λόγος είναι άμεσος. Αντίθετα, στη γραπτή επικοινωνία ο πομπός γράφει ένα κείμενο που θα διαβαστεί από κάποιον απόντα δέκτη, ίσως ώρες, ίσως χρόνια αργότερα. Ο γραπτός λόγος είναι επομένως έμμεσος: μεσολαβεί χρόνος, απόσταση, ακόμη και η φυσική απουσία του ενός από τους δύο συνομιλητές.
Οι άνθρωποι μιλούν εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, όμως η γραφή εφευρέθηκε πριν από μόλις 5.000 περίπου χρόνια. Ο προφορικός λόγος είναι επομένως πολύ παλαιότερος από τον γραπτό — κάτι που εξηγεί γιατί μαθαίνουμε να μιλάμε φυσικά, χωρίς δασκάλους, ενώ τη γραφή τη διδασκόμαστε συστηματικά στο σχολείο.
Αυτή η διαφορά στον χώρο και τον χρόνο δεν είναι απλώς τεχνική λεπτομέρεια· καθορίζει σχεδόν όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των δύο μορφών λόγου.
Τα εξωγλωσσικά και παραγλωσσικά στοιχεία της ομιλίας
Όταν μιλάμε, δεν επικοινωνούμε μόνο με λέξεις. Φανταστείτε δύο μαθητές που λένε και οι δύο τη φράση «Ωραία, τα καταφέραμε»: ο ένας το λέει χαμογελώντας και χτυπώντας παλαμάκι, ο άλλος το λέει σέρνοντας τη φωνή του με ύφος ειρωνικό. Οι λέξεις είναι ίδιες, το νόημα εντελώς διαφορετικό. Αυτό συμβαίνει επειδή ο προφορικός λόγος συνοδεύεται πάντα από επιπλέον στοιχεία που ενισχύουν, διαφοροποιούν ή ακόμη και αντιστρέφουν το νόημα των λέξεων.
Τα στοιχεία αυτά χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:
| Κατηγορία | Τι περιλαμβάνει | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Παραγλωσσικά | Επιτονισμός, παύσεις, προφορά, ένταση φωνής | Η ίδια πρόταση «Θα έρθεις;» ακούγεται ως απλή ερώτηση ή ως έκπληξη ανάλογα με τον επιτονισμό |
| Εξωγλωσσικά | Χειρονομίες, κινήσεις σώματος, έκφραση προσώπου, βλέμμα, στάση/διάθεση | Ένα σήκωμα των φρυδιών που δείχνει απορία, μια παλάμη σηκωμένη που σημαίνει «σταμάτα» |
Ο επιτονισμός, ειδικότερα, δίνει πολύτιμες πληροφορίες: δείχνει τη διάθεση ή τη στάση του ομιλητή (θυμό, ειρωνεία, χαρά) και ταυτόχρονα βοηθά τον δέκτη να αναγνωρίσει το είδος της πρότασης —αν πρόκειται δηλαδή για ερώτηση, αναφώνημα ή απλή διαπίστωση— ακόμη κι όταν η σύνταξη από μόνη της δεν το ξεκαθαρίζει.
Μην ξεχνάς ότι το φανερό νόημα μιας πρότασης δεν είναι πάντα το πραγματικό. Η φράση «Κάνει πολύ κρύο εδώ μέσα» φαίνεται να είναι απλή διαπίστωση, όμως συχνά λειτουργεί ως έμμεση παράκληση — «σε παρακαλώ, κλείσε το παράθυρο». Ο δέκτης καταλαβαίνει αυτό το λανθάνον νόημα μέσα από τον τόνο της φωνής, την έκφραση του προσώπου και τα συμφραζόμενα της στιγμής — στοιχεία που ο γραπτός λόγος δεν διαθέτει με τον ίδιο τρόπο.
Στον γραπτό λόγο, όλα αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν. Ο συγγραφέας δεν έχει φωνή, βλέμμα ή χειρονομίες για να στηρίξει το μήνυμά του· έχει μόνο τις λέξεις, τη σειρά τους και τη στίξη. Γι' αυτό, όποιος γράφει πρέπει να αναπληρώσει με άλλα μέσα ό,τι στην ομιλία θα το έδειχνε ένα βλέμμα ή ένας τόνος φωνής: με ακριβέστερο λεξιλόγιο, με σαφέστερη σύνταξη, με προσεκτική στίξη.
Ο σχεδιασμός και η επιμέλεια του λόγου
Επειδή στην προφορική επικοινωνία ο δέκτης είναι συνήθως παρών, ο ομιλητής μιλάει πάνω στη στιγμή, χωρίς χρόνο να προετοιμάσει κάθε πρόταση: ο λόγος του είναι κατά κανόνα αυθόρμητος και απροσχεδίαστος. Αντίθετα, στη γραπτή επικοινωνία ο πομπός συνήθως διαθέτει χρόνο να σκεφτεί τι θα γράψει, να το ξαναδιαβάσει, να το διορθώσει πριν φτάσει στα μάτια του δέκτη. Ο γραπτός λόγος είναι επομένως κατά κανόνα προσχεδιασμένος και πιο επιμελημένος.
Αυτή η διαφορά στον σχεδιασμό αφήνει ίχνη σε πολλά επίπεδα της γλώσσας:
- Σύνταξη: Στον προφορικό λόγο κυριαρχούν σύντομες προτάσεις, συχνά ελλειπτικές ή ημιτελείς, ενωμένες κυρίως με παρατακτική σύνταξη — «Πήγα, είδα, έφυγα». Στον γραπτό λόγο συναντάμε συχνότερα μακροπερίοδο λόγο με υποτακτική σύνταξη, που δηλώνει σχέσεις αιτίας, σκοπού, προϋπόθεσης κ.λπ.
- Λεξιλόγιο: Η ομιλία χρησιμοποιεί συχνά γενικόλογες ή απλές λέξεις, «γεμίσματα» (ε, δηλαδή, ας πούμε) και επαναλήψεις, ενώ το γραπτό κείμενο επιτρέπει πιο ακριβές, επεξεργασμένο λεξιλόγιο, αφού ο συγγραφέας έχει χρόνο να διαλέξει τη σωστή λέξη.
- Νοηματική πυκνότητα: Ο γραπτός λόγος τείνει να είναι πιο πυκνός νοηματικά —λέει περισσότερα σε λιγότερες λέξεις— ενώ ο προφορικός είναι συνήθως πιο αναλυτικός και επαναληπτικός, ώστε ο δέκτης να προλάβει να παρακολουθήσει.
- Συνοχή: Στο γραπτό κείμενο χρησιμοποιούνται περισσότερες και πιο ποικίλες μεταβατικές λέξεις και φράσεις (επομένως, ωστόσο, εξάλλου) που συνδέουν λογικά τις προτάσεις. Στην ομιλία η συνοχή στηρίζεται περισσότερο στον επιτονισμό, στις παύσεις και στα συμφραζόμενα της στιγμής.
- Οργάνωση: Ένα γραπτό κείμενο έχει συνήθως ξεκάθαρη αρχή, ανάπτυξη και τέλος, με τις ιδέες σε λογική σειρά. Ο προφορικός λόγος οργανώνεται λιγότερο αυστηρά, αφού ο ομιλητής σκέφτεται καθώς μιλάει.
Μια συχνή παρανόηση είναι ότι οι ημιτελείς ή ελλειπτικές προτάσεις της ομιλίας είναι «λανθασμένη» χρήση της γλώσσας. Δεν είναι· είναι φυσικό χαρακτηριστικό του απροσχεδίαστου προφορικού λόγου, όπου ο ομιλητής διορθώνει την πρότασή του καθώς τη λέει. Το λάθος θα ήταν να μεταφέρουμε αυτή την προχειρότητα σε ένα γραπτό κείμενο που έχει προλάβει να ξαναδιαβαστεί.
Καλό είναι, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι «πιο επιμελημένος» δεν σημαίνει «καλύτερος» ή «ανώτερος». Πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικά είδη λόγου, καθένα προσαρμοσμένο στις δικές του συνθήκες επικοινωνίας — ο προφορικός εξυπηρετεί την άμεση, ζωντανή επαφή, ο γραπτός την ακρίβεια και τη διάρκεια.
Ο ενδιάμεσος χώρος: προσχεδιασμένος προφορικός λόγος
Δεν είναι όλος ο προφορικός λόγος απροσχεδίαστος. Μια ομιλία σε εκδήλωση, μια εισήγηση σε συνέδριο ή ένας πολιτικός λόγος είναι προφορικός λόγος που έχει γραφτεί ή προετοιμαστεί εκ των προτέρων — συνδυάζει δηλαδή τον σχεδιασμό του γραπτού λόγου με την εκφορά του προφορικού. Πρόκειται για ένα μεικτό είδος, ανάμεσα στους δύο πόλους, που δανείζεται χαρακτηριστικά και από τους δύο: την επιμέλεια του γραπτού λόγου στο περιεχόμενο, αλλά και τον επιτονισμό, τις παύσεις, τις χειρονομίες του προφορικού στην απόδοση.
Η μονιμότητα του γραπτού λόγου
Ο προφορικός λόγος είναι από τη φύση του εφήμερος: μόλις ειπωθεί, χάνεται· μένει μόνο όσο τον συγκρατεί η μνήμη του δέκτη. Ο γραπτός λόγος, αντίθετα, είναι μόνιμος: το κείμενο παραμένει αναλλοίωτο πάνω στο χαρτί ή την οθόνη, μπορεί να διαβαστεί, να ξαναδιαβαστεί, να μελετηθεί ξανά και ξανά, ακόμη και αιώνες μετά τη συγγραφή του.
Η τεχνολογία έδωσε στον προφορικό λόγο κάτι που παλιότερα δεν είχε: τη δυνατότητα να «παγώνει» στον χρόνο. Με τη μαγνητοφώνηση ή τη βιντεοσκόπηση μπορούμε να ακούσουμε ξανά και ξανά μια ομιλία σαν να ήταν γραπτό κείμενο. Όταν μεταφέρουμε αυτή την ηχογράφηση σε γραπτή μορφή —λέξη προς λέξη, μαζί με σύμβολα για τις παύσεις και τον τονισμό της φωνής— λέμε ότι την απομαγνητοφωνούμε.
Η απομαγνητοφώνηση δείχνει καθαρά πόσο διαφορετικός είναι ο προφορικός λόγος από τον γραπτό όταν αποτυπωθεί ακριβώς όπως ειπώθηκε: γεμάτος παύσεις, επαναλήψεις, αυτοδιορθώσεις και ημιτελείς φράσεις — στοιχεία απόλυτα φυσικά στην ομιλία, που όμως θα ξένιζαν σε ένα τυπωμένο κείμενο.
Όταν ένα τέτοιο απομαγνητοφωνημένο κείμενο πρόκειται να δημοσιευτεί —π.χ. τα πρακτικά ενός συνεδρίου ή μια συνέντευξη σε περιοδικό— δεν δημοσιεύεται όπως ακριβώς ηχογραφήθηκε. Υφίσταται μια διευθέτηση (ή μεταγραφή): προστίθεται στίξη, ο λόγος χωρίζεται σε παραγράφους και αφαιρούνται τα γνωρίσματα της προφορικότητας που θα δυσκόλευαν τον αναγνώστη — επαναλήψεις, «γεμίσματα» όπως το «ε» και το «ας πούμε», ημιτελείς προτάσεις. Έτσι το προφορικό υλικό μετατρέπεται σε κείμενο που διαβάζεται άνετα, χωρίς όμως να αλλάζει το περιεχόμενο όσων ειπώθηκαν.
Στη διευθέτηση ενός απομαγνητοφωνημένου κειμένου επιτρέπεται να αφαιρέσουμε «γεμίσματα» και επαναλήψεις και να προσθέσουμε στίξη και παραγράφους. Δεν επιτρέπεται να αλλάξουμε λέξεις, να προσθέσουμε ιδέες που δεν ειπώθηκαν ή να αλλοιώσουμε το νόημα των όσων είπε ο ομιλητής. Η διευθέτηση αφορά τη μορφή, όχι το περιεχόμενο.
Ο τελεστικός λόγος: όταν το να μιλάς είναι σαν να πράττεις
Υπάρχουν φράσεις που δεν περιγράφουν απλώς κάτι, αλλά το πραγματοποιούν τη στιγμή που εκφωνούνται. Όταν ένας μάρτυρας λέει «Ορκίζομαι να πω την αλήθεια», δεν περιγράφει έναν όρκο — δίνει όρκο εκείνη τη στιγμή, με την ίδια την εκφώνηση της φράσης. Το ίδιο συμβαίνει όταν ο πρόεδρος ενός δικαστηρίου λέει «Ο κατηγορούμενος κρίνεται αθώος» ή όταν ένας ιερέας λέει «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού». Αυτή η ιδιαίτερη λειτουργία της γλώσσας, όπου η εκφώνηση μιας φράσης ισοδυναμεί με την τέλεση μιας πράξης, ονομάζεται λεκτική πράξη, και ο λόγος μέσα από τον οποίο συντελείται ονομάζεται τελεστικός λόγος.
Σε πολλές περιπτώσεις, για να «πιάσει» μια λεκτική πράξη, δεν αρκεί μόνο η σωστή φράση: χρειάζεται και το πρόσωπο που τη λέει να έχει την κατάλληλη ιδιότητα ή εξουσιοδότηση. Αν ένας τυχαίος περαστικός πει «Ο κατηγορούμενος κρίνεται αθώος», τα λόγια του δεν έχουν καμία ισχύ — η ίδια φράση από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, όμως, αλλάζει πραγματικά τη νομική κατάσταση του κατηγορουμένου.
Ο τελεστικός λόγος δεν περιορίζεται στην ομιλία· υπάρχει και στον γραπτό λόγο. Ένα πιστοποιητικό σπουδών, μια βεβαίωση ή μια δήλωση δεν ενημερώνουν απλώς για κάτι — πιστοποιούν, βεβαιώνουν ή δηλώνουν κάτι, δηλαδή εκτελούν μια πράξη μέσω της γραφής τους. Μια απλή αφηγηματική πρόταση, αντίθετα —όπως «Μου υποσχέθηκε ότι θα έρθει», που περιγράφει μια υπόσχεση χωρίς να τη δίνει η ίδια τη στιγμή που γράφεται— μεταφέρει απλώς μια πληροφορία, χωρίς να «πράττει» τίποτα.
Ο τελεστικός λόγος είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα του πόσο δυνατή μπορεί να είναι η γλώσσα: μια απλή πρόταση, ειπωμένη από το κατάλληλο πρόσωπο στην κατάλληλη στιγμή, μπορεί να παντρέψει δύο ανθρώπους, να καταδικάσει έναν κατηγορούμενο ή να δώσει σε κάποιον ένα όνομα.
Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των δύο μορφών λόγου
Κανένας από τους δύο τύπους λόγου δεν είναι ανώτερος από τον άλλο· καθένας έχει τα δικά του πλεονεκτήματα, ανάλογα με τον σκοπό της επικοινωνίας.
Ο προφορικός λόγος πλεονεκτεί επειδή επιτρέπει άμεση αλληλεπίδραση: ο δέκτης, όντας παρών, μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις, να διακόψει, να αντιδράσει αμέσως, ενώ ο ομιλητής μπορεί να προσαρμόσει τον λόγο του ανάλογα με την αντίδραση που βλέπει. Τα παραγλωσσικά και εξωγλωσσικά στοιχεία (τόνος, βλέμμα, χειρονομίες) προσθέτουν εκφραστικότητα που ο γραπτός λόγος δύσκολα φτάνει. Το μειονέκτημά του είναι ακριβώς η εφήμερη φύση του και η μειωμένη ακρίβεια —αφού ο ομιλητής δεν προλαβαίνει πάντα να διατυπώσει με σαφήνεια αυτό που θέλει να πει.
Ο γραπτός λόγος πλεονεκτεί στην ακρίβεια, τη μονιμότητα και τη δυνατότητα να φτάσει σε δέκτη μακρινό στον χρόνο ή στον χώρο, χωρίς να χρειάζεται φυσική παρουσία. Ο συγγραφέας έχει τον χρόνο να επεξεργαστεί προσεκτικά το μήνυμά του, γνωρίζοντας ότι ο δέκτης δεν θα έχει την ευκαιρία να ζητήσει άμεσα διευκρινίσεις. Το μειονέκτημά του είναι η απουσία της ζωντανής επαφής και των εξωγλωσσικών στοιχείων, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις όταν η διατύπωση δεν είναι απόλυτα σαφής.
Μια συχνή παγίδα είναι να θεωρήσουμε τον γραπτό λόγο ανώτερο επειδή είναι πιο επιμελημένος. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δύο εργαλεία επικοινωνίας φτιαγμένα για διαφορετικές συνθήκες: ο προφορικός λόγος υπηρετεί την άμεση, ζωντανή επαφή· ο γραπτός την ακρίβεια, τη μονιμότητα και την επικοινωνία από απόσταση. Η επιλογή του κατάλληλου εξαρτάται πάντα από την περίσταση επικοινωνίας.
Το να κατανοήσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους δύο τύπους λόγου δεν είναι απλώς θεωρητικό ζήτημα: μας βοηθά να επιλέγουμε κάθε φορά τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης — να ξέρουμε πότε μια σύντομη, αυθόρμητη φράση αρκεί και πότε χρειαζόμαστε ένα προσεκτικά δομημένο κείμενο.