Οι οπτικές της γλώσσας 🔭
Το ίδιο γεγονός μπορεί να ειπωθεί με δέκα διαφορετικούς τρόπους — και κανένας από αυτούς δεν είναι «αντικειμενικός». Κάθε φορά που μιλάμε ή γράφουμε, δεν μεταφέρουμε απλώς μια πληροφορία· διαλέγουμε —συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε— λέξεις που κουβαλούν τη δική μας στάση, τα δικά μας συναισθήματα, τα δικά μας συμφέροντα απέναντι σε αυτό που περιγράφουμε. Αυτό σημαίνει ότι η γλώσσα δεν είναι ποτέ ένας ουδέτερος καθρέφτης της πραγματικότητας: είναι πάντα φορτισμένη με την οπτική του ομιλητή.
Η γλώσσα δείχνει και κρύβει ταυτόχρονα
Όταν διηγούμαστε ένα γεγονός, η γλώσσα μάς εξυπηρετεί με έναν διπλό, αντιφατικό τρόπο. Από τη μία, αποκαλύπτει: μας επιτρέπει να δούμε πώς ένας συγκεκριμένος άνθρωπος βιώνει, νιώθει και κρίνει αυτό που περιγράφει — η επιλογή των λέξεών του μαρτυρά τη δική του σχέση με το θέμα. Από την άλλη, ακριβώς επειδή δείχνει τη δική του οπτική, κρύβει ταυτόχρονα τις υπόλοιπες οπτικές που θα μπορούσαν να υπάρχουν για το ίδιο ακριβώς γεγονός. Το αποτέλεσμα είναι ότι η «αλήθεια» ενός συμβάντος διασπείρεται σε πολλές, εν μέρει αντικρουόμενες, γλωσσικές εκδοχές — και καμία από αυτές, μόνη της, δεν την εξαντλεί.
Σκέψου πώς περιγράφεται μια απεργία διαρκείας σε ένα εργοστάσιο από τρεις διαφορετικές πλευρές. Οι απεργοί θα μιλήσουν για αγώνα και δίκαιο αίτημα. Η διοίκηση της επιχείρησης θα μιλήσει για παράνομη στάση εργασίας που ζημιώνει την παραγωγή. Μια εφημερίδα που θέλει να μείνει ουδέτερη θα γράψει απλώς ότι «οι εργαζόμενοι διέκοψαν την εργασία τους». Τρεις εκδοχές του ίδιου γεγονότος, τρεις εντελώς διαφορετικές λέξεις — καμία τυχαία.
Πώς φαίνεται η οπτική μέσα στις λέξεις
Η υποκειμενικότητα του ομιλητή δεν εμφανίζεται μόνο όταν λέει κάτι ψευδές· εμφανίζεται πολύ πιο συχνά μέσα από τον τρόπο που ονομάζει κάτι αληθινό. Δύο βασικοί μηχανισμοί δείχνουν πώς η γλώσσα «φορτίζεται» με οπτική:
α) Διαφορετικά ονόματα για το ίδιο πράγμα. Το ίδιο γεγονός μπορεί να ονομαστεί με λέξεις που το παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικά, ανάλογα με το ποιος μιλάει και ποιο συμφέρον ή συναίσθημα εκφράζει. Μια εταιρεία που απολύει προσωπικό μπορεί να πει ότι «προχώρησε σε αναδιάρθρωση του προσωπικού» — μια ουδέτερη, σχεδόν τεχνική διατύπωση που συγκαλύπτει το ανθρώπινο κόστος της απόφασης. Οι απολυμένοι εργαζόμενοι, όμως, θα περιγράψουν το ίδιο ακριβώς γεγονός λέγοντας ότι «τους πέταξαν στον δρόμο» — μια διατύπωση εξίσου αληθινή, αλλά φορτισμένη με την οργή και την αδικία που βιώνουν οι ίδιοι. Δεν λέει ψέματα κανείς από τους δύο· απλώς ο καθένας διαλέγει τις λέξεις που ταιριάζουν στη δική του θέση μέσα στο γεγονός.
β) Διαφορετική φόρτιση της ίδιας λέξης. Ακόμη και όταν όλοι χρησιμοποιούν την ίδια ακριβώς λέξη, δεν εννοούν το ίδιο πράγμα, γιατί η λέξη γεμίζει με νόημα από την προσωπική εμπειρία του καθενός. Η λέξη «ελευθερία», για παράδειγμα, δεν σημαίνει το ίδιο για έναν έφηβο που διαμαρτύρεται επειδή οι γονείς του θέτουν όριο στην ώρα επιστροφής στο σπίτι και για έναν πολίτη που έχει ζήσει υπό καθεστώς λογοκρισίας και δίωξης. Η λέξη είναι μία· το βίωμα πίσω από αυτήν είναι τελείως διαφορετικό — και αυτό ακριβώς το βίωμα είναι που «χρωματίζει» τη λέξη κάθε φορά που τη χρησιμοποιεί κάποιος.
Μην μπερδεύεις τη διαφορετική οπτική με το ψέμα. Όταν κάποιος περιγράφει ένα γεγονός με τη δική του οπτική, συνήθως δεν λέει κάτι αναληθές — απλώς επιλέγει ποιο κομμάτι της αλήθειας θα φωτίσει και με ποιες λέξεις. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη οπτικής (κάθε ομιλητής έχει μία, αναπόφευκτα)· το πρόβλημα είναι να περνάει μια μεροληπτική διατύπωση για «την» απόλυτη και μοναδική αλήθεια.
Ο ίδιος άνθρωπος, πολλές εικόνες
Η διαφορά οπτικής δεν εμφανίζεται μόνο ανάμεσα σε αντίπαλες πλευρές (π.χ. εργοδότη - εργαζόμενο)· εμφανίζεται και ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία αντίθεση συμφερόντων μεταξύ τους, απλώς σχετίζονται διαφορετικά με το ίδιο πρόσωπο. Φαντάσου πώς περιγράφεται ένας δεκαπεντάχρονος μαθητής, ονόματι Μάρκος, από τους ανθρώπους γύρω του: οι καθηγητές του στο σχολείο τον θεωρούν ανήσυχο και δύσκολο στη διαχείριση μέσα στην τάξη· η γιαγιά του τον θεωρεί το πιο έξυπνο και ζωντανό απ' όλα τα εγγόνια της· οι φίλοι του τον θεωρούν τον πιο διασκεδαστικό της παρέας· ένας γείτονας που δεν τον συμπαθεί τον λέει «αυθάδη». Ο Μάρκος είναι ένας και μοναδικός άνθρωπος — όμως στα λόγια των ανθρώπων γύρω του γίνεται σχεδόν πέντε διαφορετικά πρόσωπα, γιατί ο καθένας τον βλέπει μέσα από τη δική του σχέση μαζί του.
Παρατήρησε πώς αλλάζει ακόμη και το ίδιο το όνομα ενός ανθρώπου ανάλογα με το ποιος μιλάει: ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να είναι «Γιώργος» στη ληξιαρχική πράξη, «Γιωργάκης» για τη μητέρα του, «Γεωργαντάς» για τον παππού του σε στιγμές τρυφερότητας, και «ρε φίλε» για την παρέα του. Η επιλογή του ονόματος δεν είναι τυχαία — δηλώνει τη σχέση και τη στάση του ομιλητή απέναντι στο πρόσωπο.
Το ίδιο πρόσωπο αλλάζει ύφος ανάλογα με τον αποδέκτη
Η οπτική δεν διαφοροποιείται μόνο ανάμεσα σε διαφορετικούς ομιλητές· αλλάζει και μέσα στον ίδιο ομιλητή, ανάλογα με το πού και σε ποιον απευθύνεται. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να περιγράφει το ίδιο γεγονός με εντελώς διαφορετικό ύφος, επιλέγοντας κάθε φορά τις λέξεις που τον συμφέρουν ή που ταιριάζουν στην περίσταση:
| Περίσταση | Διατύπωση |
|---|---|
| Σε συνέντευξη για δουλειά, μιλώντας για τον εαυτό του | «Είμαι άτομο με πρωτοβουλία και αντέχω στην πίεση.» |
| Σε φίλο, μιλώντας ειλικρινά για το ίδιο θέμα | «Βασικά αγχώνομαι εύκολα, αλλά τα καταφέρνω πάντα κατά κάποιον τρόπο.» |
| Σε αίτηση, περιγράφοντας μια καθυστέρηση δική του | «Λόγω απρόβλεπτων συνθηκών, δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη υποβολή.» |
| Σε φίλο, περιγράφοντας την ίδια καθυστέρηση | «Το ξέχασα τελείως και το θυμήθηκα την τελευταία στιγμή.» |
Το γεγονός είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις κάθε γραμμής· αυτό που αλλάζει είναι ο αποδέκτης, και μαζί του η οπτική με την οποία επιλέγει να παρουσιάσει τον εαυτό του ο ομιλητής.
Όταν εσύ ο ίδιος γράφεις έναν κανονισμό, μια ανακοίνωση ή μια επιστολή, το ύφος που θα διαλέξεις (αυστηρό, ήπιο, επιεικές) δεν μπορεί να είναι ασύνδετο με το πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφεις. Ένας κανονισμός λέσχης νέων δεν γράφεται με το ίδιο ύφος με έναν στρατιωτικό κανονισμό — ακόμη κι αν και οι δύο απαγορεύουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η επιλογή του ύφους είναι η δική σου οπτική πάνω στο πώς πρέπει να λειτουργεί ο θεσμός για τον οποίο γράφεις.
Γιατί έχει σημασία να το αναγνωρίζεις
Το να αντιλαμβάνεσαι ότι κάθε διατύπωση κουβαλάει μια οπτική δεν είναι απλώς μια θεωρητική παρατήρηση για τη γλώσσα· είναι δεξιότητα κριτικής σκέψης που χρησιμοποιείς καθημερινά. Όταν διαβάζεις μια είδηση, μια διαφήμιση ή ακούς δύο ανθρώπους να περιγράφουν τον ίδιο καβγά με εντελώς αντίθετο τρόπο, το να αναγνωρίζεις ότι πίσω από τις λέξεις κρύβεται πάντα μια στάση σε βοηθά να μη δέχεσαι μία μόνο εκδοχή ως «την» αλήθεια, αλλά να αναζητάς τις υπόλοιπες οπτικές πριν κρίνεις. Και όταν γράφεις εσύ ο ίδιος —μια περιγραφή, μια αφήγηση, μια επιστολή— το να ξέρεις ότι διαλέγεις οπτική σε κάνει πιο συνειδητό συγγραφέα: ξέρεις γιατί επέλεξες τη μία λέξη κι όχι μια άλλη, εξίσου αληθινή.