Κοινωνικές γλωσσικές ποικιλίες 🗣️
Όταν ακούμε δύο ανθρώπους να μιλούν ελληνικά, δεν σημαίνει ότι μιλούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ένας έφηβος που στέλνει μήνυμα σε φίλο του, ένας γιατρός που γράφει ιατρικό ιστορικό και μια γιαγιά που αφηγείται μια ιστορία δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τον ίδιο τρόπο — παρόλο που όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα και ίσως μένουν στην ίδια γειτονιά. Αυτές οι διαφορές δεν οφείλονται στην καταγωγή ή στον τόπο κατοικίας τους (αυτό θα ήταν γεωγραφική ποικιλία), αλλά σε άλλους παράγοντες: την ηλικία τους, τις σπουδές τους, το επάγγελμά τους, το φύλο τους, ακόμη και τη συγκεκριμένη περίσταση στην οποία μιλούν. Αυτού του είδους οι διαφοροποιήσεις ονομάζονται κοινωνικές γλωσσικές ποικιλίες (ή κοινωνικές διάλεκτοι).
Οι γλωσσολόγοι συνηθίζουν να παρομοιάζουν τις γεωγραφικές ποικιλίες με μια οριζόντια κατάταξη — σαν να απλώνονται πάνω σε έναν χάρτη, από τόπο σε τόπο. Τις κοινωνικές ποικιλίες τις παρομοιάζουν με μια κάθετη κατάταξη — σαν να διατρέχουν την ίδια γεωγραφική περιοχή από πάνω προς τα κάτω, ανάλογα με την ηλικία, τη μόρφωση, το επάγγελμα κ.ο.κ. Δύο άνθρωποι στην ίδια πολυκατοικία μπορεί να μη διαφέρουν καθόλου γεωγραφικά, αλλά να διαφέρουν πολύ κοινωνικά ως προς τη γλώσσα τους.
Σε αντίθεση με τις γεωγραφικές ποικιλίες, που σήμερα τείνουν να περιορίζονται λόγω της τηλεόρασης, του διαδικτύου και της εκπαίδευσης που εξομαλύνουν τις τοπικές διαφορές, οι κοινωνικές ποικιλίες δεν εξαφανίζονται — αντίθετα, ανανεώνονται συνεχώς. Κάθε γενιά, κάθε επάγγελμα, κάθε κοινωνική ομάδα δημιουργεί τους δικούς της γλωσσικούς τρόπους έκφρασης.
Γλώσσα και ηλικία 👶👴
Η ηλικία είναι ίσως ο πιο εύκολα αναγνωρίσιμος παράγοντας κοινωνικής διαφοροποίησης. Κάθε γενιά διαμορφώνει το δικό της λεξιλόγιο, ιδίως γύρω από τη μόδα, την τεχνολογία και τη διασκέδαση.
Σκεφτείτε πόσο διαφορετικά θα περιέγραφε ένας δεκαπεντάχρονος και ο παππούς του το ίδιο γεγονός: «Έκανα σκρολάρισμα μια ώρα και δεν είδα τίποτα ενδιαφέρον, μετά κόλλησα σε ένα βίντεο και το binge-άρισα όλο» θα πει ο έφηβος, ενώ ο παππούς πιθανότατα δεν θα καταλάβει καν τι σημαίνει «σκρολάρισμα». Αντίστροφα, λέξεις όπως «πικάπ», «γραμμόφωνο» ή «μελανοδοχείο» είναι απόλυτα φυσικές για μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά για έναν έφηβο σήμερα ακούγονται σχεδόν εξωτικές — τις γνωρίζει το πολύ από αφηγήσεις ή ταινίες.
Αυτό δεν αφορά μόνο τις λέξεις για νέα αντικείμενα. Αφορά και τον τρόπο σχηματισμού νέων λέξεων: οι νεότερες γενιές δημιουργούν συχνά αργκό συνδυάζοντας ελληνικά με αγγλικά (greeklish στοιχεία), ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες κρατούν πιο σταθερό, «καθιερωμένο» λεξιλόγιο.
Ένα συνηθισμένο λάθος είναι να θεωρούμε την αργκό των νέων «κακά ελληνικά» ή «φτωχή γλώσσα». Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πλήρως λειτουργική γλωσσική ποικιλία, με τους δικούς της κανόνες, που εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό: να δηλώσει την ταυτότητα μιας ομάδας και να διαφοροποιήσει τα μέλη της από τους «άλλους» (ενήλικες, καθηγητές κ.ά.). Το ίδιο άτομο που μιλά αργκό με τους φίλους του, μιλά συνήθως πολύ διαφορετικά στην τάξη ή σε μια επίσημη συνέντευξη — και αυτό είναι σημάδι γλωσσικής ευελιξίας, όχι ελλιπούς γνώσης.
Γλώσσα και μόρφωση 🎓
Η εκπαίδευση που έχει λάβει κανείς επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται, ιδίως όταν πρόκειται για την περιγραφή εξειδικευμένων θεμάτων. Ένας άνθρωπος με πανεπιστημιακές σπουδές έχει συνήθως στη διάθεσή του πιο αφηρημένο λεξιλόγιο και πιο σύνθετη σύνταξη· ένας άνθρωπος χωρίς πολλά χρόνια σχολικής εκπαίδευσης εκφράζεται συχνά με πιο απλές προτάσεις και πιο συγκεκριμένο λεξιλόγιο, χωρίς αυτό να σημαίνει φτωχότερη σκέψη.
Φανταστείτε δύο εργαζόμενους στο ίδιο εργοστάσιο ζαχαροπλαστικής, που περιγράφουν και οι δύο το ίδιο πρόβλημα σε μια μηχανή: ο μηχανικός με πτυχίο ίσως πει «Παρατηρείται διακύμανση στη θερμοκρασία ζύμωσης, η οποία επηρεάζει την ομοιογένεια του μείγματος». Ο συνάδελφός του, με χρόνια εμπειρίας αλλά χωρίς τεχνικές σπουδές, ίσως περιγράψει το ίδιο πρόβλημα λέγοντας «Κάτι δεν πάει καλά με τη ζέστη στο μηχάνημα, βγαίνει η ζύμη αλλού σφιχτή κι αλλού μαλακή». Και οι δύο περιγραφές είναι σωστές και κατανοητές· διαφέρουν στο επίπεδο αφαίρεσης και στην τεχνική ορολογία, όχι στην ορθότητα.
Κάθε επιστημονικός ή τεχνικός κλάδος αναπτύσσει τη δική του εξειδικευμένη ορολογία — αυτό που ονομάζουμε ειδική γλώσσα ή ορολογία. Η γνώση αυτής της ορολογίας λειτουργεί σχεδόν σαν κλειδί εισόδου σε μια επαγγελματική ομάδα: όποιος τη χρησιμοποιεί σωστά αναγνωρίζεται αμέσως ως «μέλος», ενώ όποιος δεν την ξέρει καταλαβαίνει αμέσως ότι βρίσκεται εκτός του κλάδου.
Γλώσσα και κοινωνική ομάδα / τάξη 🏙️
Η κοινωνική θέση ενός ανθρώπου —το επάγγελμά του, το εισόδημά του, το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε— αφήνει επίσης το αποτύπωμά της στον τρόπο ομιλίας του. Σε πολλές κοινωνίες παρατηρείται το φαινόμενο κάποιοι άνθρωποι να αλλάζουν συνειδητά τον τρόπο που μιλούν —προφορά, λεξιλόγιο, ακόμη και τη χροιά της φωνής τους— προκειμένου να «ταιριάξουν» με μια κοινωνική ομάδα στην οποία θέλουν να ενταχθούν, είτε αυτή είναι ανώτερη είτε απλώς διαφορετική από αυτή στην οποία μεγάλωσαν.
Αυτή η αλλαγή δεν είναι πάντα εύκολη ή χωρίς κόστος. Κάποιος που αλλάζει τον τρόπο ομιλίας του για να ενταχθεί σε ένα νέο περιβάλλον (π.χ. στο πανεπιστήμιο ή σε μια νέα δουλειά) μπορεί να νιώσει ότι απομακρύνεται από την οικογένεια και τους παλιούς φίλους του, οι οποίοι εξακολουθούν να μιλούν με τον «παλιό» τρόπο. Πολλοί άνθρωποι λύνουν αυτό το δίλημμα γινόμενοι ουσιαστικά «δίγλωσσοι» μέσα στην ίδια γλώσσα: χρησιμοποιούν ένα πιο επίσημο ύφος στη δουλειά ή στο σχολείο και επιστρέφουν στον οικείο, καθημερινό τρόπο ομιλίας στο σπίτι ή με την παρέα.
Είναι σύνηθες λάθος να θεωρούμε ότι η γλώσσα μιας κοινωνικά «ανώτερης» ομάδας είναι από μόνη της καλύτερη ή σωστότερη ελληνικά. Γλωσσολογικά, καμία κοινωνική ποικιλία δεν είναι ανώτερη από μια άλλη — όλες είναι εξίσου ικανές να εκφράσουν σύνθετες σκέψεις. Αυτό που αλλάζει είναι το κοινωνικό κύρος (το πόσο «αποδεκτή» θεωρείται μια ποικιλία σε επίσημα περιβάλλοντα), όχι η γλωσσική της αξία.
Γλώσσα και φύλο ⚖️
Πολλοί κοινωνιογλωσσολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι το φύλο του ομιλητή μπορεί επίσης να επηρεάσει τις γλωσσικές επιλογές του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος αυστηρός κανόνας. Σε αρκετές μελέτες έχει καταγραφεί η τάση οι γυναίκες να χρησιμοποιούν συχνότερα εκφράσεις που θεωρούνται κοινωνικά πιο «προσεγμένες» ή τυπικές, ενώ οι άνδρες φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη ελευθερία να αποκλίνουν από τον «καθιερωμένο» τρόπο ομιλίας χωρίς να αντιμετωπίζουν έντονη κοινωνική κριτική. Οι ερμηνείες που έχουν προταθεί συνδέουν το φαινόμενο με τις κοινωνικές προσδοκίες και πιέσεις που δέχεται κάθε φύλο, παρά με κάποια «φυσική» διαφορά στη γλωσσική ικανότητα.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τέτοιες παρατηρήσεις περιγράφουν τάσεις σε επίπεδο κοινωνικών ομάδων, όχι απόλυτους κανόνες για κάθε άτομο ξεχωριστά — υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις, και οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από το φύλο αλλάζουν διαρκώς, άρα αλλάζουν και οι σχετικές γλωσσικές συνήθειες.
Γλώσσα και περίσταση: το ύφος 🎭
Ο τελευταίος και ίσως πιο καθοριστικός παράγοντας δεν αφορά «ποιος» είναι ο ομιλητής, αλλά «πού», «πότε» και «σε ποιον» μιλάει. Ο ίδιος ακριβώς άνθρωπος μπορεί να μιλήσει με εντελώς διαφορετικό τρόπο μέσα στην ίδια ημέρα, ανάλογα με την περίσταση στην οποία βρίσκεται. Αυτή η ικανότητα προσαρμογής ονομάζεται ύφος ή στιλ του λόγου.
Σκεφτείτε έναν μαθητή που το πρωί απαντά σε καθηγητή στην τάξη («Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω την εργασία λόγω ασθένειας»), το μεσημέρι γράφει μήνυμα σε φίλο του («ρε φίλε δεν τα κατάφερα με την εργασία, τέλειωσα»), και το βράδυ μιλάει με τη γιαγιά του στο τηλέφωνο με έναν τρίτο, πιο οικείο και ζεστό τόνο. Και οι τρεις τρόποι είναι «σωστά ελληνικά» — απλώς αντιστοιχούν σε διαφορετικά επίπεδα ύφους, από το πιο επίσημο ως το πιο ανεπίσημο.
Το σύνολο όλων αυτών των διαφορετικών τρόπων έκφρασης που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια γλωσσική κοινότητα (ή και ένα μεμονωμένο άτομο) ονομάζεται γλωσσικό ρεπερτόριο. Κάθε φορά που μιλάμε ή γράφουμε, επιλέγουμε —συνήθως χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε— ποια «γλώσσα» μέσα από αυτό το ρεπερτόριο ταιριάζει καλύτερα στη συγκεκριμένη στιγμή.
Μια χρήσιμη εικόνα για το γλωσσικό ρεπερτόριο είναι η ντουλάπα με τα ρούχα μας: δεν φοράμε το ίδιο ρούχο σε μια κηδεία, σε ένα πάρτι και σε μια προπόνηση, παρόλο που όλα τα ρούχα μας ανήκουν. Με τον ίδιο τρόπο, δεν χρησιμοποιούμε το ίδιο ύφος λόγου σε μια εξέταση, σε μια παρέα και σε μια επίσημη επιστολή, παρόλο που όλα «ανήκουν» στην ίδια γλώσσα που μιλάμε.
Το ύφος διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες ταυτόχρονα: ποιος μιλάει, σε ποιον απευθύνεται, με ποιο σκοπό, για ποιο θέμα, πού και πότε γίνεται η επικοινωνία. Ανάλογα με τον συνδυασμό αυτών των παραγόντων, ο λόγος μπορεί να είναι π.χ. επίσημος ή ανεπίσημος, επιστημονικός ή καθημερινός, γραπτός ή προφορικός, λόγιος ή λαϊκός.
Το πιο συνηθισμένο λάθος στη χρήση του ύφους δεν είναι η άγνοια του λεξιλογίου, αλλά η αναντιστοιχία ύφους και περίστασης: να μιλήσουμε πολύ ανεπίσημα εκεί όπου χρειάζεται επισημότητα (π.χ. σε μια αίτηση προς δημόσια υπηρεσία) ή, αντίστροφα, υπερβολικά επίσημα εκεί όπου χρειάζεται οικειότητα (π.χ. σε ένα μήνυμα προς φίλο). Ένα σωστά διατυπωμένο κείμενο δεν αρκεί να είναι γραμματικά ορθό· πρέπει να είναι και υφολογικά κατάλληλο για την περίσταση στην οποία απευθύνεται.
Ανακεφαλαίωση 📌
Οι κοινωνικές γλωσσικές ποικιλίες δείχνουν ότι η γλώσσα δεν είναι ένα ενιαίο, αμετάβλητο σύστημα, αλλά ένα ζωντανό εργαλείο που προσαρμόζεται στον ομιλητή και στην περίσταση. Ηλικία, μόρφωση, κοινωνική ομάδα, φύλο και περίσταση επικοινωνίας διαμορφώνουν, μαζί με τις γεωγραφικές ποικιλίες, το πλούσιο γλωσσικό ρεπερτόριο μιας κοινότητας. Η ικανότητα να επιλέγει κανείς το κατάλληλο ύφος για κάθε περίσταση —να «αλλάζει γλώσσα» χωρίς να αλλάζει γλώσσα— είναι από τις πιο σημαντικές γλωσσικές δεξιότητες που αναπτύσσουμε.