Το κείμενο και η έννοιά του 📄
Κάθε φορά που μιλάμε ή γράφουμε, δεν χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μεμονωμένα — δεν πετάμε δηλαδή μόνο μεμονωμένους ήχους, γράμματα ή λέξεις. Συνδυάζουμε όλα αυτά τα στοιχεία μεταξύ τους, και από τον συνδυασμό τους προκύπτει αυτό που ονομάζουμε κείμενο.
Η γλώσσα είναι το πιο σημαντικό από τα συστήματα σημείων που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να επικοινωνήσει (υπάρχουν κι άλλα, όπως οι χειρονομίες, τα σήματα ή οι εικόνες), γιατί μέσω αυτής μπορούμε να αποδώσουμε ακόμα και τις πιο λεπτές αποχρώσεις της πραγματικότητας. Ο κλάδος της Γλωσσολογίας που μελετά το κείμενο και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ονομάζεται Κειμενογλωσσολογία.
Παρόλο που η Κειμενογλωσσολογία διαμορφώνεται ως ξεχωριστή επιστημονική περιοχή μόλις το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, τα πρώτα της ίχνη βρίσκονται στη Ρητορική των αρχαίων Ελλήνων, που μελετούσε πώς φτιάχνονται τα κείμενα που στόχο έχουν να πείσουν. Θεωρητικός της Ρητορικής στην αρχαιότητα ήταν ο Αριστοτέλης, τον 4ο αιώνα π.Χ.
Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να έχει ένα κείμενο; ✅
Δεν αρκεί μια σειρά από λέξεις για να έχουμε κείμενο. Για να χαρακτηριστεί μια γλωσσική ενότητα κείμενο, πρέπει να πληροί τέσσερις προϋποθέσεις.
α) Να έχει καθορισμένα όρια
Το κείμενο πρέπει να έχει μια αρχή και ένα τέλος, τα οποία αναγνωρίζουν όσοι συμμετέχουν στην επικοινωνία. Για παράδειγμα, μια διάλεξη πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα έχει μια αρχή και ένα τέλος που τα αναγνωρίζουν όλοι οι ακροατές. Ό,τι πει ο ομιλητής πριν ή μετά από τη διάλεξη ανήκει πια σε άλλα κείμενα.
β) Να έχει εσωτερική συνοχή
Το κείμενο πρέπει να αναφέρεται σε μια εξωγλωσσική πραγματικότητα η οποία να αποτελεί μια ενιαία ολότητα — δηλαδή όλα του τα μέρη να συνδέονται νοηματικά μεταξύ τους. Σκέψου μια τηλεφωνική συνομιλία: αν ο ένας συνομιλητής μιλά για τον καιρό χωρίς να δίνει σημασία στο τι λέει ο άλλος, και ο άλλος μιλά για τις εξετάσεις που έχει την επόμενη μέρα, τότε η επικοινωνία αυτή δεν έχει συνοχή και δεν αποτελεί ενιαίο κείμενο. Αν όμως και οι δύο αναφέρονται στο ίδιο θέμα — π.χ. και οι δύο μιλούν για τον καιρό ή και οι δύο για τις εξετάσεις — τότε η συνομιλία έχει συνοχή, αποτελεί μια ολότητα και χαρακτηρίζεται κείμενο.
γ) Να συνδέεται με την πράξη της επικοινωνίας
Πρέπει να είναι αναγνωρίσιμες από όσους συμμετέχουν στην επικοινωνία οι προθέσεις του ομιλητή (τι θέλει να πετύχει) και οι καταστάσεις για τις οποίες μιλά. Για παράδειγμα, η παροιμία «Κάλλιο αργά παρά ποτέ» αποτελεί κείμενο, αν κάποιος τη λέει με πρόθεση να συνοψίσει μια κατάσταση που μόλις περιγράφηκε σε μια συζήτηση. Αν όμως η ίδια φράση ειπωθεί «στεγνά», χωρίς καμία πρόθεση και χωρίς να αναφέρεται σε καμία κατάσταση, τότε δεν λειτουργεί ως κείμενο.
δ) Να έχει νόημα
Τα νοήματα που περιέχει η γλωσσική ενότητα πρέπει να είναι αναγνωρίσιμα όχι μόνο από τη σημασία των λέξεων, αλλά και από τους παράγοντες που συμμετέχουν στην κατάσταση επικοινωνίας μέσα στην οποία εντάσσεται το κείμενο. Για παράδειγμα, η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ως τίτλος εφημερίδας έχει βέβαια τη γνωστή, κυριολεκτική της σημασία, όμως από τη θέση της (ως τίτλος) και το μέσο στο οποίο εμφανίζεται (έντυπο) αναδύεται ένα ιδιαίτερο νόημα, διαφορετικό από την απλή σημασία της λέξης.
Στην προϋπόθεση (β) μιλήσαμε για συνοχή: το κείμενο πρέπει να αναφέρεται σε μια ενιαία εξωγλωσσική πραγματικότητα, ώστε να αποτελεί μια ολότητα και όχι ένα σύνολο ασύνδετων προτάσεων. Στη μελέτη του κειμένου, η συνεκτικότητα αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στους γλωσσικούς τρόπους (σύνδεσμοι, αντωνυμίες, επαναλήψεις κ.ά.) με τους οποίους τα διαφορετικά μέρη ενός κειμένου συνδέονται γραμματικά και νοηματικά μεταξύ τους, ώστε η ολότητα αυτή να γίνεται εμφανής. Δίχως συνοχή στο περιεχόμενο, ένα κείμενο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κείμενο, όσο καλά κι αν είναι συνδεδεμένες γραμματικά οι προτάσεις του.
Πώς ορίζουμε το κείμενο 📝
Με βάση τις τέσσερις αυτές προϋποθέσεις, ορίζουμε το κείμενο ως εξής:
Το κείμενο είναι μια γλωσσική ενότητα που έχει καθορισμένα όρια, εσωτερική συνοχή, και φέρνει μαζί της τόσο στοιχεία από τις προθέσεις του δημιουργού της όσο και νοήματα που συνδέονται με εξωγλωσσικές καταστάσεις και επικοινωνιακές συνθήκες.
Οι επικοινωνιακές συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται και διαβάζεται ή ακούγεται ένα κείμενο ονομάζονται επικοινωνιακή περίσταση. Μαζί με το γλωσσικό ή μη γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο εμφανίζεται ένα κείμενο — αυτό που ονομάζουμε περικείμενο (π.χ. πού βρίσκεται μια πινακίδα, σε τι είδους έντυπο τυπώνεται μια λέξη) — καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το νόημα που τελικά αποδίδουμε σε αυτό που διαβάζουμε ή ακούμε.
Η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ που είδαμε παραπάνω δείχνει καθαρά τη δύναμη του περικειμένου: η ίδια ακριβώς λέξη, γραμμένη σε διαφορετική θέση (ως τίτλος εφημερίδας αντί για μια απλή αναφορά μέσα σε ένα κείμενο), αποκτά πρόσθετο νόημα που δεν προκύπτει μόνο από τη σημασία της λέξης, αλλά από το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται.
Παρατηρώ και… καταλαβαίνω… 🔍
Ας δούμε τρία παραδείγματα που δείχνουν πρακτικά πότε μια γλωσσική ενότητα λειτουργεί ως κείμενο και πότε όχι.
1. Η λέξη ΦΩΤΙΑ
Πάρε για παράδειγμα τη λέξη φωτιά. Η λέξη αυτή, είτε γραμμένη είτε προφορική, είναι απλώς ένας συνδυασμός γραμμάτων ή φθόγγων με μια αρχή, ένα τέλος και μια εσωτερική συνοχή. Δεν αναφέρεται όμως σε καμία αναγνωρίσιμη κατάσταση, δεν φανερώνει τις προθέσεις όποιου την είπε, ούτε τις επικοινωνιακές συνθήκες κάτω από τις οποίες ειπώθηκε. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η μεμονωμένη λέξη «φωτιά» δεν αποτελεί κείμενο.
Αν όμως η ίδια λέξη φωνηθεί δυνατά και αγωνιωδώς από κάποιον προς άλλα άτομα, σε έναν χώρο όπου υπάρχει κίνδυνος να πάρει πράγματι φωτιά (ένα κτίριο, ένα δάσος), τότε η λέξη αποτελεί κείμενο: έχει όρια, εσωτερική συνοχή, φανερή πρόθεση (να προειδοποιήσει) και σαφείς επικοινωνιακές συνθήκες.
2. Η πινακίδα «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ»
Η φράση αυτή θα μπορούσε θεωρητικά να έχει πολλές σημασίες: «απαγορεύεται η είσοδος σε όσους είναι άνεργοι» ή «απαγορεύεται η είσοδος σε όσους δεν εργάζονται αυτή τη στιγμή» κ.λπ. Αν όμως η πινακίδα αυτή βρίσκεται αναρτημένη έξω από ένα εργοτάξιο — δηλαδή στον χώρο όπου συνήθως τη συναντάμε — τότε παίρνει ένα συγκεκριμένο νόημα: «απαγορεύεται να μπαίνουν στον χώρο του εργοταξίου όσοι δεν δουλεύουν εκεί και δεν έχουν σχέση με αυτό».
Το συγκεκριμένο αυτό νόημα δεν προκύπτει μόνο από τις λέξεις της πινακίδας, αλλά από την επικοινωνιακή περίσταση — τον χώρο όπου βρίσκεται αναρτημένη η πινακίδα — σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που την κάνουν κείμενο.
3. Το εκφώνημα «ΤΖΑΜΙΑ ΔΙΠΛΑ»
Η φράση αυτή, γραμμένη με κεφαλαία γράμματα, μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: «τζάμια δίπλα» ή «τζάμια διπλά». Ποια ανάγνωση είναι η σωστή δεν το δείχνουν οι λέξεις από μόνες τους, αλλά η επικοινωνιακή συνθήκη μέσα στην οποία εμφανίζεται η πινακίδα:
- Αν είναι αναρτημένη έξω από ένα κατάστημα που πουλάει τζάμια, θα διαβαστεί «Τζάμια διπλά».
- Αν βρίσκεται σε ένα διπλανό κατάστημα που πουλάει π.χ. καθρέφτες ή είδη οικιακής χρήσης, θα διαβαστεί «Τζάμια δίπλα».
Και τα τρία παραδείγματα δείχνουν το ίδιο πράγμα: οι λέξεις από μόνες τους δεν αρκούν για να καταλάβουμε τι σημαίνει ένα κείμενο. Χρειαζόμαστε πάντα να γνωρίζουμε την επικοινωνιακή περίσταση — ποιος μιλάει, πού, πότε και γιατί — για να αντιληφθούμε το πραγματικό νόημα. Χωρίς αυτήν, ακόμα και μια απλή πινακίδα μπορεί να διαβαστεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους.
Επαρκής επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα υπάρχει μόνο όταν όλοι οι συμμετέχοντες μπορούν να αντιληφθούν αυτές τις παραμέτρους — τα όρια, την εσωτερική συνοχή, την πρόθεση και τις επικοινωνιακές συνθήκες — που συνθέτουν αυτό που ονομάζουμε κείμενο.
Γιατί έχει σημασία το κείμενο 🌍
Το κείμενο αποτελεί τη βασική μονάδα επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, γι' αυτό και η παρουσία του στη ζωή μας είναι ουσιώδης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί επιστήμονες, από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, ασχολήθηκαν συστηματικά με τη μελέτη και την ανάλυσή του.
Η αντίληψη για το τι είναι «κείμενο» δεν παρέμεινε ίδια στον χρόνο: από τα τέλη του 19ου αιώνα, και κυρίως μέσα στον 20ό αιώνα, διαμορφώθηκαν διαφορετικές τάσεις και σχολές σκέψης γύρω από την έννοια αυτή.
- Ορισμένες τάσεις θεωρούσαν το κείμενο ένα στατικό προϊόν, μέσα στο οποίο αποτυπώνονται τα προσωπικά στοιχεία του συγγραφέα και του κοινωνικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος στο οποίο γράφτηκε.
- Άλλες τάσεις θεωρούσαν το κείμενο ένα δυναμικό προϊόν, που δίνει τη δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα σε αυτόν που το παράγει και σε αυτόν που το δέχεται.
Στα νεότερα χρόνια, το κείμενο θεωρείται γενικά ένα πολυεπίπεδο νοηματικά προϊόν — δηλαδή κάτι που κουβαλά πολλά επίπεδα νοήματος ταυτόχρονα — και έχει αποκτήσει τη σημασία που είδαμε παραπάνω: μια γλωσσική ενότητα με καθορισμένα όρια, εσωτερική συνοχή, πρόθεση και σύνδεση με μια συγκεκριμένη επικοινωνιακή περίσταση.