Η Πραγματολογία 💬
Τι μελετά η Πραγματολογία
Φαντάσου ότι μπαίνεις σε μια αίθουσα και λες «Κάνει πολύ κρύο εδώ μέσα». Τι ακριβώς κάνεις με αυτή τη φράση; Απλώς περιγράφεις τη θερμοκρασία; Ή μήπως ζητάς από κάποιον να κλείσει το παράθυρο ή να ανάψει τη θέρμανση; Η απάντηση εξαρτάται όχι μόνο από τις λέξεις που χρησιμοποίησες, αλλά και από το ποιος τις είπε, σε ποιον, πού, πότε και γιατί.
Αυτό ακριβώς μελετά η Πραγματολογία: την σχέση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται (το εκφώνημα) και στην περίσταση μέσα στην οποία χρησιμοποιείται.
Σε όλα τα άλλα επίπεδα ανάλυσης της γλώσσας που έχεις ήδη γνωρίσει —τη Φωνητική, τη Φωνολογία, τη Μορφολογία, τη Σύνταξη, τη Σημασιολογία— εξετάζεται το γλωσσικό «προϊόν» καθαυτό: πώς προφέρεται μια λέξη, πώς σχηματίζεται, πώς συνδέεται μέσα στην πρόταση, τι σημαίνει «καθαυτή». Δεν έχει σημασία ποιος τη λέει ή πότε. Στην Πραγματολογία, όμως, αυτό που ενδιαφέρει είναι ακριβώς τα νοήματα και οι σημασίες που παίρνει ένα εκφώνημα ανάλογα με:
- τον χρόνο και τον χώρο της επικοινωνίας
- την κοινωνική θέση και τον ρόλο των ομιλητών
- τον στόχο που επιδιώκεται
- τα γλωσσικά συμφραζόμενα (τι έχει ειπωθεί πριν ή θα ειπωθεί μετά) και τα εξωγλωσσικά συμφραζόμενα (η κατάσταση γύρω από τη συνομιλία)
Με άλλα λόγια, στην Πραγματολογία η γλώσσα δεν εξετάζεται σαν ένα αφηρημένο σύστημα κανόνων, αλλά ως πράξη που επιτελεί κάποιος ομιλητής και που επηρεάζει τον συνομιλητή του.
Η Πραγματολογία ως κλάδος της Γλωσσολογίας γεννήθηκε ουσιαστικά από τη θεωρία των λεκτικών πράξεων, που διατύπωσαν οι φιλόσοφοι John Austin, Paul Grice και John Searle κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Δεν είναι, δηλαδή, μια πολύ παλιά επιστήμη — είναι σχετικά νέος κλάδος, που γεννήθηκε από την ιδέα ότι η γλώσσα δεν χρησιμεύει μόνο για να περιγράφουμε τον κόσμο, αλλά και για να κάνουμε πράγματα μιλώντας.
Όταν μιλάμε, πράττουμε: οι λεκτικές πράξεις
Η βασική θέση της θεωρίας που ανέπτυξαν οι παραπάνω φιλόσοφοι είναι απλή αλλά καθοριστική: κάθε φορά που λέμε ή γράφουμε κάτι μέσα σε μια επικοινωνία, πράττουμε κάτι. Δεν λέμε απλώς λέξεις — κάνουμε κάτι με αυτές: ζητάμε, υποσχόμαστε, απειλούμε, ρωτάμε, ανακοινώνουμε.
Σκέψου τη φράση:
Ξεκίνα για το σχολείο.
Αν αυτή η φράση ειπωθεί από έναν γονιό στο παιδί του ένα πρωί, δεν είναι απλώς μια πρόταση με ρήμα σε προστακτική· είναι μια πράξη: ο ομιλητής ζητά από τον συνομιλητή του να κάνει κάτι συγκεκριμένο — να πάει στο σχολείο.
Αν όμως η ίδια ακριβώς φράση χρησιμοποιηθεί μέσα σε ένα μάθημα γραμματικής, ως παράδειγμα για να δείξει πώς σχηματίζεται η προστακτική του ρήματος «ξεκινώ», τότε δεν αποτελεί λεκτική πράξη. Οι λέξεις είναι ίδιες, αλλά η περίσταση είναι διαφορετική — και άρα διαφορετικό είναι και αυτό που «γίνεται» με τη φράση.
Μην μπερδεύεις τη φράση καθαυτή με τη λεκτική πράξη. Η ίδια ακριβώς πρόταση μπορεί άλλοτε να αποτελεί λεκτική πράξη (όταν χρησιμοποιείται μέσα σε πραγματική επικοινωνία, με σκοπό) και άλλοτε όχι (όταν απλώς αναφέρεται ως παράδειγμα, π.χ. σε ένα σχολικό βιβλίο). Αυτό που μετράει δεν είναι οι λέξεις, αλλά η περίσταση μέσα στην οποία χρησιμοποιούνται.
Η θεωρία των λεκτικών πράξεων μετατόπισε το ενδιαφέρον της Γλωσσολογίας: από την απλή περιγραφή του συστήματος της γλώσσας (λέξεις, κανόνες, γραμματική) προς την εξέταση των εκφωνημάτων μέσα στην επικοινωνία, όπου κάθε εκφώνημα αποκτά νόημα ανάλογα με τους παράγοντες που συμμετέχουν σε αυτήν — δηλαδή τις συνθήκες επικοινωνίας: ποιος μιλάει (πομπός), σε ποιον (δέκτης), μέσω ποιου καναλιού, για ποιο θέμα, με ποιον σκοπό.
Έτσι, κάθε φορά που κάποιος παράγει λόγο —προφορικό ή γραπτό— ταυτόχρονα επιτελεί και μια πράξη: μια δήλωση, μια παράκληση, μια απειλή, μια υπόσχεση κ.ο.κ. Η βασική μονάδα της Πραγματολογίας είναι λοιπόν η λεκτική πράξη.
Οι τρεις όψεις κάθε λεκτικής πράξης
Σύμφωνα με τη θεωρία του Austin, κάθε λεκτική πράξη περιέχει, στην πραγματικότητα, τρεις διαφορετικές πράξεις που συμβαίνουν ταυτόχρονα:
| Πράξη | Τι είναι |
|---|---|
| Πράξη της εκφώνησης | Η απλή εκφορά λέξεων και προτάσεων — ο συνδυασμός ήχων ή γραφημάτων και λέξεων που παράγει κάποιος όταν μιλάει ή γράφει. |
| Προσλεκτική πράξη | Η πράξη που πραγματικά επιτελεί ο ομιλητής μέσω του εκφωνήματος: μια παράκληση, μια ερώτηση, μια ανακοίνωση, μια προσφορά. Καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ακροατής πρέπει να καταλάβει την πρόθεση του ομιλητή. |
| Πράξη επιτέλεσης | Το αποτέλεσμα που επιδιώκει να προκαλέσει το εκφώνημα στον αποδέκτη του — τι θέλει τελικά να πετύχει ο ομιλητής. |
Με πιο απλά λόγια: η πράξη της εκφώνησης είναι το «τι λέγεται» (οι λέξεις καθαυτές), η προσλεκτική πράξη είναι το «τι κάνει ο ομιλητής όταν το λέει» (ζητάει, ρωτάει, απειλεί), και η πράξη επιτέλεσης είναι το «τι θέλει να προκαλέσει στον ακροατή» (να φοβηθεί, να υπακούσει, να απαντήσει).
Ένα παράδειγμα: πέντε φράσεις για το ίδιο βιβλίο
Δες τις παρακάτω πέντε φράσεις, που υποθέτουμε ότι τις λέει το ίδιο άτομο (π.χ. ένας μαθητής) στο ίδιο πρόσωπο (π.χ. σε έναν συμμαθητή του):
- Αν δε μου δώσεις το βιβλίο, δε θα σου ξαναμιλήσω.
- Μου δίνεις, σε παρακαλώ, το βιβλίο;
- Είπες ότι θα μου δώσεις το βιβλίο.
- Θα μου δώσεις το βιβλίο;
- Δώσε μου αμέσως το βιβλίο.
Και οι πέντε φράσεις περιέχουν τον ίδιο συνδυασμό αντικειμένου αναφοράς («βιβλίο») και ρήματος («δίνω»). Από την άποψη της πράξης εκφώνησης, δηλαδή, μοιάζουν πολύ. Όμως η καθεμιά διαφέρει εντελώς ως προς την προσλεκτική πράξη που επιτελεί:
- Η (1) εκφράζει απειλή.
- Η (2) εκφράζει παράκληση.
- Η (3) αποτελεί ανακοίνωση/υπενθύμιση.
- Η (4) είναι ερώτηση.
- Η (5) εκφράζει προσταγή.
Το εντυπωσιακό σε αυτό το παράδειγμα είναι ότι το «περιεχόμενο» (βιβλίο, δίνω) μένει σχεδόν ίδιο, αλλά η πράξη που επιτελείται αλλάζει εντελώς ανάλογα με τη διατύπωση, τον τόνο και την περίσταση. Αυτό δείχνει γιατί η Πραγματολογία δεν μπορεί να μελετήσει τις λέξεις μόνο «στο χαρτί» — χρειάζεται πάντα το πλαίσιο της επικοινωνίας.
Οι κατηγορίες των λεκτικών πράξεων κατά Searle
Η θεωρία των λεκτικών πράξεων οδήγησε τους θεωρητικούς στην προσπάθεια να τις ταξινομήσουν σε κατηγορίες. Σύμφωνα με την κατάταξη του Searle, οι λεκτικές πράξεις χωρίζονται σε πέντε κατηγορίες:
| Κατηγορία | Τι εκφράζει ο ομιλητής | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Δηλωτικές | Δηλώνει την αλήθεια του περιεχομένου του εκφωνήματός του. | «Η κ. Παπαδοπούλου βρίσκεται στο γραφείο της.» |
| Κατευθυντικές | Επιχειρεί να πείσει ή να κατευθύνει τον ακροατή. | «Άνοιξέ μου, σε παρακαλώ, την πόρτα.» |
| Δεσμευτικές | Δεσμεύεται να πραγματοποιήσει αυτό που λέει. | «Θα σου δώσω αύριο τα κλειδιά του σπιτιού.» |
| Εκφραστικές | Εκφράζει την ψυχική του κατάσταση απέναντι στο περιεχόμενο του εκφωνήματος. | «Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία σου.» |
| Διακηρυκτικές | Επιτελεί άμεσα μια πράξη με το ίδιο το εκφώνημα. | «Σε αναγορεύω διδάκτορα Φιλοσοφίας.» |
Αξίζει να καταλάβεις τη λογική πίσω από κάθε κατηγορία:
- Στις δηλωτικές, ο ομιλητής απλώς μεταφέρει μια πληροφορία, σαν να λέει «αυτό είναι αλήθεια».
- Στις κατευθυντικές, ο ομιλητής θέλει ο ακροατής να κάνει κάτι — μια παράκληση, μια εντολή, μια συμβουλή ανήκουν εδώ.
- Στις δεσμευτικές, ο ίδιος ο ομιλητής αναλαμβάνει μια υποχρέωση για το μέλλον — μια υπόσχεση, μια δέσμευση.
- Στις εκφραστικές, δεν μεταδίδεται τόσο μια πληροφορία όσο ένα συναίσθημα: χαρά, λύπη, ευχαριστία, συγγνώμη.
- Στις διακηρυκτικές, η ίδια η εκφώνηση της φράσης «αλλάζει» κάτι στην πραγματικότητα — για παράδειγμα, με το «Σε αναγορεύω διδάκτορα Φιλοσοφίας», το πρόσωπο γίνεται πράγματι διδάκτορας τη στιγμή που ειπώνεται η φράση, εφόσον βέβαια ειπώνεται από το κατάλληλο πρόσωπο και στο κατάλληλο πλαίσιο (π.χ. σε τελετή αναγόρευσης).
Η κατάταξη αυτή δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, απόλυτη. Μια φράση μπορεί να ανήκει άλλοτε σε μία κατηγορία και άλλοτε σε άλλη, ανάλογα με τη συνθήκη επικοινωνίας και τα συμφραζόμενα. Η φράση «Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία σου» μπορεί να είναι είτε εκφραστική λεκτική πράξη (εκφράζει συναίσθημα χαράς) είτε δηλωτική (απλώς δηλώνει ένα γεγονός, ότι δηλαδή ο ομιλητής χαίρεται). Δεν υπάρχει πάντα μία και μοναδική «σωστή» κατηγορία — εξαρτάται από το πώς χρησιμοποιείται η φράση.
Η αρχή της συνεργασίας του Grice
Όταν κάποιος παράγει ένα εκφώνημα, η σύνδεση ανάμεσα στην πράξη εκφώνησης, την προσλεκτική πράξη και την πράξη επιτέλεσης δεν γίνεται τυχαία. Ακολουθεί ορισμένες αρχές που ισχύουν σε κάθε είδος συνομιλίας, προφορικής ή γραπτής. Η σημαντικότερη από αυτές τις αρχές, που διατύπωσε ο φιλόσοφος Grice, είναι η αρχή της συνεργασίας.
Η αρχή της συνεργασίας βασίζεται στην επιθυμία των συνομιλητών να συνεργαστούν μεταξύ τους, ώστε ο διάλογος να εξελίσσεται ομαλά — σαν μια σιωπηρή «συμφωνία» ότι όλοι συμμετέχουν με καλή πρόθεση στην επικοινωνία. Η αρχή αυτή αναλύεται σε τέσσερα αξιώματα: κανόνες που ρυθμίζουν πώς πρέπει να λειτουργεί μια επιτυχημένη επικοινωνία.
Τα τέσσερα αξιώματα
| Αξίωμα | Τι ζητάει |
|---|---|
| Ποιότητας | Να λέμε την αλήθεια — να μεταδίδουμε ό,τι πιστεύουμε ότι είναι αληθές. |
| Ποσότητας | Να δίνουμε επαρκή πληροφορία — ούτε πολύ λίγη ούτε παραπανίσια. |
| Συνάφειας | Να μιλάμε για το θέμα που συζητείται — αυτό που λέμε πρέπει να συνδέεται στενά με τον σκοπό της συζήτησης. |
| Τρόπου | Να μιλάμε με σαφήνεια — τα νοήματα που μεταδίδουμε πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο κατανοητό. |
Ας δούμε τι σημαίνει το καθένα με απλά παραδείγματα από την καθημερινότητα:
- Αξίωμα της ποιότητας: Αν ρωτήσεις έναν φίλο σου «Τι ώρα είναι;» και εκείνος σου απαντήσει σκόπιμα λάθος ώρα ενώ ξέρει τη σωστή, παραβιάζει το αξίωμα της ποιότητας — δεν μεταδίδει αυτό που πιστεύει ότι είναι αληθές.
- Αξίωμα της ποσότητας: Αν ρωτήσεις «Πού είναι το σχολείο;» και κάποιος σου απαντήσει με μια ολόκληρη ιστορία για την πόλη αντί να σου πει απλώς τη διεύθυνση, δίνει περισσότερη πληροφορία απ' όσο χρειάζεται· αν, αντίθετα, σου πει μόνο «εκεί» χωρίς καμία άλλη ένδειξη, δίνει λιγότερη απ' όσο χρειάζεται.
- Αξίωμα της συνάφειας: Αν ρωτήσεις «Θα βρέξει σήμερα;» και κάποιος σου μιλήσει για το τι έφαγε το πρωί, η απάντησή του δεν είναι συναφής με το ερώτημά σου.
- Αξίωμα του τρόπου: Αν κάποιος σου εξηγεί κάτι με τρόπο μπερδεμένο, με ασαφείς προτάσεις που δεν συνδέονται λογικά μεταξύ τους, παραβιάζει το αξίωμα του τρόπου, ακόμα κι αν όσα λέει είναι αληθή.
Τα τέσσερα αξιώματα δεν τηρούνται πάντα με απόλυτη ακρίβεια — και αυτό δεν είναι πάντα κακό! Πολλές φορές οι άνθρωποι τα παραβιάζουν επίτηδες για να περάσουν ένα υπονοούμενο. Αν κάποιος ρωτήσει «Πώς σου φάνηκε το φαγητό που μαγείρεψα;» και εσύ απαντήσεις «Το ψωμί ήταν πολύ νόστιμο», φαινομενικά παραβιάζεις το αξίωμα της συνάφειας (δεν απάντησες για το φαγητό, αλλά για το ψωμί) — όμως ο συνομιλητής σου καταλαβαίνει αμέσως το υπονοούμενο: ότι το φαγητό δεν σου άρεσε ιδιαίτερα. Έτσι λειτουργεί συχνά η ειρωνεία, το χιούμορ και η διπλωματική αποφυγή μιας δυσάρεστης απάντησης.
Η σχέση της Πραγματολογίας με άλλους κλάδους
Η Πραγματολογία, με την έννοια που περιγράφηκε παραπάνω, σχετίζεται στενά με δύο άλλους κλάδους της γλωσσικής ανάλυσης:
- Με τη Σημασιολογία, αφού και οι δύο κλάδοι εξετάζουν σημασίες — η Σημασιολογία εξετάζει τη σημασία των λέξεων και των προτάσεων ανεξάρτητα από την περίσταση χρήσης τους, ενώ η Πραγματολογία εξετάζει πώς η σημασία διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες περιστάσεις επικοινωνίας.
- Με την Κειμενογλωσσολογία (ή Κειμενολογία), τον κλάδο που εξετάζει πώς τα εκφωνήματα οργανώνονται και διαρθρώνονται μέσα σε ολόκληρα κείμενα.
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η μελέτη της γλώσσας σε πραγματικές επικοινωνιακές συνθήκες δεν σταματά στις λεκτικές πράξεις: συνεχίζεται με τη μελέτη του κειμένου, της διάρθρωσής του, των ειδών του, της υφής και της ποικιλότητάς του — θέματα που σχετίζονται στενά με όσα έμαθες εδώ για την Πραγματολογία.