Η καταγωγή των λέξεων 🌍
Κάθε φορά που μιλάμε ή γράφουμε, χρησιμοποιούμε εκατοντάδες λέξεις χωρίς καν να το σκεφτόμαστε. Ποτέ όμως δεν αναρωτηθήκατε από πού «ήρθαν» όλες αυτές οι λέξεις; Η σημερινή νέα ελληνική γλώσσα δεν δημιουργήθηκε μονομιάς· είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ μακράς διαδρομής στον χρόνο. Περιλαμβάνει λέξεις που δημιουργήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από πολύ παλιά από τους Έλληνες, λέξεις που δημιουργήθηκαν αργότερα σε διάφορες περιόδους της ιστορίας της γλώσσας μας, λέξεις που οι Έλληνες δανείστηκαν από ξένους λαούς με τους οποίους ήρθαν σε επαφή, αλλά και λέξεις που δημιουργούνται ακόμα και σήμερα, τα νεότερα χρόνια.
Ανάλογα λοιπόν με την προέλευσή τους, δηλαδή με το «από πού ξεκίνησαν», οι λέξεις της νέας ελληνικής χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις λαϊκές και τις λόγιες.
Αν μπορούσαμε να «διαβάσουμε» την ιστορία κάθε λέξης, θα βλέπαμε ένα ταξίδι αιώνων: λέξεις που γεννήθηκαν στην αρχαία Ελλάδα, λέξεις που ήρθαν από την Περσία, τη Ρώμη, την Ιταλία, την Τουρκία, τη Γαλλία και αλλού, αλλά και λέξεις που φτιάχτηκαν πρόσφατα για ανάγκες που δεν υπήρχαν παλιότερα (π.χ. «υπολογιστής», «διαδίκτυο»).
Οι λαϊκές λέξεις
Λαϊκές ονομάζουμε τις λέξεις οι οποίες:
- εκφράζουν συνήθως έννοιες που έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή και τις συχνές ανθρώπινες δραστηριότητες,
- χρησιμοποιούνται αδιάκοπα, χωρίς διακοπή, από τότε που μπήκαν στο ελληνικό λεξιλόγιο.
Παραδείγματα λαϊκών λέξεων: καρέκλα, φαγητό, θρανίο.
Οι λαϊκές λέξεις δεν είναι όλες «ελληνικές» με την ίδια έννοια· χωρίζονται σε δύο ομάδες: στις ελληνικές και στις ξένες λέξεις.
Οι ελληνικές λέξεις
Στις ελληνικές λέξεις περιλαμβάνονται όλες όσες δημιουργήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Δεν έμειναν όμως όλες ίδιες μέσα στους αιώνες:
- Μερικές δεν άλλαξαν καθόλου στη γραφή τους μέχρι σήμερα ή άλλαξαν πολύ λίγο, π.χ. ουρανός, έργο, από, ένα, πέντε.
- Άλλες άλλαξαν αρκετά στην πορεία του χρόνου, π.χ. η λέξη μητέρα προέρχεται από την αρχαία λέξη μήτηρ, το χέρι από τη χειρ και το βόδι από το βους.
Το ότι μια λέξη όπως το «χέρι» ή η «μητέρα» άλλαξε μορφή μέσα στους αιώνες δεν σημαίνει ότι είναι «λιγότερο ελληνική» από το «ουρανός». Όλες οι γλώσσες αλλάζουν διαρκώς· η προφορά και η γραφή μιας λέξης μπορεί να μεταμορφωθεί πολύ, χωρίς αυτό να αλλάζει την ελληνική της καταγωγή.
Οι ξένες (δάνειες) λέξεις
Στις ξένες λέξεις περιλαμβάνονται όσες προήλθαν από ξένες γλώσσες, σε διάφορες εποχές της ελληνικής ιστορίας — από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα — και τις χρησιμοποιούν κανονικά όσοι μιλούν τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, π.χ. σπίτι, ρούχο, ακορντεόν. Αυτές τις λέξεις τις λέμε και δάνειες, γιατί, όπως ακριβώς δανειζόμαστε ένα αντικείμενο από κάποιον άλλον, έτσι και η ελληνική γλώσσα «δανείστηκε» αυτές τις λέξεις από άλλους λαούς.
Πολύς κόσμος πιστεύει λανθασμένα ότι οι δάνειες λέξεις είναι κατά κάποιον τρόπο «κατώτερες» ή ότι δεν πρέπει να τις χρησιμοποιούμε. Στην πραγματικότητα, το δανεισμό λέξεων τον κάνουν όλες οι γλώσσες του κόσμου — είναι φυσικό αποτέλεσμα της επαφής ανάμεσα σε λαούς. Λέξεις όπως «σπίτι» ή «καφές» είναι απόλυτα κανονικές λέξεις της νέας ελληνικής, παρόλο που η αρχική τους καταγωγή είναι ξένη.
Από ποιες γλώσσες δανείστηκε η ελληνική
Οι δάνειες λέξεις της νέας ελληνικής προέρχονται από πολλές διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με την εποχή και τους λαούς με τους οποίους ήρθαν σε επαφή οι Έλληνες.
Από τα παλαιότερα χρόνια (μέχρι τον 10ο αιώνα μ.Χ.) μας έχουν μείνει λέξεις που προέρχονται:
| Γλώσσα προέλευσης | Παραδείγματα |
|---|---|
| περσικά | αγγαρεία, αστραπή |
| εβραϊκά | αμήν, σεραφείμ, Σάββατο, Μαρία |
| φοινικικά | άλφα, βήτα |
| λατινικά | κελί, σπίτι, παλάτι |
Από τα μεταγενέστερα χρόνια (από τον 10ο μέχρι και τον 18ο αιώνα μ.Χ.) σώζονται λέξεις που προέρχονται κυρίως:
| Γλώσσα προέλευσης | Παραδείγματα |
|---|---|
| τουρκικά | παπούτσι, τσέπη, κέφι |
| ιταλικά | μπουκάλι, πιάτο, σαλάτα |
| αραβικά | άλγεβρα, καφές, μαγαζί, σκάκι |
| σλαβικά | κουνάβι, πέστροφα |
| αρβανίτικα | γκιόνης, φλογέρα, Σούλι |
Τους δύο τελευταίους αιώνες η νέα ελληνική δανείστηκε λέξεις κυρίως από τα γαλλικά (π.χ. μπλούζα, λικέρ, βαλς, ινστιτούτο) και τα αγγλικά (π.χ. βαγόνι, σάντουιτς).
Η γλώσσα από την οποία δανειζόταν κάθε φορά η ελληνική άλλαζε ανάλογα με το ποιοι λαοί είχαν στενή επαφή με τους Έλληνες εκείνη την εποχή: εμπόριο, γειτνίαση, πολέμους, κατακτήσεις, αλλά και μόδα. Έτσι εξηγείται γιατί παλιότερα δανειζόμασταν κυρίως από τα τουρκικά και τα ιταλικά, ενώ τα τελευταία χρόνια δανειζόμαστε κυρίως από τα αγγλικά.
Προσαρμογή ή μη προσαρμογή των δάνειων λέξεων
Όταν μια λέξη μπαίνει σε μια γλώσσα από αλλού, δεν παραμένει πάντα ίδια όπως ήταν στη γλώσσα προέλευσής της. Πολλές από τις ξένες λέξεις —κυρίως αυτές που μπήκαν στην ελληνική τα παλαιότερα και τα μεταγενέστερα χρόνια— αφομοιώθηκαν, δηλαδή έγιναν «κομμάτι» της ελληνικής και προσαρμόστηκαν στο μορφολογικό της σύστημα (δηλαδή απέκτησαν ελληνική κλίση, γένος, κατάληξη κτλ.), π.χ.:
- σπίτι, από τη λατινική λέξη hospitium
- πιλάφι, από την τουρκική λέξη pilaf
- πολυθρόνα, από την ιταλική λέξη poltrona
Αντίθετα, άλλες λέξεις, που μπήκαν κυρίως τον 20ό αιώνα, δεν αφομοιώθηκαν και διατήρησαν σχεδόν αναλλοίωτη τη μορφή τους, π.χ. ασανσέρ, γκαράζ, μάρκετ.
Μια δάνεια λέξη παραμένει δάνεια ακόμα κι αν έχει αφομοιωθεί εντελώς. Το «σπίτι» φαίνεται απόλυτα ελληνική λέξη, κλίνεται κανονικά και τη χρησιμοποιούμε καθημερινά — όμως η καταγωγή της είναι λατινική. Η αφομοίωση αφορά τη μορφή της λέξης (πώς κλίνεται, πώς προφέρεται), όχι την προέλευσή της.
Οι λόγιες λέξεις
Λόγιες ονομάζουμε τις λέξεις που εισήγαγαν οι λόγιοι συγγραφείς μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, με δύο τρόπους:
- Με την επαναφορά στον γραπτό λόγο λέξεων της αρχαίας ελληνικής, οι οποίες είχαν πάψει να χρησιμοποιούνται για πολλούς αιώνες, π.χ. καθηγητής, συμβόλαιο.
- Με τη δημιουργία νέων λέξεων, που δεν υπήρχαν στο παρελθόν, αλλά φτιάχτηκαν με βάση στοιχεία (ρίζες, καταλήξεις κτλ.) από αρχαίες ελληνικές λέξεις, π.χ. γραμματολογία, πυροσβέστης.
Η λέξη «πυροσβέστης» δεν υπήρχε στην αρχαία ελληνική — δεν υπήρχε τότε ανάγκη για τέτοιο επάγγελμα με αυτή τη μορφή. Οι λόγιοι, όμως, τη «σύνθεσαν» χρησιμοποιώντας γνωστά αρχαία στοιχεία («πυρ» = φωτιά και «σβήνω»), για να ονομάσουν μια νέα ανάγκη της εποχής τους. Έτσι δημιουργήθηκαν πολλές λόγιες λέξεις: με «υλικά» της αρχαίας ελληνικής, αλλά για έννοιες της σύγχρονης ζωής.
Η διάκριση λαϊκών και λόγιων λέξεων μάς βοηθά, λοιπόν, να καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί το λεξιλόγιό μας έχει τόσο μεγάλη ποικιλία: άλλες λέξεις μας συνοδεύουν αδιάκοπα από γενιά σε γενιά μέσα από την καθημερινή ζωή, άλλες ήρθαν από μακρινούς λαούς και τις κάναμε δικές μας, και άλλες τις «κατασκεύασαν» συνειδητά λόγιοι άνθρωποι, αντλώντας από τον πλούτο της αρχαίας ελληνικής.