Η Σημασία, η Λέξη και το Λεξιλόγιο 💬
Κάθε φορά που μιλάμε, χρησιμοποιούμε λέξεις για να πούμε κάτι σε κάποιον άλλο. Πίσω από κάθε λέξη κρύβεται ένα νόημα — αυτό ακριβώς μελετά η Σημασιολογία, ένας κλάδος της γλωσσολογίας. Εδώ θα ασχοληθούμε ειδικότερα με τις σημασίες των λέξεων, δηλαδή με το Λεξιλόγιο.
Οι έννοιες «σημασία» και «λέξη» μοιάζουν αυτονόητες — τις χρησιμοποιούμε καθημερινά χωρίς να τις σκεφτόμαστε. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι καθόλου απλές: ακόμη και η επιστήμη της γλωσσολογίας δυσκολεύεται να τις ορίσει με ακρίβεια. Ας δούμε γιατί.
Τι είναι η σημασία μιας λέξης
Όταν λέμε μια λέξη, φέρνουμε στο μυαλό του ακροατή μια εικόνα, μια ιδέα, ένα νόημα. Για παράδειγμα, η λέξη δέντρο δεν είναι απλώς ένας ήχος ή μερικά γράμματα· μας παραπέμπει σε κάτι συγκεκριμένο του κόσμου — σε ένα φυτό με κορμό, κλαδιά και φύλλα. Αυτή τη σχέση την περιγράφουμε με δύο όρους:
- το σημαίνον — η ίδια η λέξη, όπως την προφέρουμε ή τη γράφουμε (π.χ. δ-έ-ν-τ-ρ-ο)
- το σημαινόμενο — η έννοια που έρχεται στο μυαλό μας όταν ακούμε ή διαβάζουμε τη λέξη (η ιδέα του δέντρου)
Η σημασία, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτή η σύνδεση ανάμεσα στη μορφή μιας λέξης και στο νόημα που αυτή μεταφέρει.
Η σύνδεση σημαίνοντος και σημαινομένου δεν είναι φυσική, αλλά συμβατική — δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η λέξη δέντρο πρέπει να σημαίνει «δέντρο». Γι' αυτό η ίδια ακριβώς έννοια αποδίδεται με εντελώς διαφορετικό σημαίνον σε κάθε γλώσσα: tree στα αγγλικά, arbre στα γαλλικά, albero στα ιταλικά. Απλώς όλοι οι ομιλητές μιας γλώσσας έχουν συμφωνήσει —χωρίς να το έχουν συζητήσει ποτέ ρητά— να χρησιμοποιούν το ίδιο σημαίνον για το ίδιο σημαινόμενο.
Στην καθημερινή γλώσσα, με τη λέξη σημασία συνδέουμε συχνά και τις λέξεις έννοια και νόημα, χρησιμοποιώντας τις σαν να σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Στη γλωσσολογική Σημασιολογία, βέβαια, ο καθένας από αυτούς τους όρους αποκτά πιο εξειδικευμένο περιεχόμενο, κάτι που δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει εδώ.
Οι τρεις όψεις της σημασίας
Αυτό που έχει πραγματικά ενδιαφέρον να καταλάβουμε είναι ότι κάθε φορά που λέμε μια λέξη ή μια ολόκληρη πρόταση, δεν μεταφέρουμε μόνο μία σημασία, αλλά τρεις ταυτόχρονα:
| Είδος σημασίας | Τι μεταφέρει |
|---|---|
| Περιγραφική (ή αναφορική) | Την ίδια την πληροφορία, «ξερή» και αντικειμενική |
| Συναισθηματική | Την πληροφορία μαζί με τη στάση ή τα συναισθήματα του ομιλητή απέναντι σε αυτήν |
| Κοινωνική | Πληροφορίες που σχετίζονται με την κοινωνική θέση του ομιλητή ή με τη γενικότερη επίδραση όσων λέει |
Οι τρεις αυτές σημασίες μπορούν να λειτουργούν είτε ανεξάρτητα η μία από την άλλη είτε συμπληρωματικά, δηλαδή μαζί, μέσα στο ίδιο εκφώνημα.
Ένα παράδειγμα από την καθημερινή ζωή
Φαντάσου τον Μιχάλη, έναν υπάλληλο τράπεζας, να μπαίνει στην αίθουσα συνεδριάσεων ακριβώς στις τρεις η ώρα, για να συμμετάσχει σε μια συνάντηση με τους συναδέλφους του που είχε οριστεί για την ίδια ώρα. Μπαίνοντας, λέει:
«Ήρθα στην ώρα μου.»
Η πρόταση αυτή δεν κουβαλάει μόνο μία σημασία, αλλά τρεις:
- Περιγραφική σημασία: ο Μιχάλης πληροφορεί απλώς ότι έφτασε στην ώρα του.
- Συναισθηματική σημασία: ο Μιχάλης δείχνει ότι αυτή τη φορά ήταν συνεπής — κάτι που ίσως δεν συμβαίνει συχνά. Μπορεί να έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν από τους συναδέλφους του για αργοπορίες, οπότε η φράση κρύβει και μια μικρή δικαιολογία ή ικανοποίηση.
- Κοινωνική σημασία: ο Μιχάλης υπονοεί ότι ήρθε στην ώρα που είχαν συμφωνήσει όλοι, και ότι αυτό θα έπρεπε να κάνουν και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του, αν θέλουν να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους.
Βλέπουμε, δηλαδή, ότι η ίδια ακριβώς φράση, ανάλογα με τα συμφραζόμενα (ποιος τη λέει, πότε, σε ποιον, με ποια αφορμή), μπορεί να «κρύβει» πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται στην επιφάνειά της. Η σημασία μιας λέξης ή μιας πρότασης, λοιπόν, δεν είναι ποτέ εντελώς ανεξάρτητη από την περίσταση μέσα στην οποία λέγεται.
Ένα πολύ συνηθισμένο λάθος είναι να νομίζουμε ότι μια λέξη ή μια φράση έχει πάντα την ίδια, σταθερή σημασία, ανεξάρτητα από το πού και πώς λέγεται. Στην πραγματικότητα, τα συμφραζόμενα μπορούν να αλλάξουν εντελώς το νόημα που παίρνει ένα εκφώνημα. Η φράση «Ήρθα στην ώρα μου» δεν λέει τα ίδια πράγματα αν την πει κάποιος χαμογελώντας σε φίλους του ή αν την πει κάποιος με ύφος παραπόνου σε έναν προϊστάμενο. Γι' αυτό, όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τι εννοεί κάποιος, πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη το πλαίσιο και όχι μόνο τις «ξερές» λέξεις.
Επειδή, λοιπόν, η σημασία μπορεί να συνδέεται και με στοιχεία έξω από την ίδια τη γλώσσα (ποιος μιλάει, πού, πότε, γιατί), τα όρια ανάμεσα στη Σημασιολογία και στην Πραγματολογία —τον κλάδο δηλαδή που εξετάζει τη γλώσσα σε σχέση με την πραγματικότητα και την επικοινωνιακή περίσταση— δεν είναι πάντα σαφή.
Τι είναι η λέξη
Εξίσου δύσκολο, αν και φαινομενικά απλό, είναι να ορίσουμε τι ακριβώς είναι μια λέξη. Από τα αρχαία χρόνια επικρατούσε η αντίληψη ότι η λέξη είναι μια αυτόνομη μονάδα, τόσο ως προς τη μορφή της όσο και ως προς τη σημασία της — κάτι σαν ένα «τουβλάκι» που μπαίνει μέσα στην πρόταση.
Η σύγχρονη γλωσσολογία αμφισβητεί αυτή την απλή εικόνα, για δύο λόγους:
- Ως μικρότερη μονάδα σημασίας θεωρείται σήμερα το μόρφημα, όχι απαραίτητα η λέξη. Μία λέξη μπορεί να αποτελείται από ένα ή περισσότερα μορφήματα: η λέξη δέντρο είναι ένα μόνο μόρφημα, ενώ η λέξη δεντρ-άκι αποτελείται από δύο (τη ρίζα δεντρ- και το επίθημα -άκι, που προσθέτει τη σημασία του μικρού).
- Το τι θεωρείται «λέξη» δεν είναι ίδιο σε όλες τις γλώσσες. Στην κινεζική, για παράδειγμα, η λέξη ταυτίζεται συχνά με το μόρφημα, ενώ στην τουρκική μπορεί να ταυτίζεται ακόμη και με ολόκληρη πρόταση.
Το πόσο μεγάλο «κομμάτι» θεωρείται μία λέξη αλλάζει δραστικά από γλώσσα σε γλώσσα. Μια ολόκληρη ιδέα που στα ελληνικά χρειάζεται πολλές λέξεις για να αποδοθεί (π.χ. «δεν θα μπορούσα να το κάνω») μπορεί σε άλλες γλώσσες να «χωράει» μέσα σε μία και μόνο λέξη, φτιαγμένη από πολλά μορφήματα κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο.
Στα ελληνικά, οι λέξεις μπορεί να αποτελούνται είτε από ένα μόρφημα (π.χ. δέντρο, καλός, τρέχω) είτε από πολλά μορφήματα μαζί (π.χ. δεντρ-άκι, καλ-οσύν-η, ξανα-γράφ-ω). Στο κεφάλαιο αυτό της Σημασιολογίας θα εξετάσουμε τις λέξεις της νέας ελληνικής —πώς σχηματίζονται, από πού προέρχονται και τι σημαίνουν— με βάση την περιγραφική τους σημασία, δηλαδή την «ξερή» πληροφορία που μεταφέρουν, χωρίς να επεκταθούμε στις συναισθηματικές ή κοινωνικές τους αποχρώσεις.
Για να έχουμε, λοιπόν, έναν πρακτικό ορισμό: ως λέξη θα θεωρούμε τη γλωσσική μονάδα που χρησιμοποιείται ως λήμμα στα λεξικά — δηλαδή αυτό που θα έψαχνες αν ήθελες να βρεις μια λέξη σε ένα λεξικό (τη λεγόμενη τυπογραφική λέξη).
Τι είναι το λεξιλόγιο
Αν η λέξη είναι το «κομμάτι», το λεξιλόγιο είναι το σύνολο όλων αυτών των κομματιών: το σύνολο των λέξεων που διαθέτει μια γλώσσα, ή που χρησιμοποιεί ένας συγκεκριμένος ομιλητής, μια επιστήμη, ένα επάγγελμα ή ένα κείμενο.
Έτσι μπορούμε να μιλάμε για:
- το λεξιλόγιο της νέας ελληνικής γλώσσας συνολικά,
- το λεξιλόγιο ενός ανθρώπου (πόσες και ποιες λέξεις γνωρίζει και χρησιμοποιεί),
- το εξειδικευμένο λεξιλόγιο μιας επιστήμης ή ενός επαγγέλματος (π.χ. το ιατρικό λεξιλόγιο, το ναυτικό λεξιλόγιο).
Πολλοί μαθητές μπερδεύουν το λεξιλόγιο με μια απλή λίστα λέξεων που έχουν αποστηθίσει. Στην πραγματικότητα, το λεξιλόγιο μιας γλώσσας δεν είναι στατικό: αλλάζει συνεχώς — νέες λέξεις μπαίνουν (π.χ. λέξεις σχετικές με την τεχνολογία), άλλες σπανίζουν ή χάνονται. Το λεξιλόγιο ενός ανθρώπου, αντίστοιχα, μεγαλώνει όσο διαβάζει, ακούει και μαθαίνει νέα πράγματα.
Η μελέτη του λεξιλογίου —δηλαδή το πώς σχηματίζονται οι λέξεις, από πού προέρχονται και ποιες σχέσεις έχουν μεταξύ τους ως προς τη σημασία τους— είναι ακριβώς αυτό που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια αυτού του κεφαλαίου.