Αναφορικές προτάσεις 🔗
Σκέψου τις φράσεις «Μου έδωσε τις φωτογραφίες που ήθελε» και «Πηγαίνει όπου θέλει». Και οι δύο περιέχουν μια δευτερεύουσα πρόταση που ξεκινάει με μια αναφορική λέξη — μια λέξη σαν το που, το ο οποίος ή το όπου. Αυτές είναι οι αναφορικές προτάσεις: δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες (που, ο οποίος, όσο, ό,τι κτλ.) και αναφορικά επιρρήματα (όπως, όπου κτλ.).
Οι αναφορικές προτάσεις έχουν δύο πολύ διαφορετικές δουλειές μέσα στον λόγο:
- Άλλες φορές αναφέρονται σε κάποιον όρο της κύριας πρότασης και τον προσδιορίζουν, όπως στο Μου έδωσε τις φωτογραφίες που ήθελε (το που ήθελε λέει κάτι παραπάνω για τις φωτογραφίες).
- Άλλες φορές είναι οι ίδιες ένας όρος της κύριας πρότασης, χωρίς να αναφέρονται σε κάποια άλλη λέξη, όπως στο Πηγαίνει όπου θέλει (το όπου θέλει δεν προσδιορίζει καμία λέξη· λειτουργεί το ίδιο σαν επιρρηματικός προσδιορισμός).
Η πρώτη κατηγορία λέγεται επιθετικές (ή εξαρτημένες) αναφορικές προτάσεις, ενώ η δεύτερη ελεύθερες αναφορικές προτάσεις. Ας τις δούμε αναλυτικά.
Επιθετικές (ή εξαρτημένες) αναφορικές προτάσεις
Οι επιθετικές αναφορικές προτάσεις αναφέρονται σε κάποιον όρο (συνήθως ουσιαστικό) της κύριας πρότασης και λειτουργούν σαν επιθετικοί προσδιορισμοί — δηλαδή, δίνουν πληροφορίες γι' αυτόν τον όρο, ακριβώς όπως θα έκανε ένα επίθετο. Εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες ο οποίος, η οποία, το οποίο και που.
Οι προτάσεις αυτές διακρίνονται σε δύο είδη, ανάλογα με τη σχέση τους με τον όρο που προσδιορίζουν:
- Περιοριστικές (ή προσδιοριστικές): δίνουν μια πληροφορία απαραίτητη για να καταλάβουμε ακριβώς σε ποιον/ποια/ποιο αναφερόμαστε. Χωρίς αυτή την πληροφορία, η πρόταση θα ήταν ασαφής ή θα άλλαζε νόημα.
- Μη περιοριστικές (ή προσθετικές ή πλεοναστικές): δίνουν μια πληροφορία πρόσθετη, που δεν είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε σε ποιον/ποια/ποιο αναφερόμαστε — απλώς μας λένε κάτι επιπλέον γι' αυτόν.
Αυτή είναι η πιο σημαντική διάκριση σε όλη την ενότητα, γιατί ένα απλό κόμμα μπορεί να αλλάξει εντελώς το νόημα μιας πρότασης.
- Οι περιοριστικές αναφορικές προτάσεις δεν μπαίνουν ανάμεσα σε κόμματα.
- Οι μη περιοριστικές αναφορικές προτάσεις μπαίνουν πάντα ανάμεσα σε κόμματα.
Σύγκρινε:
- Τα βιβλία της βιβλιοθήκης που είναι άδετα στάλθηκαν για βιβλιοδεσία. (περιοριστική, χωρίς κόμμα) → Δεν στάλθηκαν όλα τα βιβλία, μόνο όσα ήταν άδετα. Η αναφορική πρόταση διαλέγει ένα υποσύνολο βιβλίων.
- Τα βιβλία της βιβλιοθήκης, που είναι άδετα, στάλθηκαν για βιβλιοδεσία. (μη περιοριστική, με κόμματα) → Στάλθηκαν όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης, και τυχαίνει όλα να είναι άδετα. Η αναφορική πρόταση απλώς προσθέτει μια πληροφορία.
Το ίδιο φαίνεται και εδώ:
- Όλοι οι μαθητές της Β΄ τάξης που έχουν πρόβλημα στην ορθογραφία κάνουν ενισχυτική διδασκαλία. (περιοριστική) → Ενισχυτική διδασκαλία κάνουν μόνο όσοι έχουν πρόβλημα στην ορθογραφία, όχι όλη η τάξη.
- Όλοι οι μαθητές της Β΄ τάξης, που έχουν πρόβλημα στην ορθογραφία, κάνουν ενισχυτική διδασκαλία. (μη περιοριστική) → Ενισχυτική διδασκαλία κάνουν όλοι οι μαθητές της Β΄ τάξης, και προσθέτουμε σαν σχόλιο ότι όλοι έχουν πρόβλημα στην ορθογραφία.
Και ένα τρίτο ζευγάρι:
- Οι ασθενείς που πάσχουν από ανίατες ασθένειες αναπτύσσουν αμυντικές δυνάμεις. (περιοριστική) → Αναπτύσσουν αμυντικές δυνάμεις μόνο οι ασθενείς με ανίατες ασθένειες, όχι όλοι οι ασθενείς.
- Οι ασθενείς, που πάσχουν από ανίατες ασθένειες, αναπτύσσουν αμυντικές δυνάμεις. (μη περιοριστική) → Αναπτύσσουν αμυντικές δυνάμεις όλοι οι ασθενείς, και προσθέτουμε ότι όλοι πάσχουν από ανίατες ασθένειες.
Παρατήρησε τη λογική: όταν δεν υπάρχουν κόμματα, η αναφορική πρόταση περιορίζει το σύνολο («μόνο αυτοί που…»)· όταν υπάρχουν κόμματα, η αναφορική πρόταση απλώς προσθέτει μια πληροφορία σε ένα σύνολο που είναι ήδη ολόκληρο.
Ένα ακόμη παράδειγμα του ίδιου φαινομένου με βιβλίο:
- Το σχολικό βιβλίο της Γεωγραφίας που διαβάζω δεν το καταλαβαίνω. (περιοριστική) — υπάρχουν πολλά βιβλία Γεωγραφίας· μιλάμε συγκεκριμένα για εκείνο που διαβάζω.
- Το σχολικό βιβλίο της Γεωγραφίας, που έγραψε η Αρβανίτη, δεν το καταλαβαίνω. (μη περιοριστική) — υπάρχει ένα συγκεκριμένο βιβλίο, και απλώς μαθαίνουμε επιπλέον ποιος το έγραψε.
Ο εναλλακτικός όρος πλεοναστική για τη μη περιοριστική αναφορική πρόταση δείχνει ακριβώς τι κάνει: είναι σαν «περίσσευμα» πληροφορίας. Αν την αφαιρέσεις από την πρόταση, το βασικό νόημα (ποιος κάνει τι) μένει ίδιο — απλώς χάνεις μια λεπτομέρεια. Αν αφαιρέσεις όμως μια περιοριστική αναφορική πρόταση, αλλάζει το ποιον ή το τι εννοούμε.
Ελεύθερες αναφορικές προτάσεις
Οι ελεύθερες αναφορικές προτάσεις δεν αναφέρονται σε κανέναν άλλο όρο της κύριας πρότασης — είναι οι ίδιες ένας όρος της πρότασης. Διακρίνονται σε ονοματικές και επιρρηματικές.
Ονοματικές ελεύθερες αναφορικές προτάσεις
Εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες όποιος, -α, -ο, όσος, -η, -ο, ό,τι, οποιοσδήποτε κτλ. και λειτουργούν στον λόγο σαν ονόματα: μπορούν να είναι υποκείμενο, αντικείμενο ή κατηγορούμενο. Δεν έχουν ποτέ θέση προσδιορισμού.
- Όποιος δε θέλει να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει. (η πρόταση όποιος δε θέλει να ζυμώσει λειτουργεί σαν υποκείμενο)
- Να του ζητήσεις όσα θέλεις. (η πρόταση όσα θέλεις λειτουργεί σαν αντικείμενο)
Επιρρηματικές ελεύθερες αναφορικές προτάσεις
Εισάγονται με τα αναφορικά επιρρήματα όπως, όπου, οπουδήποτε, όποτε, οποτεδήποτε, όσο, οσοδήποτε και λειτουργούν σαν επιρρήματα, προσδιορίζοντας συνήθως έναν επιρρηματικό όρο της πρότασης. Εκφράζουν διάφορες σχέσεις:
| Σχέση | Παράδειγμα |
|---|---|
| Τόπου | Θα φτάσει εκεί όπου θα φτάσεις κι εσύ. |
| Χρόνου | Έρχεται όποια στιγμή θέλει. |
| Τρόπου | Του συμπεριφέρεται όπως νομίζει καλύτερα. |
| Ποσού | Όσο ανεβαίνεις στην κλίμακα της διοίκησης, τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα. |
| Συμφωνίας | Θα γίνουν όλα, όπως τα συμφωνήσαμε. |
| Εναντίωσης | Όσο κι αν προσπαθήσει, δε θα τα καταφέρει. |
| Παρομοίωσης | Πορευόμαστε στην οικονομία όπως πορεύεται η χελώνα στο δάσος. |
Στο παράδειγμα Όσο κι αν προσπαθήσει, δε θα τα καταφέρει, το όσο κι αν δεν ρωτάει «πόσο»· λειτουργεί σαν το όσο προσπάθεια κι αν καταβάλει, δηλώνοντας ότι όση προσπάθεια και να γίνει, το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Είναι μια πολύ συνηθισμένη έκφραση στον προφορικό λόγο.
Άρνηση και έγκλιση στις αναφορικές προτάσεις
Οι αναφορικές προτάσεις έχουν συνήθως άρνηση δε(ν), ενώ όταν υπάρχει ο σύνδεσμος να έχουν άρνηση μη(ν). Εκφέρονται κανονικά με τις εξής εγκλίσεις:
- Απλή οριστική, όταν δηλώνουν κάτι πραγματικό, π.χ. Τα γεγονότα έγιναν όπως τα προβλέψαμε.
- Οριστική που εκφράζει την πιθανότητα, π.χ. Προτιμούσε να πάει εκεί, όπου θα περνούσε καλύτερα.
- Οριστική που εκφράζει τη δυνατότητα, π.χ. Αυτός ήταν ο ηθοποιός που θα κέρδιζε τον θαυμασμό του κόσμου.
- Υποτακτική, π.χ. Θα ήθελε έναν συνεργάτη που να ξέρει να χειρίζεται ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Υπάρχουν επίσης αναφορικές προτάσεις με ειδικότερη σημασία —αναφορικές αιτιολογικές, τελικές, αποτελεσματικές, υποθετικές και εναντιωματικές ή παραχωρητικές— οι οποίες εκφέρονται με τις ίδιες εγκλίσεις που εκφέρονται και οι αντίστοιχες επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις.
Παρατηρώ και καταλαβαίνω…
Οι αναφορικές προτάσεις άλλοτε προσδιορίζουν και διασαφηνίζουν με ακρίβεια τον όρο στον οποίο αναφέρονται (περιοριστικές) και άλλοτε δίνουν απλώς μια πρόσθετη, δευτερεύουσα πληροφορία γι' αυτόν (μη περιοριστικές). Στον γραπτό λόγο η διαφορά ανάμεσα στα δύο είδη γίνεται εμφανής αποκλειστικά μέσω της στίξης — δηλαδή μέσω του κόμματος.
Δοκίμασε τον εξής τρόπο σκέψης όταν διαβάζεις ή γράφεις μια πρόταση με αναφορική: αν αφαιρέσεις την αναφορική πρόταση και το νόημα της κύριας πρότασης παραμένει σαφές και πλήρες (απλώς χάνεις μια λεπτομέρεια), τότε χρειάζεται κόμματα — είναι μη περιοριστική. Αν αφαιρώντας την η πρόταση γίνεται ασαφής ή αλλάζει νόημα (δεν ξέρουμε πια για ποιον/ποια/ποιο μιλάμε), τότε δεν μπαίνει κόμμα — είναι περιοριστική.
Στον γραπτό λόγο η στίξη λύνει αμέσως την απορία, όμως στον προφορικό λόγο η διαφορά ανάμεσα σε περιοριστική και μη περιοριστική αναφορική πρόταση δείχνεται με παύση και επιτονισμό (τον τρόπο που ανεβοκατεβαίνει η φωνή μας) — γι' αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό να μάθεις τον κανόνα του κόμματος, ώστε να γράφεις ξεκάθαρα ό,τι θα καταλάβαινε κανείς κι από τον τονισμό της φωνής σου.
Συνοπτικός πίνακας: οι δευτερεύουσες (εξαρτημένες) προτάσεις
Όλες οι δευτερεύουσες προτάσεις που μελετήσαμε στην υποτακτική σύνδεση χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, ανάλογα με το αν λειτουργούν σαν ουσιαστικά ή σαν επιρρήματα:
| Ονοματικές | Επιρρηματικές |
|---|---|
| Ειδικές | Αιτιολογικές |
| Βουλητικές | Τελικές ή του σκοπού |
| Ενδοιαστικές | Αποτελεσματικές ή συμπερασματικές |
| Πλάγιες ερωτηματικές | Υποθετικές |
| Αναφορικές | Εναντιωματικές και παραχωρητικές |
| Χρονικές | |
| Αναφορικές |
Παρατήρησε ότι οι αναφορικές προτάσεις εμφανίζονται και στις δύο στήλες: όταν είναι ονοματικές ελεύθερες αναφορικές (π.χ. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει), ανήκουν στην πρώτη στήλη· όταν είναι επιρρηματικές ελεύθερες αναφορικές (π.χ. Πήγαινε εκεί όπου θέλεις) ή επιθετικές αναφορικές, εξετάζονται μαζί με τις επιρρηματικές. Αυτό δείχνει ακριβώς αυτό που μάθαμε σε όλη την ενότητα: οι αναφορικές προτάσεις δεν είναι ένα ενιαίο, μονολιθικό είδος πρότασης, αλλά μπορούν να παίζουν πολύ διαφορετικούς ρόλους μέσα στην πρόταση, ανάλογα με το αν προσδιορίζουν έναν όρο, αντικαθιστούν ένα όνομα ή λειτουργούν σαν επίρρημα.