Επιρρηματικές προτάσεις 🌦️
Όταν μιλάμε ή γράφουμε, συχνά χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί έγινε κάτι, για ποιον σκοπό, τι αποτέλεσμα είχε, κάτω από ποια προϋπόθεση θα γίνει, παρά τι συνέβη ή πότε συνέβη. Όλες αυτές τις πληροφορίες μπορούμε να τις δώσουμε με μία λέξη — ένα επίρρημα — αλλά πολύ συχνά χρειαζόμαστε ολόκληρη πρόταση για να το πούμε με ακρίβεια. Αυτές οι προτάσεις λέγονται επιρρηματικές δευτερεύουσες προτάσεις, γιατί λειτουργούν στον λόγο ακριβώς όπως ένα επίρρημα: προσδιορίζουν το ρήμα της κύριας πρότασης.
Οι επιρρηματικές προτάσεις είναι έξι: αιτιολογικές, τελικές, αποτελεσματικές (ή συμπερασματικές), υποθετικές, εναντιωματικές-παραχωρητικές και χρονικές. Θα τις δούμε μία μία: πώς ονομάζονται, με ποιους συνδέσμους εισάγονται, σε ποια έγκλιση εκφέρονται και πώς αρνούνται.
Μπροστά από κάθε παράδειγμα σε αυτή τη σελίδα, δοκίμασε να βάλεις νοερά ένα επίρρημα αντί για ολόκληρη την πρόταση: «Έφυγε γιατί βιαζόταν» ≈ «Έφυγε βιαστικά». Αν η δευτερεύουσα πρόταση μπορεί να αντικατασταθεί νοηματικά από ένα επίρρημα, τότε είναι επιρρηματική.
Αιτιολογικές προτάσεις 🔍
Οι αιτιολογικές προτάσεις δηλώνουν την αιτία, δηλαδή απαντούν στο ερώτημα «γιατί;».
- Σύνδεσμοι εισαγωγής: γιατί, επειδή, αφού, τι (με ποιητική σημασία), καθώς, που, μια και.
- Άρνηση: δε(ν).
- Έγκλιση: εκφέρονται με οριστική — απλή οριστική, οριστική που δηλώνει δυνατότητα ή οριστική που δηλώνει πιθανότητα.
Παραδείγματα:
- Χάρηκα πολύ, επειδή έμαθα πως είσαι καλά.
- Βιάστηκα, γιατί θα ερχόσουν γρήγορα.
- Μη στενοχωριέσαι, γιατί θα είναι όλα εύκολα.
Το «αφού» άλλοτε είναι χρονικός σύνδεσμος («Αφού έφαγε, έφυγε» = πρώτα έφαγε, μετά έφυγε) και άλλοτε αιτιολογικός («Αφού το λες εσύ, θα το πιστέψω» = επειδή το λες εσύ). Η σημασία κρίνεται από τα συμφραζόμενα, όχι από τη λέξη μόνη της.
Τελικές προτάσεις (ή προτάσεις του σκοπού) 🎯
Οι τελικές προτάσεις δηλώνουν τον σκοπό, το «για ποιον λόγο» γίνεται κάτι.
- Σύνδεσμοι εισαγωγής: για να, να.
- Άρνηση: μη(ν).
- Έγκλιση: κανονικά εκφέρονται με υποτακτική.
Παράδειγμα:
- Έφυγε γρήγορα, για να φέρει το τετράδιό του.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν ο ομιλητής θέλει να δηλώσει έναν σκοπό που τελικά δεν εκπληρώθηκε, η τελική πρόταση εκφέρεται με παρατατικό.
- Ήθελε να ήταν συντονιστής της συζήτησης, για να του έδινε τον λόγο.
Και οι δύο μπορούν να εισάγονται με «να», αλλά είναι διαφορετικές: η βουλητική συμπληρώνει ρήματα βούλησης («θέλω να φύγω» — τι θέλω) και λειτουργεί ως αντικείμενο ή υποκείμενο, ενώ η τελική δηλώνει σκοπό ενός ρήματος κίνησης ή ενέργειας («Έφυγε να προλάβει» — γιατί έφυγε). Δοκίμασε να ρωτήσεις «γιατί;»: αν απαντά, είναι τελική.
Αποτελεσματικές (ή συμπερασματικές) προτάσεις 📊
Οι αποτελεσματικές προτάσεις δηλώνουν το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτό που λέει η κύρια πρόταση — συνήθως ύστερα από μια υπερβολή ή έμφαση («τόσο... που», «τόσο... ώστε»).
- Σύνδεσμοι και εκφράσεις εισαγωγής: ώστε, που, καθώς και εκφράσεις όπως ώστε να, που να, για να.
- Άρνηση: όσες εισάγονται με ώστε ή που έχουν άρνηση δε(ν)· όσες εισάγονται με εκφράσεις που περιέχουν το να έχουν άρνηση μη(ν).
- Έγκλιση:
- Με ώστε / που → οριστική (απλή, ή που δηλώνει δυνατότητα/πιθανότητα).
- Με εκφράσεις που περιέχουν να (ώστε να, που να) → υποτακτική.
Παραδείγματα:
- Τα αυτοκίνητα πήγαιναν τόσο αργά, που έμοιαζαν σταματημένα.
- Ήταν τόσο στενοχωρημένοι, ώστε τίποτα δε θα τους έκανε να γελάσουν.
- Του δόθηκαν τόσες λίγες ευκαιρίες, ώστε να μην μπορεί να κάνει τίποτα.
Το «ώστε» το συναντάς και ως παρατακτικό σύνδεσμο, όταν ενώνει δύο ανεξάρτητες προτάσεις μετά από τελεία ή άνω τελεία («Πήγα καλά στις εξετάσεις· ώστε πέρασα με άριστα»). Εδώ όμως μιλάμε για το «ώστε» ως υποτακτικό σύνδεσμο, που εξαρτά μια πρόταση από άλλη.
Υποθετικές προτάσεις — ο υποθετικός λόγος ⚖️
Οι υποθετικές προτάσεις δηλώνουν την προϋπόθεση που πρέπει να ισχύει για να γίνει αυτό που λέει η κύρια πρόταση.
- Σύνδεσμοι και εκφράσεις εισαγωγής: αν, εάν, άμα, και εκφράσεις όπως εφόσον, έτσι και, στην περίπτωση που.
Μια υποθετική πρόταση μαζί με την κύρια πρόταση που εξαρτά αποτελούν έναν υποθετικό λόγο. Τα δύο μέρη του έχουν το δικό τους όνομα:
| Μέρος | Όνομα | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Η δευτερεύουσα υποθετική πρόταση | Υπόθεση | Αν του μιλήσεις... |
| Η κύρια πρόταση | Απόδοση | ...θα σ' ακούσει. |
Το είδος ενός υποθετικού λόγου κρίνεται αποκλειστικά από τις εγκλίσεις και τους χρόνους που χρησιμοποιούνται στην υπόθεση και στην απόδοση — όχι από το νόημα που νομίζεις ότι έχει το «αν». Γι' αυτό, όταν αναλύεις έναν υποθετικό λόγο, πρώτα εντόπισε το ρήμα της υπόθεσης και το ρήμα της απόδοσης, και μετά ψάξε τον πίνακα.
Τα είδη του υποθετικού λόγου
Υπάρχουν δύο τρόποι να κατηγοριοποιηθούν οι υποθετικοί λόγοι: μια απλούστερη διάκριση σε δύο βασικά είδη, και μια πιο αναλυτική διάκριση σε τέσσερα είδη.
Η απλή διάκριση (δύο είδη):
-
Υποθετικός λόγος του πραγματικού: αν αληθεύει η υπόθεση, τότε αληθεύει και η απόδοση. Η υπόθεση έχει ρήμα σε οριστική οποιουδήποτε χρόνου εκτός από παρατατικό και υπερσυντέλικο, ενώ η απόδοση μπορεί να έχει ρήμα σε οποιαδήποτε έγκλιση.
- Αν του μιλήσεις, θα σ' ακούσει.
- Αν θέλεις να είσαι υγιής, μην κάνεις καταχρήσεις.
-
Υποθετικός λόγος του μη πραγματικού: αυτό που λέει η υπόθεση ούτε πραγματοποιήθηκε ούτε πρόκειται να πραγματοποιηθεί — και το ίδιο ισχύει και για την απόδοση. Η υπόθεση έχει ρήμα σε παρατατικό ή υπερσυντέλικο, και η απόδοση έχει θα + παρατατικό ή θα + υπερσυντέλικο.
- Αν την ήξερε, θα την αναγνώριζε. (δεν την ήξερε, άρα δεν την αναγνώρισε)
- Αν είχαμε φτάσει νωρίς, θα είχαμε προλάβει τα αδέλφια σου. (δεν φτάσαμε νωρίς)
Η αναλυτική διάκριση προσθέτει δύο ακόμη είδη, ανάμεσα στα δύο παραπάνω:
-
Υποθετικός λόγος της απλής σκέψης του ομιλητή: αυτό που λέει η υπόθεση παρουσιάζεται απλώς ως μια προσωπική άποψη ή γνώμη του ομιλητή, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν είναι πραγματοποιήσιμο ή όχι. Η υπόθεση έχει ρήμα σε οριστική παρατατικού, και η απόδοση έχει θα + οριστική παρατατικού ή θα + οριστική μέλλοντα.
- Αν επέμενε περισσότερο ο Σωτήρης, θα λυνόταν η παρεξήγηση.
- Αν μένατε μόνοι, θα τελειώνατε τις εργασίες του σχολείου.
-
Υποθετικός λόγος του προσδοκώμενου ή του επαναλαμβανόμενου: αυτό που λέει η υπόθεση παρουσιάζεται είτε ως κάτι που περιμένουμε να γίνει με βεβαιότητα (προσδοκώμενο) είτε ως κάτι που επαναλαμβάνεται συνεχώς (επαναλαμβανόμενο).
- Όταν είναι προσδοκώμενο: η υπόθεση έχει ρήμα σε υποτακτική αορίστου (σπανιότερα παρακειμένου), και η απόδοση έχει οριστική μέλλοντα ή προστακτική.
- Αν θυμηθείς όσα σου είπα την προηγούμενη φορά, έλα.
- Όταν είναι επαναλαμβανόμενο: η υπόθεση έχει ρήμα σε υποτακτική αορίστου (σπανιότερα παρακειμένου), και η απόδοση έχει οριστική ενεστώτα.
- Αν ξενυχτήσει, ξυπνάει άρρωστος το πρωί.
- Όταν είναι προσδοκώμενο: η υπόθεση έχει ρήμα σε υποτακτική αορίστου (σπανιότερα παρακειμένου), και η απόδοση έχει οριστική μέλλοντα ή προστακτική.
Συγκεντρωτικά:
| Είδος υποθετικού λόγου | Τι δηλώνει | Έγκλιση/χρόνος στην υπόθεση | Έγκλιση/χρόνος στην απόδοση |
|---|---|---|---|
| Του πραγματικού | Αν αληθεύει η υπόθεση, αληθεύει και η απόδοση | Οριστική (οποιουδήποτε χρόνου εκτός παρατατικού/υπερσυντελίκου) | Οποιαδήποτε έγκλιση |
| Του μη πραγματικού | Ούτε η υπόθεση ούτε η απόδοση πραγματοποιήθηκαν ή πρόκειται να πραγματοποιηθούν | Παρατατικός ή υπερσυντέλικος | θα + παρατατικός ή θα + υπερσυντέλικος |
| Της απλής σκέψης του ομιλητή | Προσωπική άποψη/γνώμη, χωρίς να εξετάζεται αν είναι εφικτό | Οριστική παρατατικού | θα + οριστική παρατατικού ή θα + οριστική μέλλοντα |
| Του προσδοκώμενου | Κάτι που περιμένουμε να γίνει με βεβαιότητα | Υποτακτική αορίστου (σπάνια παρακειμένου) | Οριστική μέλλοντα ή προστακτική |
| Του επαναλαμβανόμενου | Κάτι που συμβαίνει κάθε φορά, επαναλαμβάνεται | Υποτακτική αορίστου (σπάνια παρακειμένου) | Οριστική ενεστώτα |
Παρατηρήσεις για τον υποθετικό λόγο
- Η υπόθεση μπορεί να εκφραστεί και με ευθεία ερώτηση, χωρίς τη λέξη «αν»: Θέλεις χρήματα; Δούλεψε (= αν θέλεις χρήματα, δούλεψε).
- Η υποθετική πρόταση μπορεί να προηγείται ή να ακολουθεί την απόδοση, χωρίς να αλλάζει το νόημα: Αν ζητήσει πολλά, θα χάσει και τα λίγα = Θα χάσει και τα λίγα, αν ζητήσει πολλά.
- Μπορεί να υπάρχουν δύο ή περισσότερες υποθετικές προτάσεις με αντίθετο περιεχόμενο και μία μόνο απόδοση. Τότε συνδέονται είτε με είτε... είτε (χωρίς υποθετικό σύνδεσμο) είτε με και... και (με υποθετικό σύνδεσμο): Είτε έρθεις είτε δεν έρθεις, εγώ θα φύγω.
- Το «αν / εάν» δεν εισάγει πάντα καθαρή υπόθεση· μπορεί να εκφράζει και άλλες σχέσεις:
- Αιτία: Αν δεν έρθει πρώτος στους αγώνες ο ανιψιός μου, δε λυπάμαι (= επειδή δεν θα έρθει πρώτος).
- Αντίθεση: Αν είναι καλοί αυτοί στο κολύμπι, εμείς είμαστε στο περπάτημα.
- Αποτέλεσμα: Αν έχει καλή υγεία, το οφείλει στην περιποίηση που έχει.
Το ίδιο μόριο «αν» μπορεί να ανοίγει και μια πλάγια ερωτηματική πρόταση («Δεν ξέρω αν θα έρθει» = δεν ξέρω το ερωτηματικό «θα έρθει;»), που δεν έχει καμία σχέση με την προϋπόθεση ενός υποθετικού λόγου. Ο ρόλος του κρίνεται πάντα από το νόημα της πρότασης.
Εναντιωματικές και παραχωρητικές προτάσεις 🔄
Και οι δύο δηλώνουν αντίθεση προς αυτό που λέει η κύρια πρόταση, αλλά με μια σημαντική διαφορά στο πώς παρουσιάζεται αυτή η αντίθεση.
Εναντιωματικές προτάσεις: δηλώνουν αντίθεση προς αυτό που ισχύει στην κύρια πρόταση.
- Σύνδεσμοι και εκφράσεις εισαγωγής: αν και, ενώ, μολονότι, και εκφράσεις όπως αντί να, παρ' όλο που, ακόμη κι αν, και ας, έστω κι αν.
- Άρνηση: δε(ν) — αλλά και μη(ν), όταν εισάγονται με «και ας».
- Έγκλιση: οριστική.
- Παράδειγμα: Ενώ δεν ήταν ιδιαίτερα έξυπνος, είχε πάντοτε στη ζωή του επιτυχίες. / Αν και δεν ήταν μορφωμένος, μιλούσε θαυμάσια.
Παραχωρητικές προτάσεις: δηλώνουν παραχώρηση, δηλαδή «ακόμη κι αν δεχτούμε ότι...» — αντίθεση προς κάτι που θεωρείται απλώς ενδεχόμενο ή μη πραγματικό.
- Εκφράσεις εισαγωγής: και αν, που να, ας κ.ά.
- Άρνηση: μη(ν) (ή δε[ν], αν εισάγονται με «ακόμα κι αν»).
- Έγκλιση: οριστική παρελθοντικού χρόνου ή υποτακτική.
- Παραδείγματα: Θα περάσεις να τον δεις, που να χαλάσει ο κόσμος. / Θα δεχτούν να εργαστούν τις αργίες, ακόμη κι αν δεν πάρουν χρήματα.
Η εναντιωματική δηλώνει κάτι που πράγματι ισχύει παρά την αντίθεση («Ενώ δεν ήταν έξυπνος» — πράγματι δεν ήταν). Η παραχωρητική δηλώνει κάτι υποθετικό ή ακραίο, σαν να λέμε «ας υποθέσουμε ότι...» («Ακόμη κι αν δεν πάρουν χρήματα» — δεν ξέρουμε αν θα πάρουν ή όχι, το θεωρούμε απλώς ενδεχόμενο). Το «ακόμη κι αν», «και ας», «έστω κι αν» είναι καλά σημάδια παραχώρησης.
Χρονικές προτάσεις ⏰
Οι χρονικές προτάσεις δηλώνουν πότε γίνεται αυτό που λέει η κύρια πρόταση.
- Σύνδεσμοι εισαγωγής: όταν, σαν, ενώ, καθώς, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις, προτού, όποτε, ώσπου, ωσότου, και εκφράσεις όπως όσο, ό,τι, εκεί που, έως ότου, κάθε που.
- Άρνηση: δε(ν) — εκτός αν εισάγονται με έκφραση που περιέχει «να», οπότε η άρνηση είναι μη(ν).
Ανάλογα με το πότε συμβαίνει η ενέργεια της χρονικής πρότασης σε σχέση με την κύρια, οι χρονικές προτάσεις εκφράζουν:
- Προτερόχρονο (η ενέργεια γίνεται πριν): Αφού ετοίμασε όλα του τα πράγματα, ξεκίνησε για το ταξίδι.
- Υστερόχρονο (η ενέργεια γίνεται μετά): Θα επιμένει καθημερινά στις απόψεις του, έως ότου πεισθούν όλοι.
- Σύγχρονο (οι δύο ενέργειες γίνονται ταυτόχρονα): Όποτε μπαίνει στην τάξη ο Γιώργος, η Ανθή γελάει.
Ως προς την έγκλιση, εκφέρονται συνήθως ως εξής:
| Έγκλιση | Πότε χρησιμοποιείται | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Οριστική | Όταν δηλώνουν πραγματικό γεγονός | Καθώς προχωρούσε αμέριμνος στον δρόμο, ήρθε ξαφνικά επάνω του ένα σπουργίτι. |
| Οριστική (δυνατότητα) | Όταν εκφράζουν γεγονός που ενδέχεται να γίνει | Όταν θα απολυόταν από τον στρατό, θα έβαζε τις βάσεις για μια νέα δουλειά. |
| Υποτακτική αορίστου | Όταν δηλώνουν προσδοκώμενη πράξη | Η Έφη θα πάρει το πτυχίο της, πριν να πάρει ο Γιάννης απολυτήριο. |
| Υποτακτική ενεστώτα ή αορίστου | Όταν δηλώνουν πράξη που επαναλαμβάνεται συνεχώς | Όποτε διαβάσει Φυσική, νιώθει συνεπαρμένος. |
Παρατήρησες ότι η υποτακτική αορίστου για το προσδοκώμενο/επαναλαμβανόμενο εμφανίζεται και στις χρονικές προτάσεις και στον υποθετικό λόγο; Δεν είναι σύμπτωση: και στις δύο περιπτώσεις η γλώσσα χρησιμοποιεί την ίδια έγκλιση για να δηλώσει κάτι που περιμένουμε να συμβεί ή που συμβαίνει κάθε φορά.
Πολλές λέξεις που εισάγουν χρονικές προτάσεις (όπως το «ενώ», το «καθώς», το «αφού») εισάγουν σε άλλα συμφραζόμενα και άλλου είδους προτάσεις (εναντιωματική, αιτιολογική). Δεν αναγνωρίζεις το είδος της πρότασης μόνο από τον σύνδεσμο, αλλά πάντα και από το νόημα που έχει μέσα στη συγκεκριμένη πρόταση.