1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Υποτακτική σύνδεση: Ονοματικές προτάσεις 🔗

Όταν σε μια περίοδο υπάρχουν περισσότερες από μία προτάσεις, αυτές μπορεί να συνδέονται με δύο τρόπους: με παρατακτική σύνδεση ή με υποτακτική σύνδεση. Στην υποτακτική σύνδεση η μία πρόταση (η δευτερεύουσα ή εξαρτημένη) δεν είναι ισότιμη με την άλλη (την κύρια), αλλά εξαρτάται από αυτήν και συμπληρώνει το νόημά της. Η εξάρτηση αυτή γίνεται με υποτακτικούς συνδέσμους, με αναφορικές ή ερωτηματικές αντωνυμίες και με αναφορικά ή ερωτηματικά επιρρήματα.

Οι δευτερεύουσες προτάσεις που προκύπτουν από την υποτακτική σύνδεση χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  • τις ονοματικές προτάσεις, που λειτουργούν στον λόγο σαν ουσιαστικά (δηλαδή μπορούν να είναι υποκείμενο, αντικείμενο κ.λπ.)
  • τις επιρρηματικές προτάσεις, που λειτουργούν σαν επιρρήματα

Σ' αυτή την ενότητα θα γνωρίσουμε τις ονοματικές προτάσεις: τις ειδικές, τις βουλητικές, τις ενδοιαστικές και τις πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις.

Γιατί λέγονται «ονοματικές»;

Μια ονοματική πρόταση μπορεί να αντικατασταθεί νοητά από ένα ουσιαστικό, χωρίς να αλλάξει ο ρόλος της στην πρόταση. Π.χ. στο «Ξέρω ότι θα έρθεις» η πρόταση «ότι θα έρθεις» παίζει τον ρόλο αντικειμένου, ακριβώς όπως θα έπαιζε και μια λέξη όπως «Ξέρω την απάντηση».

Ειδικές προτάσεις 📢

Ειδικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με τους ειδικούς συνδέσμους: πως, που, ότι. Με αυτές τις προτάσεις εξειδικεύεται, δηλαδή διευκρινίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια, το νόημα ενός ρήματος, ενός ονόματος ή μιας περίφρασης.

Οι ειδικές προτάσεις λειτουργούν στην πρόταση ως:

  • Αντικείμενο σε ρήματα και εκφράσεις που σημαίνουν κάτι σαν «λέω, δηλώνω, νομίζω, νιώθω, καταλαβαίνω, γνωρίζω» κ.τ.λ.
    • π.χ. Ξέρω πολύ καλά ότι ο Γιώργος θα έρθει στην ώρα του.
  • Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα ή απρόσωπες εκφράσεις με παρόμοια σημασία.
    • π.χ. Λέγεται ότι ο καιρός θα χαλάσει.
  • Επεξήγηση (σπανιότερα προσδιορισμός) σε ουσιαστικά με παρόμοια σημασία, καθώς και σε δεικτικές ή αόριστες αντωνυμίες.
    • π.χ. Προχθές στο σχολείο μας βγήκε μια φήμη, ότι θα μας επισκεφθεί ο υπουργός. — Έχει την ελπίδα ότι θα πετύχει.

Οι ειδικές προτάσεις έχουν άρνηση δε(ν) και εκφέρονται (δηλαδή διατυπώνονται) με οριστική — είτε απλή οριστική είτε οριστική που δηλώνει το πιθανό ή το δυνατό.

  • π.χ. Οι καθηγητές ήταν σίγουροι ότι ο Χατζής θα είναι ο πρώτος μαθητής.
  • π.χ. Οι γονείς του Χατζή πίστευαν ότι ο γιος τους θα αρίστευε.

ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ

Το τελικό ν των αρνητικών επιρρημάτων δε(ν) και μη(ν) διατηρείται στον γραπτό και τον προφορικό λόγο μόνο στις περιπτώσεις που ακολουθούν:

  • φωνήεντα
  • τα σύμφωνα κ, π, τ, γκ, μπ, ντ, τσ, τζ, ξ, ψ

Σε κάθε άλλη περίπτωση το τελικό «ν» παραλείπεται.

Βουλητικές προτάσεις 💭

Βουλητικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με το να και συμπληρώνουν την έννοια ρημάτων και εκφράσεων που δηλώνουν συνήθως βούληση, όπως «θέλω, ζητώ, προτρέπω, επιθυμώ, εμποδίζω» κ.τ.λ.

Οι βουλητικές προτάσεις λειτουργούν στην πρόταση ως:

  • Αντικείμενο σε ρήματα και εκφράσεις με βουλητική σημασία («θέλω, επιθυμώ, μπορώ, εμποδίζω» κ.τ.λ.)
    • π.χ. Οι μαθητές της Α΄ τάξης δεν μπορούν να λύσουν τις ασκήσεις των μαθηματικών.
  • Υποκείμενο σε απρόσωπα ρήματα και απρόσωπες εκφράσεις με παρόμοια σημασία («πρέπει, απαγορεύεται, είναι δυνατό» κ.τ.λ.)
    • π.χ. Δεν είναι δυνατό να δουλεύει κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ.
  • Επεξήγηση σε ουσιαστικά με παρόμοια σημασία, καθώς και σε δεικτικές ή αόριστες αντωνυμίες
    • π.χ. Ο Φάνης ζούσε με μια ελπίδα, να γυρίσει στην πατρίδα του.
  • Προσδιορισμός σε ουσιαστικά και επίθετα με παρόμοια σημασία («πόθος, θέληση, πρόθυμος, έτοιμος» κ.τ.λ.)
    • π.χ. Η Ιφιγένεια ήταν πάντα πρόθυμη να απαντήσει σε ό,τι τη ρωτούσε ο καθηγητής.

Οι βουλητικές προτάσεις έχουν άρνηση μη(ν) και εκφέρονται συνήθως με υποτακτική.

  • π.χ. Θέλει πάντα να μην είναι μόνος του.

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι βουλητικές προτάσεις εκφέρονται με τύπους παρελθοντικού χρόνου, επειδή εκφράζεται είτε μια ευχή που δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί είτε απλώς μια επιθυμία ή σκέψη αυτού που μιλάει.

  • π.χ. Ήθελε να ήταν μικρός να έπαιζε στη γειτονιά του.
  • π.χ. Είναι αδύνατο να έφτασε τόσο νωρίς στο σπίτι του.
Το «να» και ο συμπλεκτικός σύνδεσμος «και»

Πολλές φορές στην καθημερινή ομιλία το «και» μπορεί να αντικαταστήσει το «να» που εισάγει μια δευτερεύουσα πρόταση: αντί για «Άρχισε να βρέχει» λέμε «Άρχισε και βρέχει». Είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα του πόσο στενά συνδέονται μεταξύ τους οι δύο τρόποι σύνδεσης προτάσεων στα ελληνικά.

Ενδοιαστικές προτάσεις 😟

Ενδοιαστικές (ή διστακτικές) ονομάζονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με τους ενδοιαστικούς συνδέσμους: μη(ν), μήπως. Εκφράζουν έναν ενδοιασμό για το αν θα γίνει ή δε θα γίνει κάτι.

Οι ενδοιαστικές προτάσεις λειτουργούν στην πρόταση ως:

  • Αντικείμενο σε ρήματα και εκφράσεις που δηλώνουν φόβο ή ανησυχία («φοβάμαι, ανησυχώ, έχω την υποψία» κ.τ.λ.)
    • π.χ. Ανησυχούσε η μητέρα του Γιώργου μήπως και δε γράψει ο γιος της στις εξετάσεις.
  • Επεξήγηση σε ουσιαστικά με παρόμοια σημασία, καθώς και σε δεικτικές και αόριστες αντωνυμίες
    • π.χ. Είχε πάντα την ίδια αγωνία, μήπως δεν προλάβει το αεροπλάνο.
  • Προσδιορισμός σε ουσιαστικά με παρόμοια σημασία
    • π.χ. Έβρεχε πολύ και γι' αυτό τους κυρίεψε ο φόβος μήπως δεν μπορέσουν να περάσουν το ποτάμι.

Οι ενδοιαστικές προτάσεις έχουν άρνηση δε(ν) και εκφέρονται με υποτακτική.

  • π.χ. Φοβάται μήπως δεν μπορέσει να φέρει τη δουλειά σε πέρας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν όποιος μιλάει θέλει να παρουσιάσει κάτι σαν πραγματικό, οι ενδοιαστικές προτάσεις εκφέρονται και με οριστική.

  • π.χ. Είχε τον φόβο μήπως τον είδαν έξω από το σχολείο.

Πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις ❓

Πλάγιες ερωτηματικές (ή πλάγιες ερωτήσεις) ονομάζονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με:

  • ερωτηματικές αντωνυμίες (ποιος, πόσος, τι κ.τ.λ.)
  • ερωτηματικά επιρρήματα (πού, πώς, πότε κ.τ.λ.)
  • ορισμένους συνδέσμους, όπως το αν, το γιατί, το μήπως

Εκφράζουν ερώτηση ή απορία. Ακριβώς όπως και οι κανονικές ερωτηματικές προτάσεις (οι λεγόμενες ευθείες ερωτήσεις), διακρίνονται σε προτάσεις ολικής άγνοιας και μερικής άγνοιας.

Οι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις λειτουργούν στην πρόταση ως:

  • Αντικείμενο σε ρήματα και εκφράσεις που δηλώνουν ερώτηση, απορία, αίσθηση, αμφιβολία κ.τ.λ. («ρωτώ, απορώ, νιώθω, βλέπω, αμφιβάλλω, δεν έχω ιδέα, δεν είμαι βέβαιος» κ.τ.λ.)
    • π.χ. Νιώθω πόσο πολύ θέλεις να πετύχεις στη σχολή της προτίμησής σου.
  • Υποκείμενο σε απρόσωπες εκφράσεις με παρόμοια σημασία
    • π.χ. Δεν είναι ακόμη γνωστό πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
  • Επεξήγηση σε ουσιαστικά με παρόμοια σημασία («ερώτηση, απορία, αμφιβολία» κ.τ.λ.) και σε δεικτικές και αόριστες αντωνυμίες
    • π.χ. Ο Ανδρέας έχει πάντα την ίδια απορία, αν η παιδαγωγική είναι επιστήμη ή όχι.
  • Προσδιορισμός σε ουσιαστικά με παρόμοια σημασία
    • π.χ. Ο καθηγητής μας κ. Ιωάννου ξεκινούσε πάντα το μάθημά του με την ερώτηση αν έχουμε διαβάσει το μάθημά μας.

Οι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις έχουν άρνηση δε(ν) — όταν όμως υπάρχει το «να», έχουν άρνηση μη(ν). Εκφέρονται με:

  • οριστική, όταν εκφράζουν κάτι πραγματικό ή μια δυνατότητα
  • υποτακτική, όταν εκφράζουν απορία

Παραδείγματα:

  • Απορούμε όλοι οι φίλοι του γιατί δεν έρχεται στις εκδηλώσεις τελευταία.
  • Φαντάζεσαι τι θα μπορούσε να πετύχει με λίγη προσπάθεια παραπάνω;
  • Αναρωτιέμαι γιατί να μην έρχεται ακόμα.
Από ευθεία ερώτηση σε πλάγια ερώτηση

Κάθε πλάγια ερωτηματική πρόταση κρύβει από πίσω της μια ευθεία ερώτηση. Η ερώτηση «Πότε θα έρθεις;» γίνεται πλάγια όταν τη «ντύνουμε» μέσα σε μια άλλη πρόταση: «Δεν ξέρω πότε θα έρθεις». Το ερωτηματικό ύφος παραμένει, αλλά η πρόταση χάνει το ερωτηματικό της σημείο στίξης και γίνεται εξαρτημένη από το ρήμα «ξέρω».