Εγκλίσεις, τροπικότητες και ποιόν ενέργειας 🎭
Όταν μιλάμε, δεν λέμε απλώς «τι» συμβαίνει· δείχνουμε και πώς το βλέπουμε: σαν κάτι σίγουρο, σαν κάτι πιθανό, σαν μια διαταγή, σαν μια ευχή. Αυτό ακριβώς κάνουν οι εγκλίσεις του ρήματος. Παράλληλα, το ρήμα μάς δείχνει και αν μια ενέργεια είναι μια στιγμιαία πράξη, κάτι που συνεχίζεται ή κάτι που έχει ήδη ολοκληρωθεί — αυτό είναι το ποιόν ενέργειας. Τέλος, κάθε ρήμα «συμφωνεί» με το πρόσωπο και τον αριθμό του υποκειμένου του. Σε αυτή την ενότητα θα δούμε και τα τρία.
γ. Εγκλίσεις και τροπικότητες
Τι είναι οι εγκλίσεις
Με τις εγκλίσεις δηλώνεται πώς θέλουμε να παρουσιάσουμε κάθε φορά αυτό που σημαίνει το ρήμα. Οι εγκλίσεις διαφοροποιούνται είτε μορφολογικά (δηλαδή αλλάζει η μορφή του ρήματος) είτε με τη χρήση μορίων πριν από τους ρηματικούς τύπους (π.χ. να, ας) και είναι δύο ειδών: οι προσωπικές και οι απρόσωπες.
- Οι προσωπικές εγκλίσεις έχουν ξεχωριστούς μορφολογικούς τύπους για τα διάφορα πρόσωπα του ρήματος και είναι η οριστική, η υποτακτική και η προστακτική, π.χ. Περπάτα γρήγορα (προστακτική).
- Οι απρόσωπες εγκλίσεις είναι αυτές που δε διαθέτουν ξεχωριστούς μορφολογικούς τύπους για τα διάφορα πρόσωπα του ρήματος και είναι το απαρέμφατο και η μετοχή, π.χ. Διαβάζει ακούγοντας μουσική (μετοχή).
Οι εγκλίσεις είναι οι μορφολογικοί τύποι του ρήματος (οριστική, υποτακτική κτλ.), ενώ οι τροπικότητες είναι οι σημασίες που αυτές εκφράζουν (βεβαιότητα, ευχή, υποχρέωση κτλ.). Η ίδια έγκλιση μπορεί να εκφράζει πολλές διαφορετικές τροπικότητες, ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Οι προσωπικές εγκλίσεις
Η οριστική εκφράζει κατά κανόνα μια ενέργεια ή μια κατάσταση πραγματική και βέβαιη, π.χ. Η Ελλάδα ανήκει στην Ενωμένη Ευρώπη. Συχνά όμως μπορεί να εκφράζει και άλλες σημασίες, όπως:
- τη δυνατότητα να γίνει κάτι, π.χ. Θα πετούσε από τη χαρά του, αν έπαιρνε το δίπλωμα
- την πιθανότητα, π.χ. Δεν ήρθε ακόμη. Θα τον πήρε ο ύπνος
- την ευχή, π.χ. Ας τον έβλεπε κι ας ήταν για λίγο
- την παράκληση, π.χ. Δεν προσέχεις λιγάκι τη διατροφή σου;
Η οριστική έχει κανονικά άρνηση δε(ν). Όταν δηλώνει ευχή, έχει άρνηση μη(ν).
Η υποτακτική εκφράζει κατά κανόνα το ζητούμενο, το ενδεχόμενο και το επιθυμητό, π.χ. Αν μαγειρέψω γεμιστά, θα είναι όλοι ευχαριστημένοι. Συχνά παίρνει και άλλες σημασίες, όπως:
- της προτροπής, π.χ. Ας σταματήσετε αυτή τη φλυαρία!
- της παραχώρησης, π.χ. Ας δεχτούμε στην εκδρομή ακόμη έναν
- της ευχής, π.χ. Μακάρι να ζήσει
- της απορίας, π.χ. Δεν είναι καθόλου καλά τα νέα, πώς να του το πω;
- της προσταγής, π.χ. Να τα πεις όλα
- της απαγόρευσης, π.χ. (Nα) Μην πιστεύεις στον καθένα
Η υποτακτική χαρακτηρίζεται από τη χρήση των μορίων να, ας, καθώς και από το ότι συνδυάζεται με τους συνδέσμους αν, εάν, όταν, πριν, πριν να, μόλις, προτού, άμα, για να, μήπως. Στις απαγορεύσεις χρησιμοποιείται συνήθως η υποτακτική χωρίς το μόριο να, π.χ. (Να) Μην τον ακούς σε ό,τι σου λέει. Η υποτακτική έχει την άρνηση μη(ν).
Η προστακτική, ανάλογα με την επικοινωνιακή συνθήκη, μπορεί να εκφράζει προσταγή (π.χ. Προχωρήστε αργά και σταθερά προς τα εμπρός), παράκληση (π.χ. Ελάτε, σας παρακαλώ, στις θέσεις σας) κ.ά.
Οι απρόσωπες εγκλίσεις
Η μετοχή. Η νέα ελληνική διαθέτει κατά βάση τρεις τύπους μετοχής:
- τη μετοχή του ενεστώτα ενεργητικής φωνής
- τη μετοχή του ενεστώτα παθητικής φωνής
- τη μετοχή του παρακειμένου της παθητικής φωνής
Η μετοχή του ενεστώτα ενεργητικής φωνής (σε -οντας, -ώντας) είναι άκλιτη και δηλώνει πράξη που γίνεται ταυτόχρονα με την πράξη που δηλώνει το ρήμα της πρότασης στην οποία βρίσκεται η μετοχή, π.χ. Έδινε εντολές με τα χέρια μιλώντας ταυτόχρονα στο κινητό. Έχει πάντα το υποκείμενό της σε πτώση ονομαστική και είναι συνήθως το ίδιο με το υποκείμενο του ρήματος που προσδιορίζει (συνημμένη μετοχή), π.χ. Η Ελένη έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Σε σπάνιες περιπτώσεις το υποκείμενο της μετοχής μπορεί να είναι διαφορετικό από το υποκείμενο του ρήματος που προσδιορίζει, π.χ. Ανεβαίνοντας το βουνό, ο ιδρώτας άρχισε να ρέει ασταμάτητα. Η μετοχή αυτή εκφράζει διάφορες επιρρηματικές σχέσεις, κυρίως τρόπο, αλλά και χρόνο, αιτία, υπόθεση και εναντίωση (επιρρηματική μετοχή), π.χ. Έφυγε περπατώντας βιαστικά.
Ο τύπος της μετοχής του παρακειμένου της παθητικής φωνής (σε -μένος) κλίνεται στα τρία γένη και στους δύο αριθμούς και λειτουργεί ως επίθετο (επιθετική μετοχή), π.χ. Οι μαθητές της Β΄ τάξης ήταν χθες αναστατωμένοι.
Η μετοχή του ενεστώτα της παθητικής φωνής (σε -όμενος) κλίνεται κι αυτή στα τρία γένη και στους δύο αριθμούς και λειτουργεί ως επίθετο (επιθετική μετοχή), π.χ. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν το τιμώμενο πρόσωπο. Ορισμένες από αυτές τις μετοχές έγιναν ουσιαστικά, π.χ. Το ζητούμενο της οικονομίας είναι η αύξηση των εσόδων.
Στους τύπους της μετοχής συμπεριλαμβάνονται και οι περιφραστικοί τύποι για τη μετοχή του παρακειμένου της ενεργητικής και της παθητικής φωνής (π.χ. έχοντας γράψει). Λειτουργούν όπως η μετοχή του ενεστώτα ενεργητικής φωνής, μόνο που δηλώνουν πράξη προτερόχρονη από την πράξη που δηλώνει το ρήμα της κύριας πρότασης, π.χ. Έχοντας γράψει όλες τις επιστολές, ένιωθε σίγουρος για το μέλλον.
Οι μετοχές του ενεστώτα ενεργητικής φωνής σε -ων, -ουσα, -ον ή -ών, -ούσα, -όν/-ούν, του αορίστου ενεργητικής φωνής (-ας, -ασα, -αν) και του αορίστου παθητικής φωνής (-είς, -είσα, -έν) προέρχονται από την Καθαρεύουσα και χρησιμοποιούνται σε πολύ τυπικό ύφος, λειτουργώντας συνήθως ως επίθετα, π.χ. Οι ελπίσαντες στη βελτίωση της οικονομίας διαψεύστηκαν ή Τα ενισχυθέντα με τόνους τσιμέντου φράγματα άντεξαν στην ισχυρή πίεση του ποταμού.
Το απαρέμφατο είναι ένας άκλιτος τύπος του ρήματος που χρησιμοποιείται στον σχηματισμό περιφραστικών χρόνων, π.χ. έχει ανοίξει, έχουμε ζήσει.
Τι είναι οι τροπικότητες
Τροπικότητες ονομάζονται οι διάφορες σημασιολογικές λειτουργίες που εκφράζονται με τη χρήση των εγκλίσεων και δείχνουν την υποκειμενική στάση του ομιλητή, π.χ. Να κερδίσει το λαχείο και τότε ποιος τον πιάνει! (υποθετική τροπικότητα). Οι τροπικότητες είναι δύο ειδών: η επιστημική και η δεοντική.
- Επιστημική τροπικότητα είναι αυτή που σχετίζεται με τον βαθμό της βεβαιότητας που εκφράζει ο ομιλητής γι' αυτό που λέει, π.χ. Πρέπει να περάσατε πολύ καλά στο ταξίδι.
- Δεοντική τροπικότητα είναι αυτή που σχετίζεται με τον βαθμό της αναγκαιότητας που εκφράζει ο ομιλητής για την πραγματοποίηση αυτού που λέει, π.χ. Λέω να πάω σήμερα θέατρο.
Οι τροπικότητες εκφράζονται στη νέα ελληνική με πολλά γλωσσικά στοιχεία (π.χ. συνδυασμοί συνδέσμων, τροπικά ρήματα, εκφράσεις) αλλά και εξωγλωσσικά (π.χ. ανασήκωμα ώμων, χειρονομίες). Εξετάζονται μαζί με τις εγκλίσεις, γιατί και οι εγκλίσεις —κυρίως οι προσωπικές— εκφράζουν τροπικότητες.
Η επιστημική τροπικότητα
Η επιστημική τροπικότητα καλύπτει ένα φάσμα σημασιών σχετικών με τη βεβαιότητα του ομιλητή γι' αυτό που λέει, που στο ένα άκρο βρίσκεται η υπόθεση και στο άλλο η ρητά δηλωμένη βεβαιότητα.
| Σημασία | Πώς εκφέρεται | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Υπόθεση | να + υποτακτική, αν, εάν, άμα, έτσι και, ας + οριστική πολλών χρόνων κ.ά. | Να ξέρουν οι άνθρωποι τι χάνουν από τη ζωή στο χωριό, θα φύγουν από τις πόλεις. |
| Δυνατότητα | μπορεί + υποτακτική, ίσως + υποτακτική, θα + οριστική κ.ά. | Φέτος, λόγω του καιρού, μπορεί να έχουμε μεγάλη παραγωγή λαδιού. |
| Πιθανότητα | πρέπει + υποτακτική, θα + οριστική κ.ά. | Ο θείος σου πρέπει να έχει πολλά χρήματα για να τα ξοδεύει τόσο εύκολα. |
| Βεβαιότητα | απλή οριστική, συχνά με επιρρήματα βεβαιότητας | Ο Κολόμβος σίγουρα ανακάλυψε την Αμερική. |
Η πιθανότητα είναι πιο «ισχυρή» από τη δυνατότητα: όταν λέμε μπορεί να βρέξει, αφήνουμε ανοιχτό το ενδεχόμενο· όταν λέμε πρέπει να βρέξει (με την έννοια «σίγουρα θα βρέξει»), δείχνουμε μεγαλύτερη πεποίθηση ότι κάτι ισχύει.
Η δεοντική τροπικότητα
Η δεοντική τροπικότητα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα σημασιών σχετικών με την προσδοκία πραγματοποίησης αυτών που λέει ο ομιλητής, που στο ένα άκρο της βρίσκεται η απλή επιθυμία και στο άλλο η υποχρέωση.
| Σημασία | Πώς εκφέρεται | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| Επιθυμία | θέλω + υποτακτική | Όλοι θέλουν να έχουν καλή υγεία. |
| Ευχή | απλή υποτακτική, ας, να, μακάρι, που + υποτακτική | Ας πλύνει καμιά φορά το αυτοκίνητο. / Να μπεις στην εκκλησία, έστω και για λίγο. |
| Πρόθεση | ρήματα πρόθεσης (στοχεύω να, σκοπεύω να, προτίθεμαι να, λέω να) + υποτακτική | Οι μαθητές της Γ΄ Λυκείου σκοπεύουν να πάνε φέτος εκδρομή στην Ιταλία. |
| Υποχρέωση | προστακτική, ή πρέπει / είναι ανάγκη / είναι υποχρεωμένος + υποτακτική | Φέτος ο Γιάννης πρέπει να πάρει το πτυχίο του. |
Στη δεοντική τροπικότητα η ευχή θεωρείται πιο ισχυρή σημασία από την απλή επιθυμία — δεν λέμε απλώς τι θα θέλαμε, αλλά το ευχόμαστε ενεργά, συχνά με λέξεις όπως «μακάρι».
δ. Το ποιόν ενέργειας
Το ποιόν ενέργειας είναι μια μορφολογική κατηγορία που αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει ο ομιλητής το αν η ενέργεια που δηλώνει το ρήμα εμφανίζεται ως ολοκληρωμένη, ως εξελισσόμενη κτλ. Το ποιόν ενέργειας του ρήματος ονομάζεται και τρόπος ή όψη.
Στη νέα ελληνική υπάρχουν τρία είδη ποιού ενέργειας:
- Το μη συνοπτικό (ή εξακολουθητικό-επαναλαμβανόμενο) ποιόν ενέργειας παρουσιάζει την ενέργεια που δηλώνει το ρήμα ως συνεχιζόμενο ή επαναλαμβανόμενο γεγονός, π.χ. Κάθε μέρα πίνει ένα ποτήρι γάλα. / Ο Βασίλης πότιζε τον κήπο, όταν άρχισε να αστράφτει.
- Το συνοπτικό (ή συνοπτικό-στιγμιαίο) ποιόν ενέργειας παρουσιάζει την ενέργεια που δηλώνει το ρήμα ως γεγονός ολοκληρωμένο, αλλά δίνεται έμφαση κυρίως στην ίδια την πράξη και όχι στη χρονική διάρκεια, π.χ. Έψαξε όλο τον κόσμο, αλλά δεν τον βρήκε. / Η Φωτεινή φέτος θέλει να αυξήσει τα έσοδά της.
- Το συντελεσμένο ποιόν ενέργειας δηλώνει μια ενέργεια η οποία έγινε πριν από τη χρονική στιγμή που εκφωνείται ο λόγος, αλλά το αποτέλεσμά της εξακολουθεί να ισχύει και στο παρόν, π.χ. Ο ήλιος έχει ανατείλει από ώρα. / Όταν φτάσει ο τελευταίος αθλητής στο τέρμα, ο πρώτος θα έχει πάρει και τα βραβεία.
Οι χρόνοι που παρουσιάζουν το μη συνοπτικό ποιόν ενέργειας σχηματίζονται από το ενεστωτικό θέμα, ενώ οι χρόνοι που παρουσιάζουν το συνοπτικό και το συντελεσμένο ποιόν ενέργειας σχηματίζονται από το αοριστικό θέμα.
Ο χρόνος μας λέει πότε γίνεται κάτι (παρόν, παρελθόν, μέλλον), ενώ το ποιόν ενέργειας μας λέει πώς εξελίσσεται αυτό που γίνεται (συνεχώς, στιγμιαία, ή με αποτέλεσμα που ισχύει ακόμη). Γι' αυτό, για παράδειγμα, τόσο ο αόριστος («έγραψα») όσο και ο συνοπτικός μέλλοντας («θα γράψω») έχουν το ίδιο ποιόν ενέργειας — το συνοπτικό — αν και δηλώνουν εντελώς διαφορετικό χρόνο.
ε. Πρόσωπο και αριθμός
Πρόσωπα ονομάζουμε τους μορφολογικούς τύπους που δείχνουν τα πρόσωπα της ομιλίας (α΄, β΄, γ΄), ενώ αριθμό τους μορφολογικούς τύπους που δείχνουν την ποσότητα των υποκειμένων του ρήματος (ενικός, πληθυντικός), π.χ. Εσείς πότε θα πάτε στην εκδήλωση;
Συμφωνία προσώπου και αριθμού
Το ρήμα συμφωνεί κανονικά με το πρόσωπο και τον αριθμό των προσώπων που δηλώνονται από την ονοματική φράση του υποκειμένου. Στον λόγο όμως είναι δυνατό να διαφοροποιείται το πρόσωπο και ο αριθμός που δηλώνει το γραμματικό υποκείμενο από το πραγματικό υποκείμενο. Οι περιπτώσεις αυτές είναι οι εξής:
- Όταν θέλουμε να απευθυνθούμε ευγενικά σε κάποιο πρόσωπο με το οποίο δεν έχουμε οικειότητα, χρησιμοποιούμε πληθυντικό (πληθυντικός ευγενείας), π.χ. Πιστέψατε σε αυτά που σας είπε η κ. Αντωνίου; (αντί Πίστεψες…).
- Όταν θέλουμε να αναφερθούμε αόριστα σε κάποιον, χρησιμοποιούμε το δεύτερο πρόσωπο ενικού ή το τρίτο πληθυντικού αντί για την αόριστη αντωνυμία κανείς + γ΄ πρόσωπο, π.χ. Με τον Ζαφειρόπουλο περνάς πάντα πολύ καλά (αντί περνά κανείς…) ή Από πού πάνε για την Κόρινθο; (αντί Από πού πάει κανείς…).
- Όταν θέλουμε να απευθυνθούμε με πολύ φιλικό ή και εχθρικό τρόπο σε κάποιον, χρησιμοποιούμε το γ΄ ενικό πρόσωπο αντί του β΄ ενικού ή πληθυντικού, π.χ. Τι προτιμάει ο φίλος; (αντί Τι προτιμάτε;) ή Τι θέλει η κυρία; (αντί Τι θέλεις…;).
- Όταν δίνουμε οδηγίες με φιλικό τρόπο ή συνταγή μαγειρικής, χρησιμοποιούμε συχνά το α΄ πληθυντικό πρόσωπο αντί του β΄ πληθυντικού, π.χ. Βάζουμε ένα κιλό αλεύρι και το ανακατεύουμε με λίγο νερό (αντί Βάζετε… ανακατεύετε).
- Όταν θέλουμε να δείξουμε ότι συμμετέχουμε συναισθηματικά σε αυτά που εκφράζει το ρήμα, χρησιμοποιούμε το α΄ πληθυντικό αντί του β΄ ενικού ή πληθυντικού, π.χ. Πώς περάσαμε χθες; (αντί Πώς πέρασες…;).
Όταν διαβάζεις μια συνταγή μαγειρικής, ο συγγραφέας δεν εννοεί ότι μαγειρεύει μαζί σου — χρησιμοποιεί το α΄ πληθυντικό για να σου δώσει οδηγίες με πιο ζεστό, φιλικό τρόπο, σαν να το κάνετε παρέα.
Απρόσωπα ρήματα
Υπάρχει μια κατηγορία ρημάτων που χρησιμοποιούνται στο τρίτο ενικό πρόσωπο, συνήθως χωρίς λεξικό υποκείμενο. Τα ρήματα αυτά ονομάζονται απρόσωπα. Ως απρόσωπα ρήματα χρησιμοποιούνται:
- ρήματα που σχηματίζονται μόνο στο γ΄ ενικό πρόσωπο, τα οποία ονομάζονται τριτοπρόσωπα, π.χ. επείγει, πρέπει
- το γ΄ ενικό πρόσωπο προσωπικών ρημάτων, π.χ. αξίζει, μπορεί
- το γ΄ ενικό πρόσωπο ρημάτων που δηλώνουν φυσικά φαινόμενα, π.χ. αστράφτει, βρέχει
- το γ΄ ενικό πρόσωπο ρημάτων παθητικής φωνής, π.χ. επιτρέπεται, φαίνεται
Παρόμοια λειτουργία με αυτήν των απρόσωπων ρημάτων έχουν και οι απρόσωπες εκφράσεις. Σχηματίζονται συνήθως με το γ΄ ενικό πρόσωπο του ρήματος είμαι και ένα επίθετο ή ουσιαστικό, π.χ. Είναι σίγουρο ότι η γλώσσα μας εξελίσσεται. / Είναι κρίμα που δεν ήρθε.
Πολλά απρόσωπα ρήματα (π.χ. πρέπει, αξίζει) φαίνονται να μην έχουν υποκείμενο, αλλά στην πραγματικότητα το υποκείμενό τους είναι συχνά ολόκληρη μια πρόταση, π.χ. στο Πρέπει να φύγεις, υποκείμενο του πρέπει είναι το να φύγεις.