1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η ρηματική φράση: ορισμός, λειτουργία, διαθέσεις και φωνές 🎬

Το ρήμα ως κέντρο της πρότασης

Κάθε φορά που φτιάχνουμε μια πρόταση, υπάρχει μια λέξη γύρω από την οποία «χτίζονται» όλες οι άλλες: το ρήμα. Από συντακτική άποψη, το ρήμα είναι το κεντρικό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται κάθε πρόταση της νέας ελληνικής. Με το ρήμα εκφράζεται η ενέργεια ή η κατάσταση του υποκειμένου, δηλαδή αυτού που «κάνει» ή «παθαίνει» ή απλώς «βρίσκεται» κάπου, π.χ.:

Οι επιβάτες κατεβαίνουν από το λεωφορείο.

Το ρήμα εδώ («κατεβαίνουν») μας λέει τι κάνουν οι επιβάτες. Χωρίς αυτό, η πρόταση δεν θα είχε νόημα.

Το ρήμα όμως δεν λέει απλώς «τι γίνεται». Καθορίζει και τον αριθμό και το είδος των άλλων λέξεων που θα το συνοδεύσουν, δηλαδή «θεμελιώνει» ολόκληρο το μήνυμα της πρότασης. Δες τη διαφορά:

Εργάζεται στο κατάστημα του θείου του.
Συνεργάζεται με τον θείο του.

Δύο ρήματα που μοιάζουν, αλλά το καθένα «ζητάει» διαφορετική συνοδεία: το «εργάζεται» πάει με στο (τόπο), ενώ το «συνεργάζεται» πάει με με (πρόσωπο). Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι το ρήμα καθορίζει τι θα υπάρχει γύρω του στην πρόταση.

Το ρήμα δίνει ζωή στην πρόταση

Μια πρόταση χωρίς ρήμα μένει «κουτσή» και ασαφής. Αν κάποιος σου πει μόνο «Πολύ το λεωφορείο», καταλαβαίνεις ότι κάτι συμβαίνει με το λεωφορείο, αλλά όχι τι ακριβώς — άργησε; χάλασε; γέμισε; Μόλις προστεθεί το ρήμα («Άργησε πολύ το λεωφορείο»), το νόημα ολοκληρώνεται αμέσως.

Τι είναι η ρηματική φράση

Το ρήμα σπάνια μένει μόνο του μέσα στην πρόταση. Συνήθως συνοδεύεται από άλλες λέξεις που το συμπληρώνουν, όπως το αντικείμενο, το κατηγορούμενο ή διάφορα επιρρηματικά στοιχεία. Όλο αυτό το σύνολο —το ρήμα μαζί με ό,τι το συμπληρώνει— ονομάζεται ρηματική φράση.

Ο Παύλος ακούει ραδιόφωνο.

Εδώ η ρηματική φράση είναι «ακούει ραδιόφωνο»: το ρήμα «ακούει» μαζί με το αντικείμενό του «ραδιόφωνο».

Η ρηματική φράση μπορεί όμως να αποτελείται και μόνο από το ρήμα, χωρίς τίποτα άλλο:

Η Ζωή παίζει.

Σε αυτή την περίπτωση ολόκληρη η ρηματική φράση είναι μία και μόνη λέξη.

Πολλές φορές οι λέξεις που συνθέτουν μια ρηματική φράση είναι τόσο στενά δεμένες νοηματικά, ώστε θα μπορούσαν να αποδοθούν και με ένα μόνο ρήμα:

Ο Σωτήρης νιώθει πλήξη → Ο Σωτήρης πλήττει.

Αυτό δείχνει ότι η ρηματική φράση λειτουργεί σαν ενιαίο νοηματικό «πακέτο»: το ρήμα και ό,τι το συνοδεύει δουλεύουν μαζί για να δώσουν ένα πλήρες νόημα.

Ο ρόλος της ρηματικής φράσης στην πρόταση

Συνοψίζοντας: η ρηματική φράση είναι αυτή που διευκρινίζει, επεξηγεί και ολοκληρώνει το νόημα που θέλει να δώσει μια πρόταση. Χωρίς αυτήν, η επικοινωνία μένει ημιτελής.

Αξίζει να προσέξουμε ότι η ολοκλήρωση του νοήματος μπορεί μερικές φορές να προκύψει και από τα συμφραζόμενα — δηλαδή από τη συζήτηση γύρω από αυτό που λέγεται — χωρίς να χρειάζεται να προστεθεί ρητά το ρήμα ή ολόκληρη η ρηματική φράση. Σε έναν διάλογο, για παράδειγμα:

Α. Αυτό το διώροφο που βλέπετε μπροστά σας ανήκει στον αδελφό μου.
Β. Ο κήπος; (δηλαδή: ο κήπος σε ποιον ανήκει;)
Α. Ο κήπος ο οποίος είναι μπροστά στο κτίριο είναι κοινόχρηστος και τον ποτίζουμε εκ περιτροπής όλοι οι συνιδιοκτήτες.
Β. Με το λάστιχο; (δηλαδή: τον ποτίζετε με το λάστιχο;)
Α. Λειτουργεί κανονικά;
Β. Ασφαλώς. (δηλαδή: ασφαλώς λειτουργεί κανονικά)

Στις σύντομες απαντήσεις «Ο κήπος;», «Με το λάστιχο;», «Ασφαλώς» δεν υπάρχει ρητό ρήμα, όμως το νόημα καταλαβαίνεται πλήρως, γιατί το ρήμα εννοείται από όσα ειπώθηκαν πριν. Αυτό δεν αναιρεί τον κανόνα — απλώς δείχνει ότι στη ζωντανή γλώσσα η επικοινωνία στηρίζεται πολλές φορές και στο πλαίσιο, όχι μόνο στις λέξεις που ακούγονται.

Διαθέσεις και φωνές: δύο διαφορετικά πράγματα

Φτάνουμε τώρα σε δύο όρους που συχνά μπερδεύονται μεταξύ τους: τη φωνή και τη διάθεση του ρήματος. Μοιάζουν, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα — και εδώ θα δούμε γιατί έχει σημασία η διαφορά τους για τη σύνταξη της πρότασης.

Η φωνή είναι μια κατηγορία που αφορά τη μορφή του ρήματος: είναι απλώς οι ομάδες μορφολογικών τύπων στις οποίες χωρίζονται τα ρήματα της νέας ελληνικής. Υπάρχουν δύο φωνές: η ενεργητική (π.χ. γράφ-ω, αγαπ-ώ) και η παθητική (π.χ. γράφ-ομαι, αγαπ-ιέμαι). Η φωνή, δηλαδή, είναι κυρίως ζήτημα κατάληξης — πώς «ντύνεται» το ρήμα.

Η διάθεση, αντίθετα, αφορά το νόημα: είναι η ιδιότητα του ρήματος που δείχνει αν το υποκείμενο ενεργεί, ή παθαίνει, ή απλώς βρίσκεται σε μια κατάσταση. Οι διαθέσεις είναι τέσσερις: ενεργητική, παθητική, μέση και ουδέτερη.

Επομένως, η φωνή είναι χαρακτηριστικό της Μορφολογίας του ρήματος (πώς σχηματίζεται η λέξη), ενώ η διάθεση είναι χαρακτηριστικό της Σύνταξης και της Σημασιολογίας (τι σημαίνει η λέξη και πώς λειτουργεί μέσα στην πρόταση). Σε αυτή την ενότητα μας ενδιαφέρει ακριβώς αυτό το δεύτερο: πώς η διάθεση του ρήματος επηρεάζει τη δομή της πρότασης — ποιοι όροι εμφανίζονται, ποιος «κάνει» και ποιος «παθαίνει» μέσα στην πρόταση.

Οι τέσσερις διαθέσεις

Ενεργητική διάθεση

Ενεργητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δείχνουν πως το υποκείμενο ενεργεί. Τα ρήματα αυτά λέγονται ενεργητικά, π.χ.:

Ο διευθυντής του σχολείου επιβραβεύει τρεις μαθητές.

Τα ενεργητικά ρήματα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  • Μεταβατικά: η ενέργεια του υποκειμένου «περνάει» (μεταβιβάζεται) σε κάποιο πρόσωπο, ζώο, κατάσταση ή πράγμα. Π.χ. Η Βασιλική κόβει πατάτες.
  • Αμετάβατα: η ενέργεια του υποκειμένου δεν «περνάει» πουθενά αλλού. Π.χ. Τα παιδιά παίζουν.

Μερικά ρήματα άλλοτε λειτουργούν ως μεταβατικά και άλλοτε ως αμετάβατα, ανάλογα με τη χρήση τους:

Η Ζωή σπουδάζει Φιλοσοφία (μεταβατικό — έχει αντικείμενο).
Η Ζωή σπουδάζει στο εξωτερικό (αμετάβατο — δεν έχει αντικείμενο).

Η ενεργητική διάθεση χρησιμοποιείται πολύ πιο συχνά από την παθητική, ιδίως στον καθημερινό προφορικό λόγο και στον μη επίσημο γραπτό λόγο.

Παθητική διάθεση

Παθητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δείχνουν πως το υποκείμενο παθαίνει κάτι, π.χ.:

Η Φρόσω αδικήθηκε από τις φίλες της.

Αυτός ή αυτό που προκαλεί το «πάθημα» άλλοτε παραλείπεται εντελώς:

Ο δάσκαλος ζαλίστηκε.

και άλλοτε εκφράζεται με μια φράση που αρχίζει συνήθως με την πρόθεση από (σπανιότερα με το με):

Ο δάσκαλος ζαλίστηκε από τις φωνές.

Η φράση αυτή («από τις φωνές») ονομάζεται ποιητικό αίτιο.

Πότε προτιμάται η παθητική διάθεση; Όταν ο ομιλητής θέλει να δώσει έμφαση στο αποτέλεσμα της ενέργειας — σε αντίθεση με την ενεργητική διάθεση, όπου δίνεται έμφαση στην ίδια την ενέργεια αλλά και στον δράστη της. Δες τη διαφορά:

Οι τελικοί βαθμοί δικαίωσαν τους φοιτητές (ενεργητική — έμφαση στην ενέργεια και στον δράστη).
Οι φοιτητές δικαιώθηκαν από τους τελικούς βαθμούς (παθητική — έμφαση στο αποτέλεσμα).

Η παθητική διάθεση χρησιμοποιείται κυρίως στον γραπτό λόγο, σε ύφος τυπικό και ουδέτερο, και είναι πολύ συχνή στον δημοσιογραφικό λόγο των ειδήσεων.

Γιατί οι ειδήσεις είναι γεμάτες παθητική φωνή

Παρατήρησε τη διαφορά ανάμεσα σε «Ο υπουργός πολιτισμού εγκαινίασε την έκθεση» και «Εγκαινιάστηκε η έκθεση από τον υπουργό πολιτισμού». Η δεύτερη διατύπωση, πιο τυπική και γραπτή, δίνει έμφαση στο γεγονός (την έκθεση) και όχι τόσο στο πρόσωπο που το έκανε — γι' αυτό οι δημοσιογράφοι τη χρησιμοποιούν τόσο συχνά. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα το ποιητικό αίτιο παραλείπεται εντελώς, π.χ. «Για σήμερα προβλέπεται αίθριος καιρός» — δεν μας ενδιαφέρει «ποιος» το προβλέπει, αλλά το ίδιο το αποτέλεσμα.

Μέση διάθεση

Μέση διάθεση έχουν τα ρήματα που δείχνουν πως η ενέργεια που κάνει το υποκείμενο επιστρέφει στο ίδιο. Τα ρήματα αυτά λέγονται μέσα, π.χ.:

Η Χριστίνα χτενίζεται προσεκτικά.

Δεν είναι απαραίτητο όμως το υποκείμενο να εκτελεί το ίδιο την ενέργεια· μπορεί κάποιος άλλος να την κάνει για λογαριασμό του:

Ο κλητήρας του σχολείου μας κουρεύεται στον κουρέα της γειτονιάς του.

(Δεν κουρεύει ο ίδιος τον εαυτό του — τον κουρεύει ο κουρέας — αλλά η ενέργεια «επιστρέφει» σε αυτόν ως αποτέλεσμα.)

Μέσα στη μέση διάθεση ξεχωρίζουμε δύο ειδικές περιπτώσεις:

  • Αυτοπαθή ρήματα: η ενέργεια επιστρέφει άμεσα στο ίδιο το υποκείμενο. Π.χ. Η Σοφία λούζεται.
  • Αλληλοπαθή ρήματα: δύο ή περισσότερα υποκείμενα αλληλοεπηρεάζονται. Π.χ. Ο Τάκης και ο Κώστας τηλεφωνιούνται συχνά.

Ουδέτερη διάθεση

Ουδέτερη διάθεση έχουν τα ρήματα που δείχνουν πως το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε παθαίνει κάτι — απλώς βρίσκεται σε μια κατάσταση. Τα ρήματα αυτά λέγονται ουδέτερα, π.χ.:

Ο Παύλος κοιμάται πολύ.

(Ο Παύλος δεν κάνει κάτι σε κάποιον άλλο, ούτε του συμβαίνει κάτι από έξω — απλώς βρίσκεται στην κατάσταση του ύπνου.)

Η σχέση διάθεσης και φωνής: μια ανακεφαλαίωση

Αξίζει να ξαναδούμε συγκεντρωμένα τη διαφορά ανάμεσα στις δύο έννοιες:

ΦωνήΔιάθεση
Τι είναιΜορφολογική κατηγορία (η «μορφή» του ρήματος)Συντακτική/σημασιολογική κατηγορία (το «νόημα» του ρήματος)
Πόσα είδη έχει2: ενεργητική, παθητική4: ενεργητική, παθητική, μέση, ουδέτερη
Τι δείχνειΤην κατάληξη/τον μορφολογικό τύποΑν το υποκείμενο ενεργεί, παθαίνει ή βρίσκεται σε κατάσταση
Παράδειγμα αναντιστοιχίαςλιώνω (ενεργητική φωνή)ίδιο ρήμα, αλλά παθητική/μέση διάθεση

Το σημαντικό για τη σύνταξη της πρότασης δεν είναι λοιπόν πώς «γράφεται» το ρήμα, αλλά τι σημαίνει — γιατί αυτό καθορίζει ποιοι όροι θα εμφανιστούν γύρω του. Ένα ενεργητικό-μεταβατικό ρήμα, για παράδειγμα, «ζητάει» αντικείμενο («Η Βασιλική κόβει πατάτες»), ενώ ένα παθητικό ρήμα συχνά συνοδεύεται από ποιητικό αίτιο αντί για αντικείμενο («Η Φρόσω αδικήθηκε από τις φίλες της»). Η επιλογή της διάθεσης, δηλαδή, δεν είναι απλώς στιλιστική — αλλάζει τη δομή ολόκληρης της πρότασης.

Η ίδια είδηση, δύο διαφορετικές δομές

Σύγκρινε τις δύο προτάσεις: «Η ΓΣΕΕ προγραμμάτισε νέες κινητοποιήσεις» και «Προγραμματίζονται νέες κινητοποιήσεις από τη ΓΣΕΕ». Το περιεχόμενο είναι το ίδιο, όμως η δομή της πρότασης αλλάζει εντελώς: στην πρώτη το υποκείμενο («η ΓΣΕΕ») είναι ο δράστης και το αντικείμενο είναι «νέες κινητοποιήσεις»· στη δεύτερη το «νέες κινητοποιήσεις» γίνεται υποκείμενο, ενώ η ΓΣΕΕ μετατρέπεται σε ποιητικό αίτιο. Αυτό δείχνει καθαρά πώς η αλλαγή διάθεσης (από ενεργητική σε παθητική) αναδιατάσσει τους όρους της πρότασης.