Κείμενο – Περίοδος – Πρόταση 🧩
Ως τώρα έμαθες πώς σχηματίζονται και πώς κλίνονται οι λέξεις — άρθρα, ουσιαστικά, ρήματα και τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Από εδώ και πέρα αλλάζει η οπτική: δεν κοιτάμε πια τη λέξη μόνη της, αλλά το πώς οι λέξεις συνδυάζονται μεταξύ τους για να φτιάξουν προτάσεις, περιόδους και τελικά ολόκληρα κείμενα. Αυτό το κομμάτι της γραμματικής λέγεται σύνταξη, και αυτή η ενότητα είναι η πρώτη σου γνωριμία μαζί της.
1.1 Το κείμενο και η περίοδος: ορισμοί
Ξεκινάμε από το μεγαλύτερο «κομμάτι» λόγου και προχωράμε προς το μικρότερο.
Κείμενο ονομάζεται ένα σύνολο από λέξεις που έχει νοηματική αυτοτέλεια και συνοχή. Ένα κείμενο μπορεί να αποτελείται από πολλές φράσεις, από μία και μόνο φράση, ή ακόμα και από τμήμα μιας φράσης. Μέσα του υπάρχουν στοιχεία από τις προθέσεις —δηλαδή τους σκοπούς— του δημιουργού του, καθώς και νοήματα που παραπέμπουν σε καταστάσεις έξω από τη γλώσσα, με τις οποίες το κείμενο σχετίζεται. Ένα κείμενο μπορεί να είναι προφορικό (π.χ. μια συζήτηση, μια ομιλία) ή γραπτό (π.χ. ένα γράμμα, ένα άρθρο, ακόμα και ένα μήνυμα σε φίλο).
Δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο ένα κείμενο για να «μετράει» ως κείμενο. Μια πινακίδα που γράφει απλώς «ΕΞΟΔΟΣ» είναι κείμενο, γιατί στέκεται μόνη της και έχει πλήρες νόημα μέσα στην κατάσταση στην οποία εμφανίζεται. Το ίδιο και μια απάντηση «Ναι» σε μια ερώτηση.
Μέσα σε ένα κείμενο ξεχωρίζουμε μικρότερες μονάδες: την περίοδο και την ημιπερίοδο.
Περίοδος ονομάζεται ένα σύνολο από λέξεις που εκφράζει ένα πλήρες νόημα. Μια περίοδος μπορεί να περιέχει μία, δύο ή και περισσότερες προτάσεις. Στον προφορικό λόγο η περίοδος βρίσκεται ανάμεσα σε παύσεις της φωνής· στον γραπτό λόγο βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες.
Ημιπερίοδος ονομάζεται ένα σύνολο από λέξεις που εκφράζει ένα νόημα, όχι όμως ολοκληρωμένο. Κι αυτή μπορεί να περιέχει μία ή περισσότερες προτάσεις. Στον γραπτό λόγο, στο τέλος της ημιπεριόδου μπαίνει άνω τελεία· στον προφορικό λόγο γίνεται μια παύση της φωνής, μικρότερη όμως από αυτήν που γίνεται στο τέλος της περιόδου. Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, στον γραπτό λόγο, η ημιπερίοδος τείνει να εξαφανίζεται.
Δες τη διαφορά στα παραδείγματα:
- Οι μαθητές συχνά υιοθετούν πρακτικές επίλυσης προβλημάτων παρόμοιες με αυτές που διδάσκονται. (περίοδος — ένα πλήρες, ολοκληρωμένο νόημα)
- Ο Γιώργος βγήκε από την αίθουσα κατάκοπος· τα μαλλιά του ανακατωμένα· τα ρούχα του τσαλακωμένα· όλα επάνω του ήταν σε απελπιστική κατάσταση. (ημιπερίοδοι — κάθε κομμάτι, εκτός από το τελευταίο, δίνει ένα νόημα που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί)
Το ίδιο κείμενο, γραμμένο με τον σύγχρονο τρόπο (χωρίς άνω τελείες, με κόμματα), θα αποδιδόταν έτσι: Ο Γιώργος βγήκε από την αίθουσα κατάκοπος, τα μαλλιά του ανακατωμένα, τα ρούχα του τσαλακωμένα. Όλα επάνω του ήταν σε απελπιστική κατάσταση.
Η περίοδος δεν είναι το ίδιο με την πρόταση. Η περίοδος είναι η μεγαλύτερη μονάδα — αυτό που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο τελείες — και μπορεί να περιέχει μία ή και πολλές προτάσεις μέσα της. Η πρόταση, όπως θα δεις παρακάτω, είναι η μικρότερη μονάδα που έχει το δικό της υποκείμενο και ρήμα. Μια περίοδος, δηλαδή, «χτίζεται» από μία ή περισσότερες προτάσεις.
1.2 Η πρόταση: ορισμός
Η πρόταση, στην απλούστερή της μορφή, είναι ένα σύνολο λέξεων που περιέχει ως απαραίτητα στοιχεία ένα υποκείμενο και ένα κατηγόρημα. Πολύ συχνά, ιδίως στον προφορικό λόγο, ο ένας από τους δύο αυτούς όρους μπορεί να μην εμφανίζεται στον λόγο, αλλά να εννοείται. Με την πρόταση είτε δίνεται ένα αυτοτελές νόημα είτε συμπληρώνεται το νόημα μιας άλλης πρότασης.
Παραδείγματα:
- Η γη γυρίζει. (πλήρης πρόταση, με υποκείμενο και ρήμα)
- Ο Γιάννης οδηγεί το αυτοκίνητό του.
- Τρέχει. (εννοείται το υποκείμενο — «αυτός/αυτή»)
- Τα παιδιά… (εννοείται το ρήμα, π.χ. «έρχονται», «φεύγουν», «κλαίνε»)
Μέσα σε μια πρόταση, οι λέξεις δεν είναι τυχαία στοιχισμένες — δένουν μεταξύ τους με δύο διαφορετικούς τρόπους.
Όταν οι όροι μιας πρότασης —όπως το άρθρο με το ουσιαστικό, το ρήμα με το ουσιαστικό, το επίρρημα με το ρήμα— συνδυάζονται μεταξύ τους μέσα στην ίδια πρόταση, λέμε ότι συνάπτουν συνταγματικές σχέσεις. Από την άλλη, ένας όρος μπορεί να αντικατασταθεί από έναν άλλον, όμοιου είδους, στο ίδιο σημείο της πρότασης — π.χ. στη φράση η μαμά αγκάλιασε το παιδί μπορούμε να βάλουμε στη θέση της «μαμάς» τη λέξη «Μαίρη»: η Μαίρη αγκάλιασε το παιδί. Οι όροι που μπορούν να αντικαθίστανται έτσι μεταξύ τους συνάπτουν παραδειγματικές σχέσεις.
Αυτά τα δύο είδη σχέσεων αντιστοιχούν σε δύο θεμελιώδεις άξονες του λόγου: τον συνταγματικό άξονα, που αφορά τους πιθανούς συνδυασμούς των όρων μέσα στην πρόταση, και τον παραδειγματικό άξονα, που αφορά τις ομάδες όμοιων όρων που μπορούν να αντικαταστήσουν η μία την άλλη σε διάφορα σημεία της πρότασης.
Φαντάσου μια πρόταση γραμμένη οριζόντια, λέξη-λέξη. Ο συνταγματικός άξονας είναι αυτή η οριζόντια γραμμή — η αλυσίδα των λέξεων όπως εμφανίζονται η μία μετά την άλλη. Ο παραδειγματικός άξονας είναι κάθετος σε κάθε θέση της αλυσίδας — όλες οι λέξεις που θα μπορούσαν να πάρουν τη θέση μιας συγκεκριμένης λέξης χωρίς να «σπάσει» η πρόταση. Έτσι λειτουργεί, στην ουσία, κάθε πρόταση που φτιάχνουμε: διαλέγουμε λέξεις (κάθετος άξονας) και τις βάζουμε στη σειρά (οριζόντιος άξονας).
1.3 Η σύνταξη της απλής πρότασης: οι όροι
α. Οι κύριοι όροι της πρότασης
Η απλή πρόταση περιέχει απαραίτητα δύο όρους: το υποκείμενο και το κατηγόρημα. Γύρω από αυτούς οργανώνονται όλοι οι υπόλοιποι όροι της πρότασης — αυτούς θα τους δεις σε επόμενες ενότητες.
Το υποκείμενο
Το υποκείμενο αποτελεί συνήθως το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος στην πρόταση. Το βρίσκουμε απαντώντας στην ερώτηση ποιος (ή ποια, ποιο κτλ.) κάνει αυτό που λέει το ρήμα της πρότασης.
Παράδειγμα: Η πρόταση έχει πέντε λέξεις. (Ερώτηση: ποια έχει πέντε λέξεις; Απάντηση: η πρόταση.)
Ως υποκείμενα χρησιμοποιούνται:
- ουσιαστικά, π.χ. Το μολύβι γράφει.
- αντωνυμίες, π.χ. Εσείς διαβάζετε.
- ουσιαστικοποιημένα επίθετα, π.χ. Οι μικροί βλέπουν τηλεόραση.
- ολόκληρες προτάσεις — είτε με πρόταξη του άρθρου, είτε προτάσεις που εισάγονται με το όποιος, ό,τι κτλ., π.χ. Όποιος βιάζεται σκοντάφτει.
Όταν το υποκείμενο είναι ουσιαστικό, αντωνυμία ή ουσιαστικοποιημένο επίθετο, βρίσκεται σε πτώση ονομαστική, π.χ. Τα παιδιά ζωγραφίζουν. Πολύ σπάνια, όταν θέλουμε να δηλώσουμε ένα ποσό κατά προσέγγιση, το υποκείμενο βρίσκεται σε πτώση αιτιατική, ύστερα από λέξεις όπως γύρω σε, περί κ.ά., π.χ. Μας επισκέφθηκαν γύρω στους πεντακόσιους μαθητές.
Το υποκείμενο παραλείπεται συχνά, όταν εννοείται από τα συμφραζόμενα. Παραλείπεται ιδιαίτερα συχνά όταν είναι προσωπική αντωνυμία, εκτός αν θέλουμε να τονίσουμε το πρόσωπο που δηλώνει η αντωνυμία, π.χ. Εσύ θα πας στον διευθυντή (εσύ, όχι εγώ). Δεν χρησιμοποιείται καθόλου υποκείμενο στα απρόσωπα ρήματα, π.χ. βρέχει, νύχτωσε.
Το ρήμα ή το κατηγόρημα
Το ρήμα αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία «χτίζεται» η πρόταση. Ονομάζεται και κατηγόρημα, γιατί «κατηγορεί» —δηλαδή φανερώνει τι κάνει, τι παθαίνει ή σε ποια κατάσταση βρίσκεται το υποκείμενό του, π.χ. Οι καθηγητές συνεδριάζουν.
Το κατηγόρημα μπορεί να εκφράζεται με δύο τρόπους:
- Μόνο με έναν ρηματικό τύπο (κατηγορηματικό ρήμα), π.χ. Ο διευθυντής μιλά.
- Με έναν τύπο του ρήματος είμαι ή κάποιου συγγενικού ρήματος, μαζί με ένα ουσιαστικό ή επίθετο, π.χ. Ο διευθυντής είναι ψηλός. Σε αυτή την περίπτωση, το ρήμα λέγεται συνδετικό, και το ουσιαστικό ή το επίθετο που το συνοδεύει ονομάζεται κατηγορούμενο.
Τα κυρίως συνδετικά ρήματα είναι το είμαι και το γίνομαι, π.χ. Ο πίνακας είναι μαύρος. Άλλα συνδετικά ρήματα είναι τα φαίνομαι, θεωρούμαι, λέγομαι, ονομάζομαι, κληρώνομαι, ανακηρύσσομαι, μένω, βρίσκομαι, ζω, στέκομαι, βγαίνω κ.ά., π.χ. Η αδελφή του φαίνεται μελαγχολική. Ο κ. Γιαλουράκης στέκεται όρθιος.
Ως κατηγορούμενα κανονικά χρησιμοποιούνται ουσιαστικά ή επίθετα. Συχνά όμως χρησιμοποιούνται και:
- άλλα μέρη του λόγου ή προτάσεις, όταν λειτουργούν ως επίθετα ή ουσιαστικά, π.χ. Η Μαρία είναι εκείνη; Το δωμάτιό της είναι άνω κάτω.
- εμπρόθετα, π.χ. Το βάζο είναι από γυαλί.
Όταν το κατηγορούμενο εκφράζει κάποια επιρρηματική σχέση, ονομάζεται επιρρηματικό κατηγορούμενο. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν στην πρόταση υπάρχει ρήμα που δηλώνει κίνηση, π.χ. Η Νίνα ήρθε πρώτη. Ο Παύλος ταξίδευε μοναχός του.
Το ρήμα ή το κατηγόρημα μπορεί να λείπει (ή να εννοείται) σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν εκφράζονται ζωηρά συναισθήματα, έντονες προσταγές, ευχές κτλ., π.χ. Τι ωραία! Στο καλό.
Σε ορισμένα ρήματα που συντάσσονται με δύο αιτιατικές, η μία αιτιατική εισάγει αντικείμενο και η άλλη ένα κατηγορούμενο του αντικειμένου, που μπορεί να είναι ουσιαστικό ή επίθετο, π.χ. Θεωρούν τον Νίκο επιμελή (μαθητή).
Η λέξη «κατηγόρημα» ακούγεται σαν να έχει σχέση με το να κατηγορεί κανείς κάποιον για κάτι κακό. Στη γραμματική όμως το «κατηγορώ» έχει την αρχαία σημασία του «λέω κάτι για κάποιον, αποδίδω κάτι σε κάποιον» — χωρίς αρνητική χροιά. Το ρήμα «κατηγορεί» το υποκείμενο με την έννοια ότι λέει, αποδίδει σε αυτό μια ιδιότητα, μια ενέργεια ή μια κατάσταση, καλή ή κακή, θετική ή ουδέτερη.
β. Η συμφωνία των κύριων όρων
Οι κύριοι όροι της πρότασης ακολουθούν ορισμένους κανόνες ως προς τη μεταξύ τους σχέση. Αυτοί οι κανόνες ονομάζονται στη σύνταξη συμφωνία.
Συμφωνία του ρήματος με το υποκείμενο
Κανονικά, το ρήμα συμφωνεί με το υποκείμενο ως προς τον αριθμό και το πρόσωπο, π.χ. Σήμερα οι εκπαιδευτικοί απεργούν.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου ο κανόνας αυτός δεν τηρείται απόλυτα:
- Όταν το υποκείμενο είναι περιληπτικό και βρίσκεται σε ενικό αριθμό, το ρήμα μπορεί να μπαίνει σε πληθυντικό, π.χ. Το σύνολο των μαθητών είχαν καλές εντυπώσεις γι' αυτόν.
- Όταν τα υποκείμενα ενός ρήματος είναι δύο ή περισσότερα, το ρήμα μπαίνει κανονικά στον πληθυντικό αριθμό, π.χ. Το άλογο, η αγελάδα και η κατσίκα ανήκουν στα τετράποδα ζώα.
- Πολλές φορές, όταν προηγείται το ρήμα και ακολουθούν υποκείμενα σε ενικό αριθμό, το ρήμα μπαίνει σε ενικό αριθμό, π.χ. Τον προστατεύει η εξυπνάδα του και η ευφράδειά του.
- Όταν τα υποκείμενα ενός ρήματος είναι δύο ή περισσότερα και ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα, το ρήμα μπαίνει στο επικρατέστερο πρόσωπο: το πρώτο πρόσωπο υπερισχύει του δεύτερου και του τρίτου, και το δεύτερο υπερισχύει του τρίτου, π.χ. Εσύ κι αυτός να έρθετε αύριο (δεύτερο πρόσωπο, γιατί υπερισχύει του τρίτου).
Συμφωνία του κατηγορούμενου με το υποκείμενο
- Όταν το κατηγορούμενο είναι επίθετο, συμφωνεί με το υποκείμενο στο γένος, στον αριθμό και στην πτώση, π.χ. Ο διάδρομος είναι στενός.
- Όταν το κατηγορούμενο είναι ουσιαστικό, συμφωνεί κανονικά με την πτώση του υποκειμένου, π.χ. Οι πόλεμοι είναι καταστροφή. Μπορεί όμως τυχαία να συμφωνεί και στο γένος και στον αριθμό, π.χ. Το αυτοκίνητό του είναι αστέρι.
- Σε σπάνιες περιπτώσεις, το κατηγορούμενο-επίθετο μπαίνει στον ενικό αριθμό του ουδέτερου γένους, ανεξάρτητα από τον αριθμό και το γένος του υποκειμένου, π.χ. Οι καβγάδες μεταξύ αδελφών είναι ακατανόητο (εννοείται: πράγμα).
- Όταν υπάρχουν στην πρόταση δύο ή περισσότερα υποκείμενα, το κατηγορούμενο μπαίνει κανονικά στον πληθυντικό αριθμό, π.χ. Οι γονείς και οι μαθητές είναι ενθουσιασμένοι με τη δασκάλα της πέμπτης τάξης.
- Όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερα έμψυχα υποκείμενα, το κατηγορούμενο μπαίνει στον πληθυντικό αριθμό, στο γένος των υποκειμένων, π.χ. Η Νίνα και η Σοφία είναι παντρεμένες. Όταν όμως τα υποκείμενα είναι διαφορετικού γένους, το κατηγορούμενο μπαίνει στον πληθυντικό, συνήθως στο επικρατέστερο γένος (το αρσενικό υπερισχύει του θηλυκού, και το θηλυκό του ουδετέρου), π.χ. Ο πατέρας του και η μητέρα του είναι αυστηροί.
- Όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερα υποκείμενα που δηλώνουν πράγματα, το κατηγορούμενο μπαίνει σε ουδέτερο γένος, ανεξάρτητα από το γένος των υποκειμένων, π.χ. Τα πλοία, οι βάρκες και οι φρεγάτες είναι πλωτά.
Όταν συναντάς μια πρόταση όπου το ρήμα ή το κατηγορούμενο δεν φαίνεται να «ταιριάζει» απόλυτα με το υποκείμενο —π.χ. ενικό υποκείμενο με ρήμα σε πληθυντικό, ή πολλά υποκείμενα με ρήμα σε ενικό— μην βιαστείς να το διορθώσεις ως λάθος. Πολύ συχνά πρόκειται για κανονική, αποδεκτή σύνταξη της ελληνικής, που εξηγείται από τη σημασία του υποκειμένου (π.χ. αν είναι περιληπτικό) ή από τη σειρά των λέξεων στην πρόταση (αν προηγείται το ρήμα).
γ. Η σειρά των κύριων όρων
Η σειρά με την οποία τοποθετούνται οι κύριοι όροι μέσα στην πρόταση είναι κανονικά ελεύθερη — δεν υπάρχει μία και μοναδική «σωστή» σειρά. Η σειρά συνήθως εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: ποιο στοιχείο θέλουμε να προβάλουμε στον λόγο, αν η πληροφορία που δίνει η πρόταση είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει καινούρια για τον ακροατή, τον επιτονισμό κτλ.
Σύγκρινε:
- Ο Βασίλης παρέδωσε τα βιβλία. (η έμφαση δίνεται στο υποκείμενο — μιλάμε για το ποιος τα παρέδωσε)
- Τα βιβλία παρέδωσε ο Βασίλης. (η έμφαση δίνεται στο αντικείμενο — μιλάμε για το τι παρέδωσε)
Και οι δύο προτάσεις είναι απόλυτα σωστές γραμματικά· απλώς προβάλλουν διαφορετικό στοιχείο ανάλογα με το τι θέλει να τονίσει ο ομιλητής.
Η ελληνική επιτρέπει μεγάλη ελευθερία στη σειρά των όρων, γιατί οι πτώσεις (ονομαστική, αιτιατική κτλ.) δείχνουν τον ρόλο κάθε λέξης στην πρόταση, ανεξάρτητα από τη θέση της. Σε γλώσσες όπως τα αγγλικά, όπου δεν υπάρχουν τόσο έντονες πτωτικές καταλήξεις, η σειρά των λέξεων είναι πολύ πιο αυστηρή, γιατί είναι αυτή —και όχι η κατάληξη— που δείχνει ποιος κάνει τι σε μια πρόταση.
Παρατηρώ και… καταλαβαίνω…
1. Το υποκείμενο και το κατηγορούμενο στην πράξη. Παρατήρησε τις παρακάτω προτάσεις:
- Οι υπάλληλοι της εταιρείας φαίνονται ευχαριστημένοι.
- Ορισμένα τρόφιμα κρίθηκαν ακατάλληλα.
- Ο Παναγιώτης χειροτονήθηκε διάκονος.
- Οι επιβάτες της πτήσης 205 αποδείχτηκαν τυχεροί.
Οι λέξεις υπάλληλοι, τρόφιμα, Παναγιώτης και επιβάτες είναι τα υποκείμενα των ρημάτων στις αντίστοιχες προτάσεις. Οι λέξεις ευχαριστημένοι, ακατάλληλα, διάκονος και τυχεροί είναι τα κατηγορούμενα στα αντίστοιχα υποκείμενα.
2. Η συμφωνία ρήματος-υποκειμένου στην πράξη. Κανονικά ο αριθμός του υποκειμένου συμφωνεί με τον αριθμό του ρήματος: όταν το υποκείμενο είναι ένα, το ρήμα μπαίνει σε ενικό· όταν τα υποκείμενα είναι πολλά, το ρήμα μπαίνει σε πληθυντικό. Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις, όπως φαίνεται στα παρακάτω αποσπάσματα:
- Ο κύριος όγκος των σπιτιών βλέπουν προς το πέλαγος, στη δεξιά και πιο ανοιχτή πλευρά του λιμανιού. (υποκείμενο σε ενικό — ρήμα σε πληθυντικό)
- Η Χριστίνα και ο Σωτήρης ήταν περίπου ογδόντα χρονών. Το ζευγάρι των ηλικιωμένων ζούσαν μαζί εδώ και σαράντα χρόνια. (υποκείμενο σε ενικό — ρήμα σε πληθυντικό)
- Δεν τον ενδιαφέρει πια ούτε η καριέρα του ούτε η θέση του ούτε η γνώμη του κόσμου. (υποκείμενα πολλά — ρήμα σε ενικό)
- Για το τελείωμα αυτού του κήπου χρειάζεται ακόμη ένας θάμνος, ένα δεντράκι και μια βρύση στη γωνία. (υποκείμενα πολλά — ρήμα σε ενικό)
Στο πρώτο και στο δεύτερο απόσπασμα, το υποκείμενο (ο όγκος, το ζευγάρι) βρίσκεται σε ενικό, αλλά το ρήμα σε πληθυντικό. Αυτό συμβαίνει γιατί τα υποκείμενα έχουν περιληπτική σημασία — ο ομιλητής έχει στο μυαλό του τα πολλά επιμέρους στοιχεία από τα οποία αποτελείται η περιληπτική έννοια. Στο τρίτο και στο τέταρτο απόσπασμα τα υποκείμενα είναι πολλά, αλλά το ρήμα μπαίνει σε ενικό, γιατί το ρήμα βρίσκεται πριν από τα υποκείμενα και επηρεάζεται από το πρώτο από αυτά. Αυτή η σύνταξη πάντως δεν είναι υποχρεωτική — θα μπορούσαμε να έχουμε και στις δύο περιπτώσεις απόλυτη συμφωνία.
3. Η συμφωνία κατηγορούμενου-υποκειμένου στην πράξη. Κανονικά, το κατηγορούμενο —όταν είναι κλιτό μέρος του λόγου με τρία γένη και δύο αριθμούς— συμφωνεί με το υποκείμενο στον αριθμό, στην πτώση και στο γένος. Επειδή όμως το κατηγορούμενο δεν έχει πάντα αυτά τα χαρακτηριστικά, και επειδή μπορεί να υπάρχουν περισσότερα από ένα υποκείμενα διαφορετικού γένους, ο κανόνας αυτός δεν ισχύει πάντα απόλυτα:
- Από τα αρχαία χρόνια πολλά θαλάσσια όντα έχουν γίνει πηγή έμπνευσης για μύθους και παραδόσεις.
- Η παράδοση αναφέρει πως ο Θεός, αν ήταν ψάρι, θα ήταν φάλαινα.
- Η Δημητρούλα είναι ένα άτολμο κορίτσι.
- Αυτός ο πίνακας είναι μια πλάνη.
- Οι συνεχείς χαλαζοπτώσεις είναι καταστροφικό (εννοείται: πράγμα).
- Οι κινήσεις που κάνουν οι χορευτές του μπαλέτου είναι ασύλληπτο (εννοείται: πράγμα).
- Ο γιος και η κόρη του Αχιλλέα είναι πολύ έξυπνοι.
- Οι ενήλικοι εκπαιδευόμενοι και εκπαιδευόμενες θεωρούνται πιο αποτελεσματικοί.
- Η μελιτζάνα και το σπανάκι ως τροφή θεωρούνται δύσπεπτα.
Στα παραπάνω παραδείγματα δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία υποκειμένου-κατηγορουμένου, είτε γιατί το κατηγορούμενο είναι ουσιαστικό (όπως στα τρία πρώτα παραδείγματα), είτε γιατί ο ομιλητής χρησιμοποιεί το ουδέτερο επίθετο σε ενικό αριθμό εννοώντας τη λέξη «πράγμα» (όπως στο πέμπτο και στο έκτο), είτε γιατί τα έμψυχα υποκείμενα είναι διαφορετικού γένους και το κατηγορούμενο μπαίνει στο επικρατέστερο γένος (όπως στο έβδομο και στο όγδοο), είτε γιατί τα υποκείμενα είναι άψυχα διαφορετικού γένους και το κατηγορούμενο μπαίνει σε ουδέτερο γένος (όπως στο ένατο).