Μόρια 🔹
11.1 Ορισμός - Λειτουργία - Χρήση - Είδη
Τα μόρια είναι μονοσύλλαβες λέξεις που χρησιμοποιούνται στη νέα ελληνική με διάφορες σημασίες. Είναι λέξεις πολύ μικρές σε μέγεθος, αλλά η καθεμιά τους δίνει στην πρόταση μια ιδιαίτερη «χροιά»: μπορεί να δείχνει προτροπή, βεβαιότητα, πιθανότητα ή δείξη.
Τα μόρια της νέας ελληνικής είναι πέντε: ας, για, θα, μα, να.
Τα μόρια είναι, όπως όλα τα άκλιτα μέρη του λόγου, αμετάβλητα — δεν έχουν πτώσεις, γένη, αριθμούς ή πρόσωπα. Σε αντίθεση με τους συνδέσμους, τα μόρια δεν συνδέουν λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους· απλώς προσθέτουν μια σημασία σε αυτό που λέγεται.
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τα μόρια της νέας ελληνικής, τι φανερώνει το καθένα, πώς ονομάζεται ανάλογα με τη σημασία του και παραδείγματα χρήσης του.
| Μόριο | Φανερώνει | Ονομάζεται | Παραδείγματα |
|---|---|---|---|
| ας | προτροπή, συγκατάθεση | προτρεπτικό | Ας φάμε τώρα. / Ας γίνει όπως λες. |
| για | προτροπή | προτρεπτικό | Για πάμε μέχρι εκεί. |
| θα | κάτι που θα γίνει· κάτι που θα μπορούσε να γίνει· κάτι που είναι πιθανόν να έχει συμβεί | μελλοντικό· δυνητικό· πιθανολογικό | Θα σου πω. / Δε σου άρεσε. Αλλιώς, θα έτρωγες. / Μάλλον θα τελείωσε. |
| μα | επιβεβαίωση, όρκο | ορκωτικό | Μα την αλήθεια. / Μα τον Θεό. |
| να | δείξη | δεικτικό | Να το χωριό μου. |
Το μόριο θα δεν έχει μόνο μία χρήση. Στην πρόταση «Θα σου πω» δηλώνει κάτι που πρόκειται να συμβεί (μελλοντικό). Στο «Αλλιώς, θα έτρωγες» δηλώνει κάτι που θα μπορούσε να γίνει κάτω από μια προϋπόθεση (δυνητικό). Και στο «Μάλλον θα τελείωσε» δηλώνει μια πιθανότητα για κάτι που ίσως έχει ήδη συμβεί (πιθανολογικό). Το ίδιο μόριο αλλάζει «χροιά» ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Σύμφωνα με ορισμένες περιγραφές της νέας ελληνικής, μόρια θεωρούνται και οι λέξεις ναι, όχι, δε(ν), μη(ν).
Προσοχή στη σύγχυση με άλλα μέρη του λόγου
Επειδή τα μόρια είναι πολύ μικρές λέξεις που μοιάζουν —και μερικές φορές ταυτίζονται στη γραφή— με λέξεις άλλων μερών του λόγου, χρειάζεται προσοχή ώστε να μην μπερδεύονται μεταξύ τους.
Η λέξη να άλλοτε είναι μόριο και άλλοτε σύνδεσμος, ανάλογα με τη λειτουργία της στην πρόταση.
- Όταν δείχνει κάτι, λειτουργεί ως δεικτικό μόριο: «Να το χωριό μου.» (= κοίτα, ιδού το χωριό μου)
- Όταν εισάγει πρόταση και συνδέεται με ρήμα (συνήθως σε υποτακτική), λειτουργεί ως σύνδεσμος: «Θέλω να φύγω.» (εδώ το να συνδέει το ρήμα «θέλω» με το «φύγω» και δεν δείχνει τίποτα)
Ο πιο απλός τρόπος να ξεχωρίσουμε τις δύο χρήσεις είναι να δούμε αν η λέξη να «δείχνει» κάτι συγκεκριμένο (μόριο) ή αν απλώς «συνδέει» δύο ρηματικούς τύπους (σύνδεσμος).
Η λέξη για άλλοτε είναι μόριο και άλλοτε πρόθεση.
- Όταν προτρέπει κάποιον να κάνει κάτι, λειτουργεί ως προτρεπτικό μόριο: «Για πάμε μέχρι εκεί.» (= έλα, ας πάμε)
- Όταν δηλώνει σκοπό, αιτία ή αναφορά και συνοδεύεται συνήθως από ουσιαστικό ή αντωνυμία, λειτουργεί ως πρόθεση: «Το έκανε για εσένα.» / «Έφυγε για το σχολείο.»
Στην πρώτη περίπτωση το για δίνει στην πρόταση έναν τόνο προτροπής, ενώ στη δεύτερη εισάγει έναν προσδιορισμό (σε ποιον, για ποιο λόγο, προς τα πού).
Με τον ίδιο τρόπο, το μα ως μόριο δηλώνει επιβεβαίωση ή όρκο («Μα την αλήθεια»), ενώ ως αντιθετικός σύνδεσμος σημαίνει «αλλά» («Ήθελα να έρθω, μα δεν πρόλαβα.»). Σε κάθε τέτοια περίπτωση, το κριτήριο είναι το ίδιο: εξετάζουμε τι κάνει η λέξη μέσα στην πρόταση —αν δείχνει, προτρέπει, βεβαιώνει ή απλώς συνδέει— και όχι πώς γράφεται.