Τα θέματα - Ιδιόκλιτα (συνηρημένα) ρήματα 🧩
Τα θέματα του ρήματος
Κάθε ρηματικός τύπος αποτελείται από ένα κομμάτι που μένει σταθερό και ένα κομμάτι που αλλάζει. Το σταθερό κομμάτι λέγεται θέμα και είναι αυτό που κουβαλάει τη σημασία της λέξης. Όλοι οι χρόνοι ενός ρήματος σχηματίζονται από τρία θέματα:
- το ενεστωτικό θέμα
- το αοριστικό θέμα του ενεργητικού αορίστου
- το αοριστικό θέμα του παθητικού αορίστου
Σκέψου το ρήμα σαν ένα σπίτι με σταθερά θεμέλια αλλά διαφορετική επίπλωση κάθε φορά. Το θέμα είναι τα θεμέλια που δε μετακινούνται ποτέ, ενώ οι καταλήξεις είναι η επίπλωση που αλλάζει ανάλογα με το πρόσωπο, τον αριθμό ή τον χρόνο.
Το ενεστωτικό θέμα
Το ενεστωτικό θέμα βρίσκεται αν αφαιρέσουμε από το πρώτο πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα την κατάληξη -ω, -ομαι, -ιέμαι ή -ούμαι. Για παράδειγμα:
| Ρήμα | Ενεστωτικό θέμα |
|---|---|
| λύν-ω | λύν- |
| λύν-ομαι | λύν- |
| χτυπ-ιέμαι | χτυπ- |
| θεωρ-ούμαι | θεωρ- |
Από το ενεστωτικό θέμα σχηματίζονται οι χρόνοι που δείχνουν πράξη η οποία εξελίσσεται ή επαναλαμβάνεται: ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο εξακολουθητικός μέλλοντας. Παράδειγμα με το ενεστωτικό θέμα δηλών- του ρήματος δηλώνω:
| Χρόνος | Ενεργητική φωνή | Παθητική φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | δηλών-ω | δηλών-ομαι |
| Παρατατικός | δήλων-α | δηλών-ομαι |
| Εξακολουθητικός μέλλοντας | θα δηλών-ω | θα δηλών-ομαι |
Τα ρήματα παίρνουν διάφορα ονόματα ανάλογα με το τελευταίο γράμμα (τον χαρακτήρα) του ενεστωτικού τους θέματος. Λέγονται π.χ. φωνηεντόληκτα, αν ο χαρακτήρας τους είναι φωνήεν, ή οδοντικόληκτα, αν ο χαρακτήρας τους είναι οδοντικό σύμφωνο, και ούτω καθεξής.
Το αοριστικό θέμα του ενεργητικού αορίστου
Το αοριστικό θέμα του ενεργητικού αορίστου βρίσκεται αν αφαιρέσουμε από τον αόριστο την κατάληξη -α και την αύξηση, π.χ. έ-λυσ-α → θέμα λυσ-.
Ανάλογα με το πώς λήγει, ο αόριστος διακρίνεται σε δύο είδη:
- σιγματικός αόριστος, όταν λήγει σε -σα, π.χ. χτύπη-σα, άκου-σα, έγρα-ψα
- άσιγμος αόριστος, όταν λήγει απλώς σε -α, χωρίς σ, π.χ. έφυγ-α, έμειν-α
Ορισμένες κατηγορίες ρημάτων (φωνηεντόληκτα, χειλικόληκτα κ.ά.) σχηματίζουν σιγματικό αόριστο με τις καταλήξεις -σα, -ησα, -ασα, -εσα, -ξα, -αξα, -ηξα, -ψα, -εψα, ενώ άλλα (ρινικόληκτα κ.ά.) σχηματίζουν άσιγμο αόριστο σε -α.
Το ίδιο ρήμα έχει δύο διαφορετικά αοριστικά θέματα: ένα για τον ενεργητικό αόριστο και ένα άλλο για τον παθητικό. Το λύνω έχει αοριστικό θέμα λυσ- στην ενεργητική (έ-λυσ-α) αλλά λυθ- στην παθητική (λύθ-ηκα). Δεν πρόκειται για το ίδιο θέμα με διαφορετική κατάληξη, αλλά για δύο εντελώς ξεχωριστά θέματα.
Από αυτό το θέμα σχηματίζονται ο αόριστος, ο συνοπτικός μέλλοντας και το απαρέμφατο της ενεργητικής φωνής, π.χ. από το δήλωσ-:
| Χρόνος / τύπος | Παράδειγμα |
|---|---|
| Αόριστος | δήλωσ-α |
| Συνοπτικός μέλλοντας | θα δηλώσ-ω |
| Απαρέμφατο | (έχω) δηλώσ-ει |
Το αοριστικό θέμα του παθητικού αορίστου
Το αοριστικό θέμα του παθητικού αορίστου παίρνει διαφορετικές μορφές ανάλογα με το ρήμα και βρίσκεται αν αφαιρέσουμε από το πρώτο πρόσωπο την κατάληξη -ηκα, π.χ. λύθ-ηκα, λούστ-ηκα, κρύφτ-ηκα, κοιτάχτ-ηκα.
Από αυτό το θέμα σχηματίζονται ο αόριστος, ο συνοπτικός μέλλοντας και το απαρέμφατο της παθητικής φωνής, π.χ. από το δηλώθ-:
| Χρόνος / τύπος | Παράδειγμα |
|---|---|
| Αόριστος | δηλώθ-ηκα |
| Συνοπτικός μέλλοντας | θα δηλωθ-ώ |
| Απαρέμφατο | (έχω) δηλωθ-εί |
Ξέροντας μόνο τα τρία θέματα ενός ρήματος (ενεστωτικό, αοριστικό ενεργητικό και αοριστικό παθητικό) μπορείς να σχηματίσεις όλους τους χρόνους του, σε όλες τις εγκλίσεις και τις δύο φωνές. Γι' αυτό τα θέματα θεωρούνται το «κλειδί» της κλίσης κάθε ρήματος.
Ιδιόκλιτα (συνηρημένα) ρήματα
Υπάρχει μια μικρή αλλά πολύ συχνόχρηστη ομάδα ρημάτων που δεν κλίνονται όπως τα υπόλοιπα ρήματα της πρώτης ή της δεύτερης συζυγίας. Λέγονται ιδιόκλιτα ή συνηρημένα ρήματα, και σε αυτά ανήκουν τα:
ακούω, καίω, λέω, τρώ(γ)ω, φυλά(γ)ω, πάω, φταίω
Τα ρήματα αυτά παρουσιάζουν συναίρεση, δηλαδή δύο φωνήεντα ή συλλαβές «συγχωνεύονται» σε μία, στο δεύτερο ενικό πρόσωπο και σε όλα τα πρόσωπα του πληθυντικού του ενεστώτα της οριστικής και της υποτακτικής, καθώς και σε ορισμένους τύπους της προστακτικής.
Το όνομα ιδιόκλιτα προέρχεται από το ίδιος + κλίνω: πρόκειται δηλαδή για ρήματα που έχουν τη «δική τους», ξεχωριστή κλίση, διαφορετική από τα άλλα ρήματα της γλώσσας μας. Παρόλο που είναι λίγα στον αριθμό, χρησιμοποιούνται πάρα πολύ συχνά στην καθημερινή ομιλία — σκέψου πόσο συχνά λέμε λέω, ακούω, τρώω ή πάω.
Η κλίση του ρήματος λέω
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| εγώ | λέω | να λέω | — |
| εσύ | λες | να λες | λέγε |
| αυτός/-ή/-ό | λέει | να λέει | — |
| εμείς | λέμε | να λέμε | — |
| εσείς | λέτε | να λέτε | λέτε / λέγετε |
| αυτοί/-ές/-ά | λεν / λένε | να λεν / λένε | — |
Η κλίση του ρήματος ακούω
| Πρόσωπο | Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| εγώ | ακούω | να ακούω | — |
| εσύ | ακούς | να ακούς | άκου(γε) |
| αυτός/-ή/-ό | ακούει | να ακούει | — |
| εμείς | ακούμε | να ακούμε | — |
| εσείς | ακούτε | να ακούτε | ακούτε |
| αυτοί/-ές/-ά | ακούν(ε) | να ακούν(ε) | — |
Ένα κανονικό ρήμα της πρώτης συζυγίας, όπως το γράφω, σχηματίζει το β΄ ενικό πρόσωπο κανονικά σε -εις (γράφ-εις). Τα ιδιόκλιτα ρήματα όμως «κόβουν» ή συγχωνεύουν φωνήεντα: το ακούω δεν κάνει ακούεις αλλά ακούς, και το λέω δεν κάνει λέεις αλλά λες. Αυτή ακριβώς η συναίρεση είναι που τα κάνει ιδιόκλιτα — δεν ακολουθούν τον κανόνα των άλλων ρημάτων της ίδιας συζυγίας.