1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παραδείγματα κλίσης: Ρήματα της δεύτερης συζυγίας 🗣️

Τα ρήματα της δεύτερης συζυγίας είναι εκείνα που στο πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα τονίζονται στη λήγουσα, δηλαδή στη τελευταία συλλαβή, π.χ. αγαπώ, θεωρώ. Δεν είναι όμως όλα ίδια μεταξύ τους: χωρίζονται σε δύο τάξεις, ανάλογα με τις καταλήξεις που παίρνουν στον ενεστώτα, και υπάρχει και μια ειδική ομάδα, τα αποθετικά ρήματα, που δεν έχουν καθόλου ενεργητική φωνή.

Πώς ξεχωρίζεις τη δεύτερη συζυγία με το αυτί σου

Πες δυνατά ένα ρήμα στο α΄ ενικό πρόσωπο του ενεστώτα. Αν ο τόνος πέφτει στην τελευταία συλλαβή (π.χ. αγαπώ, μιλώ, θεωρώ), το ρήμα ανήκει στη δεύτερη συζυγία. Αν πέφτει πιο πριν (π.χ. γράφω, παίζω), ανήκει στην πρώτη.

Δύο τάξεις μέσα στη δεύτερη συζυγία

Το κριτήριο που χωρίζει τις δύο τάξεις είναι οι καταλήξεις των τριών πρώτων προσώπων του ενεστώτα:

ΤάξηΕνεργητική φωνή (καταλήξεις)Παθητική φωνή (καταλήξεις)Παράδειγμα
Α΄ τάξη-ώ / -άω, -άς, -ά / -άει-ιέμαι, -ιέσαι, -ιέταιαγαπώ/-άω, αγαπάς, αγαπά/-άει — αγαπιέμαι, αγαπιέσαι, αγαπιέται
Β΄ τάξη-ώ, -είς, -εί-ούμαι, -είσαι, -είταιθεωρώ, θεωρείς, θεωρεί — θεωρούμαι, θεωρείσαι, θεωρείται

Μερικά ρήματα της δεύτερης συζυγίας σχηματίζουν την παθητική φωνή και με τους δύο τρόπους μαζί, π.χ. βοηθώ/-άω → βοηθούμαι και βοηθιέμαι, αδικώ → αδικούμαι και αδικιέμαι.

Στην ίδια συζυγία ανήκουν επίσης τα αποθετικά ρήματα σε -άμαι / -ούμαι, π.χ. θυμάμαι / θυμούμαι, για τα οποία θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Γιατί λέγεται «τάξη» και όχι «υποκατηγορία»

Ο όρος τάξη εδώ δεν έχει καμία σχέση με τη σχολική τάξη! Σημαίνει απλώς «ομάδα» ρημάτων που κλίνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Είναι σαν να λέμε «ομάδα Α» και «ομάδα Β» μέσα στη μεγαλύτερη οικογένεια της δεύτερης συζυγίας.


Α΄ τάξη. Ενεργητική φωνή — χτυπώ

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςχτυπώ/-άω, χτυπάς, χτυπά/-άει, χτυπάμε/-ούμε, χτυπάτε, χτυπούν(ε)/χτυπάν(ε)να χτυπώ/-άω, να χτυπάς, να χτυπά/-άει, να χτυπάμε/-ούμε, να χτυπάτε, να χτυπούν(ε)/χτυπάν(ε)χτύπα, χτυπάτε
Παρατατικόςχτυπούσα/χτύπαγα, χτυπούσες/χτύπαγες, χτυπούσε/χτύπαγε, χτυπούσαμε/-πάγαμε, χτυπούσατε/-πάγατε, χτυπούσαν(ε)/χτύπαγαν——
Αόριστοςχτύπησα, χτύπησες, χτύπησε, χτυπήσαμε, χτυπήσατε, χτύπησαν/χτυπήσαν(ε)να χτυπήσω, να χτυπήσεις, να χτυπήσει, να χτυπήσουμε, να χτυπήσετε, να χτυπήσουν(ε)χτύπησε, χτυπήστε
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα χτυπώ/-άω, θα χτυπάς, θα χτυπά/-άει, θα χτυπάμε/-ούμε, θα χτυπάτε, θα χτυπούν(ε)/θα χτυπάν(ε)——
Συνοπτικός Μέλλονταςθα χτυπήσω, θα χτυπήσεις, θα χτυπήσει, θα χτυπήσουμε, θα χτυπήσετε, θα χτυπήσουν(ε)——
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω χτυπήσει, θα έχεις χτυπήσει, θα έχει χτυπήσει, θα έχουμε χτυπήσει, θα έχετε χτυπήσει, θα έχουν(ε) χτυπήσει (ή: θα έχω χτυπημένο, -η, -ο κτλ.)——
Παρακείμενοςέχω χτυπήσει, έχεις χτυπήσει, έχει χτυπήσει, έχουμε χτυπήσει, έχετε χτυπήσει, έχουν(ε) χτυπήσει (ή: έχω χτυπημένο, -η, -ο κτλ.)να έχω χτυπήσει, να έχεις χτυπήσει, να έχει χτυπήσει, να έχουμε χτυπήσει, να έχετε χτυπήσει, να έχουν(ε) χτυπήσει (ή: να έχω χτυπημένο, -η, -ο κτλ.)—
Υπερσυντέλικοςείχα χτυπήσει, είχες χτυπήσει, είχε χτυπήσει, είχαμε χτυπήσει, είχατε χτυπήσει, είχαν(ε) χτυπήσει (ή: είχα χτυπημένο, -η, -ο κτλ.)——

Απαρέμφατο αορίστου: χτυπήσει — Μετοχή ενεστώτα: χτυπώντας

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να χτυπούσα/χτύπαγα, να χτύπησα, να είχα χτυπήσει, που κλίνονται όπως οι αντίστοιχοι τύποι της οριστικής.

Μερικά ρήματα αυτής της τάξης έχουν συνήθως τύπους μόνο σε -άω, π.χ. σπάω, σχολάω, σκάω. Χρησιμοποιούνται σε ουδέτερο και, συχνότερα, σε οικείο ύφος.

Α΄ τάξη. Παθητική φωνή — χτυπιέμαι

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςχτυπιέμαι, χτυπιέσαι, χτυπιέται, χτυπιόμαστε, χτυπιέστε/-ιόσαστε, χτυπιούνται/-ιόνταινα χτυπιέμαι, να χτυπιέσαι, να χτυπιέται, να χτυπιόμαστε, να χτυπιέστε/-ιόσαστε, να χτυπιούνται/-ιόνται—
Παρατατικόςχτυπιόμουν(α), χτυπιόσουν(α), χτυπιόταν(ε), χτυπιόμασταν/-τε, χτυπιόσασταν/-τε, χτυπιόνταν(ε)/-ιόντουσαν/χτυπιούνταν(ε)——
Αόριστοςχτυπήθηκα, χτυπήθηκες, χτυπήθηκε, χτυπηθήκαμε, χτυπήθηκατε, χτυπήθηκαν/χτυπηθήκαν(ε)να χτυπηθώ, να χτυπηθείς, να χτυπηθεί, να χτυπηθούμε, να χτυπηθείτε, να χτυπηθούν(ε)χτυπήσου, χτυπηθείτε
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα χτυπιέμαι, θα χτυπιέσαι, θα χτυπιέται, θα χτυπιόμαστε, θα χτυπιέστε/-ιόσαστε, θα χτυπιούνται/-ιόνται——
Συνοπτικός Μέλλονταςθα χτυπηθώ, θα χτυπηθείς, θα χτυπηθεί, θα χτυπηθούμε, θα χτυπηθείτε, θα χτυπηθούν(ε)——
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω χτυπηθεί, θα έχεις χτυπηθεί, θα έχει χτυπηθεί, θα έχουμε χτυπηθεί, θα έχετε χτυπηθεί, θα έχουν(ε) χτυπηθεί (ή: θα είμαι χτυπημένος, -η, -ο κτλ.)——
Παρακείμενοςέχω χτυπηθεί, έχεις χτυπηθεί κτλ. (ή: είμαι χτυπημένος, -η, -ο κτλ.)να έχω χτυπηθεί, να έχεις χτυπηθεί κτλ. (ή: να είμαι χτυπημένος, -η, -ο κτλ.)—
Υπερσυντέλικοςείχα χτυπηθεί, είχες χτυπηθεί κτλ. (ή: ήμουν χτυπημένος, -η, -ο κτλ.)——

Απαρέμφατο αορίστου: χτυπηθεί — Μετοχή παρακειμένου: χτυπημένος, -η, -ο

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να χτυπιόμουν(α), να χτυπήθηκα, να είχα χτυπηθεί, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.

Σύμφωνα με το χτυπώ – χτυπιέμαι κλίνονται και τα ρήματα αγαπώ, ρωτώ, γελώ, κρατώ κ.ά.

Πού ακριβώς διαφέρουν οι δύο τάξεις

Η κλίση της Α΄ τάξης διαφέρει από τη Β΄ τάξη μόνο στον ενεστώτα και στον παρατατικό της ενεργητικής και της παθητικής φωνής. Σε όλους τους υπόλοιπους χρόνους (αόριστος, μέλλοντες, παρακείμενος, υπερσυντέλικος) οι δύο τάξεις κλίνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο!

Μορφολογική ποικιλία στην Α΄ τάξη

Στην καθημερινή γλώσσα κυκλοφορούν πολλοί εναλλακτικοί τύποι, ανάλογα με το πόσο επίσημο ή οικείο είναι το ύφος:

  • Α΄ ενικό ενεστώτα: χτυπώ / χτυπάω — δεν έχουν σημαντική διαφορά ύφους.
  • Γ΄ ενικό ενεστώτα: χτυπά / χτυπάει — ούτε εδώ υπάρχει σημαντική διαφορά.
  • Α΄ πληθυντικό ενεστώτα: χτυπάμε / χτυπούμε — ο δεύτερος τύπος είναι πιο τυπικός.
  • Γ΄ πληθυντικό ενεστώτα: χτυπούν(ε) / χτυπάν(ε) — το χτυπούν είναι πιο τυπικό, τα άλλα πιο οικεία.
  • Παρατατικός: οι τύποι σε -ούσα κτλ. είναι τυπικοί/ουδέτεροι, οι τύποι σε -αγα, -αγες κτλ. είναι πιο οικείοι/λαϊκοί.
  • Γ΄ πληθυντικό συνοπτικού μέλλοντα/υποτακτικής αορίστου: θα χτυπήσουν / θα χτυπήσουνε.
  • Γ΄ πληθυντικό αορίστου οριστικής: χτύπησαν / χτυπήσαν / χτυπήσανε — ο πρώτος τύπος είναι τυπικός, οι άλλοι πιο οικείοι.
  • Σπάνια, στους συντελικούς χρόνους εμφανίζεται και ο τύπος με έχω + μετοχή, π.χ. έχω χτυπημένο, -η, -ο.

Στην παθητική φωνή, ο παρατατικός έχει επίσης πολλούς εναλλακτικούς τύπους (-όμουν/-όμουνα, -ούμαστε/-ούσαστε κ.ά.), ενώ ορισμένα ρήματα σαν το εγγυώμαι, αποπειρώμαι, διερωτώμαι, ηττώμαι, τιμώμαι σχηματίζουν συχνά τον ενεστώτα με λόγιους τύπους: εγγυώμαι, εγγυάσαι, εγγυάται, εγγυώμεθα/εγγυόμαστε, εγγυάσθε/-άστε, εγγυώνται.


Β΄ τάξη. Ενεργητική φωνή — θεωρώ

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςθεωρώ, θεωρείς, θεωρεί, θεωρούμε, θεωρείτε, θεωρούν(ε)να θεωρώ, να θεωρείς, να θεωρεί, να θεωρούμε, να θεωρείτε, να θεωρούν(ε)— (δεν υπάρχει β΄ ενικό), θεωρείτε
Παρατατικόςθεωρούσα, θεωρούσες, θεωρούσε, θεωρούσαμε, θεωρούσατε, θεωρούσαν(ε)——
Αόριστοςθεώρησα, θεώρησες, θεώρησε, θεωρήσαμε, θεωρήσατε, θεώρησαν/θεωρήσαν(ε)να θεωρήσω, να θεωρήσεις, να θεωρήσει, να θεωρήσουμε, να θεωρήσετε, να θεωρήσουν(ε)θεώρησε, θεωρήστε
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα θεωρώ, θα θεωρείς, θα θεωρεί, θα θεωρούμε, θα θεωρείτε, θα θεωρούν(ε)——
Συνοπτικός Μέλλονταςθα θεωρήσω, θα θεωρήσεις, θα θεωρήσει, θα θεωρήσουμε, θα θεωρήσετε, θα θεωρήσουν(ε)——
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω θεωρήσει, θα έχεις θεωρήσει, θα έχει θεωρήσει, θα έχουμε θεωρήσει, θα έχετε θεωρήσει, θα έχουν(ε) θεωρήσει (ή: θα έχω θεωρημένο, -η, -ο κτλ.)——
Παρακείμενοςέχω θεωρήσει, έχεις θεωρήσει, έχει θεωρήσει, έχουμε θεωρήσει, έχετε θεωρήσει, έχουν(ε) θεωρήσει (ή: έχω θεωρημένο, -η, -ο κτλ.)να έχω θεωρήσει, να έχεις θεωρήσει, να έχει θεωρήσει, να έχουμε θεωρήσει, να έχετε θεωρήσει, να έχουν(ε) θεωρήσει (ή: να έχω θεωρημένο, -η, -ο κτλ.)—
Υπερσυντέλικοςείχα θεωρήσει, είχες θεωρήσει, είχε θεωρήσει, είχαμε θεωρήσει, είχατε θεωρήσει, είχαν(ε) θεωρήσει (ή: είχα θεωρημένο, -η, -ο κτλ.)——

Απαρέμφατο αορίστου: θεωρήσει — Μετοχή ενεστώτα: θεωρώντας

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να θεωρούσα, να θεώρησα, να είχα θεωρήσει, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.

Β΄ τάξη. Παθητική φωνή — θεωρούμαι

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςθεωρούμαι, θεωρείσαι, θεωρείται, θεωρούμαστε, θεωρείστε, θεωρούνταινα θεωρούμαι, να θεωρείσαι, να θεωρείται, να θεωρούμαστε, να θεωρείστε, να θεωρούνται—
Παρατατικόςθεωρούμουν, θεωρούσουν, θεωρούνταν(ε), θεωρούμασταν/-τε, θεωρούσασταν/-τε, θεωρούνταν(ε)——
Αόριστοςθεωρήθηκα, θεωρήθηκες, θεωρήθηκε, θεωρηθήκαμε, θεωρηθήκατε, θεωρήθηκαν/θεωρηθήκαν(ε)να θεωρηθώ, να θεωρηθείς, να θεωρηθεί, να θεωρηθούμε, να θεωρηθείτε, να θεωρηθούν(ε)θεωρήσου, θεωρηθείτε
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα θεωρούμαι, θα θεωρείσαι, θα θεωρείται, θα θεωρούμαστε, θα θεωρείστε, θα θεωρούνται——
Συνοπτικός Μέλλονταςθα θεωρηθώ, θα θεωρηθείς, θα θεωρηθεί, θα θεωρηθούμε, θα θεωρηθείτε, θα θεωρηθούν(ε)——
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω θεωρηθεί, θα έχεις θεωρηθεί, θα έχει θεωρηθεί, θα έχουμε θεωρηθεί, θα έχετε θεωρηθεί, θα έχουν(ε) θεωρηθεί (ή: θα είμαι θεωρημένος, -η, -ο κτλ.)——
Παρακείμενοςέχω θεωρηθεί, έχεις θεωρηθεί κτλ. (ή: είμαι θεωρημένος, -η, -ο κτλ.)να έχω θεωρηθεί κτλ. (ή: να είμαι θεωρημένος, -η, -ο κτλ.)—
Υπερσυντέλικοςείχα θεωρηθεί, είχες θεωρηθεί κτλ. (ή: ήμουν θεωρημένος, -η, -ο κτλ.)——

Απαρέμφατο αορίστου: θεωρηθεί — Μετοχή ενεστώτα: θεωρούμενος, -η, -ο — Μετοχή παρακειμένου: θεωρημένος, -η, -ο

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να θεωρούμουν, να θεωρήθηκα, να είχα θεωρηθεί, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.

Σύμφωνα με το θεωρώ – θεωρούμαι κλίνονται τα ρήματα αδικώ, επαινώ, κινώ, μισώ, πληροφορώ, στερώ κ.ά.

Μορφολογική ποικιλία στη Β΄ τάξη

  • Γ΄ πληθυντικό ενεστώτα/υποτακτικής/μελλόντων: θεωρούν / θεωρούνε, θεωρούσαν / θεωρούσανε — οι τύποι σε -ε είναι πιο οικείοι και πολύ συνηθισμένοι σε παιδική λογοτεχνία.
  • Γ΄ πληθυντικό αορίστου οριστικής: θεώρησαν / θεωρήσαν(ε).
  • Σπάνια, στους συντελικούς χρόνους: έχω θεωρημένο, -η, -ο.
  • Στην παθητική φωνή, ο παρατατικός έχει σπανιότερους δεύτερους τύπους (-ούντανε, -ούμαστε, -ούσαστε, -ούμουνα, -ούσουνα), καθώς και τον πολύ τυπικό λόγιο τύπο εθεωρείτο (γ΄ ενικό) / εθεωρούντο (γ΄ πληθυντικό).
  • Α΄ πληθυντικό ενεστώτα παθητικής: θεωρούμαστε / θεωρούμεθα — ο δεύτερος είναι σπάνιος, πολύ τυπικός.
  • Β΄ πληθυντικό ενεστώτα παθητικής: θεωρείστε / θεωρείσθε — ομοίως, ο δεύτερος είναι σπάνιος και πολύ τυπικός.

Δεύτερη συζυγία — Αποθετικά ρήματα: θυμάμαι / θυμούμαι

Τα αποθετικά ρήματα ανήκουν κι αυτά στη δεύτερη συζυγία, αλλά έχουν μόνο παθητική φωνή — δεν υπάρχει αντίστοιχος ενεργητικός τύπος. Κλίνονται σε -άμαι / -ούμαι, όπως το θυμάμαι / θυμούμαι.

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςθυμάμαι/-ούμαι, θυμάσαι, θυμάται, θυμόμαστε/-ούμαστε, θυμόσαστε/-άστε, θυμούνταινα θυμάμαι/-ούμαι, να θυμάσαι, να θυμάται, να θυμόμαστε/-ούμαστε, να θυμόσαστε/-άστε, να θυμούνται—
Παρατατικόςθυμόμουν(α), θυμόσουν(α), θυμόταν(ε), θυμόμασταν/-τε, θυμόσασταν/-τε, θυμούνταν(ε)——
Αόριστοςθυμήθηκα, θυμήθηκες, θυμήθηκε, θυμηθήκαμε, θυμηθήκατε, θυμήθηκαν/θυμηθήκαν(ε)——
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα θυμάμαι/-ούμαι, θα θυμάσαι, θα θυμάται, θα θυμόμαστε/-ούμαστε, θα θυμόσαστε/-άστε, θα θυμούνταινα θυμηθώ, να θυμηθείς, να θυμηθεί, να θυμηθούμε, να θυμηθείτε, να θυμηθούν(ε)θυμήσου, θυμηθείτε
Συνοπτικός Μέλλονταςθα θυμηθώ, θα θυμηθείς, θα θυμηθεί, θα θυμηθούμε, θα θυμηθείτε, θα θυμηθούν(ε)——
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω θυμηθεί, θα έχεις θυμηθεί, θα έχει θυμηθεί, θα έχουμε θυμηθεί, θα έχετε θυμηθεί, θα έχουν(ε) θυμηθεί——
Παρακείμενοςέχω θυμηθεί, έχεις θυμηθεί, έχει θυμηθεί, έχουμε θυμηθεί, έχετε θυμηθεί, έχουν(ε) θυμηθείνα έχω θυμηθεί, να έχεις θυμηθεί, να έχει θυμηθεί, να έχουμε θυμηθεί, να έχετε θυμηθεί, να έχουν(ε) θυμηθεί—
Υπερσυντέλικοςείχα θυμηθεί, είχες θυμηθεί, είχε θυμηθεί, είχαμε θυμηθεί, είχατε θυμηθεί, είχαν(ε) θυμηθεί——

Απαρέμφατο αορίστου: θυμηθεί — Μετοχή ενεστώτα: θυμούμενος, -η, -ο

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να θυμόμουν(α), να θυμήθηκα, να είχα θυμηθεί, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.

Το ρήμα θυμάμαι / θυμούμαι δεν έχει τύπο μετοχής παρακειμένου. Άλλα αποθετικά όμως έχουν, π.χ. φοβάμαι → φοβισμένος, κοιμάμαι → κοιμισμένος.

Σύμφωνα με το θυμάμαι / θυμούμαι κλίνονται και τα ρήματα φοβάμαι/-ούμαι, κοιμάμαι/-ούμαι, λυπάμαι/-ούμαι.

Μορφολογική ποικιλία στα αποθετικά

  • Α΄ ενικό ενεστώτα: θυμάμαι / θυμούμαι — ο πρώτος τύπος είναι ο πιο συνηθισμένος, ο δεύτερος πολύ τυπικός.
  • Β΄ πληθυντικό ενεστώτα: θυμάστε / θυμόσαστε.
  • Παρατατικός: έχει πολλούς εναλλακτικούς τύπους ανάλογα με το ύφος (-όμουν/-όμουνα, -ούμασταν, -όντανε/-ούντανε/-όντουσαν κ.ά.), με τους πιο λαϊκούς να εμφανίζονται συχνά σε παιδική λογοτεχνία.
  • Γ΄ πληθυντικό συνοπτικού μέλλοντα/υποτακτικής αορίστου: θα θυμηθούν / θα θυμηθούνε.
  • Γ΄ πληθυντικό αορίστου οριστικής: θυμήθηκαν / θυμηθήκαν(ε) — με μετακίνηση του τόνου στον δεύτερο τύπο.
Γιατί το «θυμάμαι» δεν έχει ενεργητική φωνή

Στα αποθετικά ρήματα η μορφή είναι παθητική, αλλά η σημασία τους είναι ενεργητική — δηλαδή εσύ κάνεις κάτι, όχι ότι κάτι σου συμβαίνει. Όταν λες «θυμάμαι το όνομά του», εσύ ενεργείς (θυμάσαι), δεν παθαίνεις τίποτα. Γι' αυτό ονομάζονται «αποθετικά»: έχουν «αποθέσει», δηλαδή έχουν χάσει, την ενεργητική τους φωνή.


Τι να προσέχεις όταν κλίνεις ρήματα της δεύτερης συζυγίας

  1. Ξεχώρισε πρώτα την τάξη. Ρώτησε τον εαυτό σου: «Λέγεται και -άω (π.χ. αγαπάω) ή μόνο -ώ (π.χ. θεωρώ, όχι θεωράω);» Αυτό σου δείχνει αμέσως αν είναι Α΄ ή Β΄ τάξη.
  2. Θυμήσου πού διαφέρουν οι δύο τάξεις: μόνο στον ενεστώτα και στον παρατατικό. Στον αόριστο, στους μέλλοντες, στον παρακείμενο και στον υπερσυντέλικο κλίνονται ολόιδια.
  3. Στη Β΄ τάξη δεν υπάρχει προστακτική ενεστώτα β΄ ενικού — μόνο πληθυντικός (θεωρείτε) ή ο τύπος του αορίστου (θεώρησε).
  4. Τα αποθετικά έχουν μόνο παθητική φωνή και δανείζονται την προστακτική ενεστώτα από την υποτακτική.
  5. Οι διπλοί τύποι δεν είναι λάθη — είναι θέμα ύφους: κάποιοι είναι πιο τυπικοί (π.χ. σε γραπτό λόγο ή εξετάσεις), άλλοι πιο οικείοι (π.χ. στην καθημερινή ομιλία). Και οι δύο είναι σωστοί ελληνικά, αλλά ταιριάζουν σε διαφορετικές περιστάσεις.