Παραδείγματα κλίσης: Ρήματα της δεύτερης συζυγίας 🗣️
Τα ρήματα της δεύτερης συζυγίας είναι εκείνα που στο πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα τονίζονται στη λήγουσα, δηλαδή στη τελευταία συλλαβή, π.χ. αγαπώ, θεωρώ. Δεν είναι όμως όλα ίδια μεταξύ τους: χωρίζονται σε δύο τάξεις, ανάλογα με τις καταλήξεις που παίρνουν στον ενεστώτα, και υπάρχει και μια ειδική ομάδα, τα αποθετικά ρήματα, που δεν έχουν καθόλου ενεργητική φωνή.
Πες δυνατά ένα ρήμα στο α΄ ενικό πρόσωπο του ενεστώτα. Αν ο τόνος πέφτει στην τελευταία συλλαβή (π.χ. αγαπώ, μιλώ, θεωρώ), το ρήμα ανήκει στη δεύτερη συζυγία. Αν πέφτει πιο πριν (π.χ. γράφω, παίζω), ανήκει στην πρώτη.
Δύο τάξεις μέσα στη δεύτερη συζυγία
Το κριτήριο που χωρίζει τις δύο τάξεις είναι οι καταλήξεις των τριών πρώτων προσώπων του ενεστώτα:
| Τάξη | Ενεργητική φωνή (καταλήξεις) | Παθητική φωνή (καταλήξεις) | Παράδειγμα |
|---|---|---|---|
| Α΄ τάξη | -ώ / -άω, -άς, -ά / -άει | -ιέμαι, -ιέσαι, -ιέται | αγαπώ/-άω, αγαπάς, αγαπά/-άει — αγαπιέμαι, αγαπιέσαι, αγαπιέται |
| Β΄ τάξη | -ώ, -είς, -εί | -ούμαι, -είσαι, -είται | θεωρώ, θεωρείς, θεωρεί — θεωρούμαι, θεωρείσαι, θεωρείται |
Η Α΄ τάξη έχει διπλό τύπο στο α΄ ενικό (χτυπώ ή χτυπάω) και στο β΄ και γ΄ πρόσωπο λήγει σε -άς, -ά/-άει. Η Β΄ τάξη δεν έχει τον τύπο σε -άω: λέμε μόνο θεωρώ (όχι θεωράω) και οι καταλήξεις είναι -είς, -εί (όχι -άς, -ά). Το λάθος «θεωράω» ή «χτυπείς» προδίδει σύγχυση ανάμεσα στις δύο τάξεις.
Μερικά ρήματα της δεύτερης συζυγίας σχηματίζουν την παθητική φωνή και με τους δύο τρόπους μαζί, π.χ. βοηθώ/-άω → βοηθούμαι και βοηθιέμαι, αδικώ → αδικούμαι και αδικιέμαι.
Στην ίδια συζυγία ανήκουν επίσης τα αποθετικά ρήματα σε -άμαι / -ούμαι, π.χ. θυμάμαι / θυμούμαι, για τα οποία θα μιλήσουμε πιο κάτω.
Ο όρος τάξη εδώ δεν έχει καμία σχέση με τη σχολική τάξη! Σημαίνει απλώς «ομάδα» ρημάτων που κλίνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Είναι σαν να λέμε «ομάδα Α» και «ομάδα Β» μέσα στη μεγαλύτερη οικογένεια της δεύτερης συζυγίας.
Α΄ τάξη. Ενεργητική φωνή — χτυπώ
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χτυπώ/-άω, χτυπάς, χτυπά/-άει, χτυπάμε/-ούμε, χτυπάτε, χτυπούν(ε)/χτυπάν(ε) | να χτυπώ/-άω, να χτυπάς, να χτυπά/-άει, να χτυπάμε/-ούμε, να χτυπάτε, να χτυπούν(ε)/χτυπάν(ε) | χτύπα, χτυπάτε |
| Παρατατικός | χτυπούσα/χτύπαγα, χτυπούσες/χτύπαγες, χτυπούσε/χτύπαγε, χτυπούσαμε/-πάγαμε, χτυπούσατε/-πάγατε, χτυπούσαν(ε)/χτύπαγαν | — | — |
| Αόριστος | χτύπησα, χτύπησες, χτύπησε, χτυπήσαμε, χτυπήσατε, χτύπησαν/χτυπήσαν(ε) | να χτυπήσω, να χτυπήσεις, να χτυπήσει, να χτυπήσουμε, να χτυπήσετε, να χτυπήσουν(ε) | χτύπησε, χτυπήστε |
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα χτυπώ/-άω, θα χτυπάς, θα χτυπά/-άει, θα χτυπάμε/-ούμε, θα χτυπάτε, θα χτυπούν(ε)/θα χτυπάν(ε) | — | — |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα χτυπήσω, θα χτυπήσεις, θα χτυπήσει, θα χτυπήσουμε, θα χτυπήσετε, θα χτυπήσουν(ε) | — | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω χτυπήσει, θα έχεις χτυπήσει, θα έχει χτυπήσει, θα έχουμε χτυπήσει, θα έχετε χτυπήσει, θα έχουν(ε) χτυπήσει (ή: θα έχω χτυπημένο, -η, -ο κτλ.) | — | — |
| Παρακείμενος | έχω χτυπήσει, έχεις χτυπήσει, έχει χτυπήσει, έχουμε χτυπήσει, έχετε χτυπήσει, έχουν(ε) χτυπήσει (ή: έχω χτυπημένο, -η, -ο κτλ.) | να έχω χτυπήσει, να έχεις χτυπήσει, να έχει χτυπήσει, να έχουμε χτυπήσει, να έχετε χτυπήσει, να έχουν(ε) χτυπήσει (ή: να έχω χτυπημένο, -η, -ο κτλ.) | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χτυπήσει, είχες χτυπήσει, είχε χτυπήσει, είχαμε χτυπήσει, είχατε χτυπήσει, είχαν(ε) χτυπήσει (ή: είχα χτυπημένο, -η, -ο κτλ.) | — | — |
Απαρέμφατο αορίστου: χτυπήσει — Μετοχή ενεστώτα: χτυπώντας
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να χτυπούσα/χτύπαγα, να χτύπησα, να είχα χτυπήσει, που κλίνονται όπως οι αντίστοιχοι τύποι της οριστικής.
Μερικά ρήματα αυτής της τάξης έχουν συνήθως τύπους μόνο σε -άω, π.χ. σπάω, σχολάω, σκάω. Χρησιμοποιούνται σε ουδέτερο και, συχνότερα, σε οικείο ύφος.
Α΄ τάξη. Παθητική φωνή — χτυπιέμαι
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χτυπιέμαι, χτυπιέσαι, χτυπιέται, χτυπιόμαστε, χτυπιέστε/-ιόσαστε, χτυπιούνται/-ιόνται | να χτυπιέμαι, να χτυπιέσαι, να χτυπιέται, να χτυπιόμαστε, να χτυπιέστε/-ιόσαστε, να χτυπιούνται/-ιόνται | — |
| Παρατατικός | χτυπιόμουν(α), χτυπιόσουν(α), χτυπιόταν(ε), χτυπιόμασταν/-τε, χτυπιόσασταν/-τε, χτυπιόνταν(ε)/-ιόντουσαν/χτυπιούνταν(ε) | — | — |
| Αόριστος | χτυπήθηκα, χτυπήθηκες, χτυπήθηκε, χτυπηθήκαμε, χτυπήθηκατε, χτυπήθηκαν/χτυπηθήκαν(ε) | να χτυπηθώ, να χτυπηθείς, να χτυπηθεί, να χτυπηθούμε, να χτυπηθείτε, να χτυπηθούν(ε) | χτυπήσου, χτυπηθείτε |
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα χτυπιέμαι, θα χτυπιέσαι, θα χτυπιέται, θα χτυπιόμαστε, θα χτυπιέστε/-ιόσαστε, θα χτυπιούνται/-ιόνται | — | — |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα χτυπηθώ, θα χτυπηθείς, θα χτυπηθεί, θα χτυπηθούμε, θα χτυπηθείτε, θα χτυπηθούν(ε) | — | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω χτυπηθεί, θα έχεις χτυπηθεί, θα έχει χτυπηθεί, θα έχουμε χτυπηθεί, θα έχετε χτυπηθεί, θα έχουν(ε) χτυπηθεί (ή: θα είμαι χτυπημένος, -η, -ο κτλ.) | — | — |
| Παρακείμενος | έχω χτυπηθεί, έχεις χτυπηθεί κτλ. (ή: είμαι χτυπημένος, -η, -ο κτλ.) | να έχω χτυπηθεί, να έχεις χτυπηθεί κτλ. (ή: να είμαι χτυπημένος, -η, -ο κτλ.) | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χτυπηθεί, είχες χτυπηθεί κτλ. (ή: ήμουν χτυπημένος, -η, -ο κτλ.) | — | — |
Απαρέμφατο αορίστου: χτυπηθεί — Μετοχή παρακειμένου: χτυπημένος, -η, -ο
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να χτυπιόμουν(α), να χτυπήθηκα, να είχα χτυπηθεί, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.
Σύμφωνα με το χτυπώ – χτυπιέμαι κλίνονται και τα ρήματα αγαπώ, ρωτώ, γελώ, κρατώ κ.ά.
Η κλίση της Α΄ τάξης διαφέρει από τη Β΄ τάξη μόνο στον ενεστώτα και στον παρατατικό της ενεργητικής και της παθητικής φωνής. Σε όλους τους υπόλοιπους χρόνους (αόριστος, μέλλοντες, παρακείμενος, υπερσυντέλικος) οι δύο τάξεις κλίνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο!
Μορφολογική ποικιλία στην Α΄ τάξη
Στην καθημερινή γλώσσα κυκλοφορούν πολλοί εναλλακτικοί τύποι, ανάλογα με το πόσο επίσημο ή οικείο είναι το ύφος:
- Α΄ ενικό ενεστώτα: χτυπώ / χτυπάω — δεν έχουν σημαντική διαφορά ύφους.
- Γ΄ ενικό ενεστώτα: χτυπά / χτυπάει — ούτε εδώ υπάρχει σημαντική διαφορά.
- Α΄ πληθυντικό ενεστώτα: χτυπάμε / χτυπούμε — ο δεύτερος τύπος είναι πιο τυπικός.
- Γ΄ πληθυντικό ενεστώτα: χτυπούν(ε) / χτυπάν(ε) — το χτυπούν είναι πιο τυπικό, τα άλλα πιο οικεία.
- Παρατατικός: οι τύποι σε -ούσα κτλ. είναι τυπικοί/ουδέτεροι, οι τύποι σε -αγα, -αγες κτλ. είναι πιο οικείοι/λαϊκοί.
- Γ΄ πληθυντικό συνοπτικού μέλλοντα/υποτακτικής αορίστου: θα χτυπήσουν / θα χτυπήσουνε.
- Γ΄ πληθυντικό αορίστου οριστικής: χτύπησαν / χτυπήσαν / χτυπήσανε — ο πρώτος τύπος είναι τυπικός, οι άλλοι πιο οικείοι.
- Σπάνια, στους συντελικούς χρόνους εμφανίζεται και ο τύπος με έχω + μετοχή, π.χ. έχω χτυπημένο, -η, -ο.
Στην παθητική φωνή, ο παρατατικός έχει επίσης πολλούς εναλλακτικούς τύπους (-όμουν/-όμουνα, -ούμαστε/-ούσαστε κ.ά.), ενώ ορισμένα ρήματα σαν το εγγυώμαι, αποπειρώμαι, διερωτώμαι, ηττώμαι, τιμώμαι σχηματίζουν συχνά τον ενεστώτα με λόγιους τύπους: εγγυώμαι, εγγυάσαι, εγγυάται, εγγυώμεθα/εγγυόμαστε, εγγυάσθε/-άστε, εγγυώνται.
Β΄ τάξη. Ενεργητική φωνή — θεωρώ
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεωρώ, θεωρείς, θεωρεί, θεωρούμε, θεωρείτε, θεωρούν(ε) | να θεωρώ, να θεωρείς, να θεωρεί, να θεωρούμε, να θεωρείτε, να θεωρούν(ε) | — (δεν υπάρχει β΄ ενικό), θεωρείτε |
| Παρατατικός | θεωρούσα, θεωρούσες, θεωρούσε, θεωρούσαμε, θεωρούσατε, θεωρούσαν(ε) | — | — |
| Αόριστος | θεώρησα, θεώρησες, θεώρησε, θεωρήσαμε, θεωρήσατε, θεώρησαν/θεωρήσαν(ε) | να θεωρήσω, να θεωρήσεις, να θεωρήσει, να θεωρήσουμε, να θεωρήσετε, να θεωρήσουν(ε) | θεώρησε, θεωρήστε |
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα θεωρώ, θα θεωρείς, θα θεωρεί, θα θεωρούμε, θα θεωρείτε, θα θεωρούν(ε) | — | — |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα θεωρήσω, θα θεωρήσεις, θα θεωρήσει, θα θεωρήσουμε, θα θεωρήσετε, θα θεωρήσουν(ε) | — | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω θεωρήσει, θα έχεις θεωρήσει, θα έχει θεωρήσει, θα έχουμε θεωρήσει, θα έχετε θεωρήσει, θα έχουν(ε) θεωρήσει (ή: θα έχω θεωρημένο, -η, -ο κτλ.) | — | — |
| Παρακείμενος | έχω θεωρήσει, έχεις θεωρήσει, έχει θεωρήσει, έχουμε θεωρήσει, έχετε θεωρήσει, έχουν(ε) θεωρήσει (ή: έχω θεωρημένο, -η, -ο κτλ.) | να έχω θεωρήσει, να έχεις θεωρήσει, να έχει θεωρήσει, να έχουμε θεωρήσει, να έχετε θεωρήσει, να έχουν(ε) θεωρήσει (ή: να έχω θεωρημένο, -η, -ο κτλ.) | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεωρήσει, είχες θεωρήσει, είχε θεωρήσει, είχαμε θεωρήσει, είχατε θεωρήσει, είχαν(ε) θεωρήσει (ή: είχα θεωρημένο, -η, -ο κτλ.) | — | — |
Απαρέμφατο αορίστου: θεωρήσει — Μετοχή ενεστώτα: θεωρώντας
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να θεωρούσα, να θεώρησα, να είχα θεωρήσει, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.
Στη Β΄ τάξη δεν υπάρχει τύπος β΄ ενικού προστακτικής ενεστώτα (δεν λέμε «θεώρει»). Υπάρχει μόνο ο πληθυντικός θεωρείτε. Αν χρειαστεί να δώσεις εντολή σε ένα άτομο, χρησιμοποιείς τον τύπο της προστακτικής αορίστου: θεώρησε.
Β΄ τάξη. Παθητική φωνή — θεωρούμαι
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θεωρούμαι, θεωρείσαι, θεωρείται, θεωρούμαστε, θεωρείστε, θεωρούνται | να θεωρούμαι, να θεωρείσαι, να θεωρείται, να θεωρούμαστε, να θεωρείστε, να θεωρούνται | — |
| Παρατατικός | θεωρούμουν, θεωρούσουν, θεωρούνταν(ε), θεωρούμασταν/-τε, θεωρούσασταν/-τε, θεωρούνταν(ε) | — | — |
| Αόριστος | θεωρήθηκα, θεωρήθηκες, θεωρήθηκε, θεωρηθήκαμε, θεωρηθήκατε, θεωρήθηκαν/θεωρηθήκαν(ε) | να θεωρηθώ, να θεωρηθείς, να θεωρηθεί, να θεωρηθούμε, να θεωρηθείτε, να θεωρηθούν(ε) | θεωρήσου, θεωρηθείτε |
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα θεωρούμαι, θα θεωρείσαι, θα θεωρείται, θα θεωρούμαστε, θα θεωρείστε, θα θεωρούνται | — | — |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα θεωρηθώ, θα θεωρηθείς, θα θεωρηθεί, θα θεωρηθούμε, θα θεωρηθείτε, θα θεωρηθούν(ε) | — | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω θεωρηθεί, θα έχεις θεωρηθεί, θα έχει θεωρηθεί, θα έχουμε θεωρηθεί, θα έχετε θεωρηθεί, θα έχουν(ε) θεωρηθεί (ή: θα είμαι θεωρημένος, -η, -ο κτλ.) | — | — |
| Παρακείμενος | έχω θεωρηθεί, έχεις θεωρηθεί κτλ. (ή: είμαι θεωρημένος, -η, -ο κτλ.) | να έχω θεωρηθεί κτλ. (ή: να είμαι θεωρημένος, -η, -ο κτλ.) | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θεωρηθεί, είχες θεωρηθεί κτλ. (ή: ήμουν θεωρημένος, -η, -ο κτλ.) | — | — |
Απαρέμφατο αορίστου: θεωρηθεί — Μετοχή ενεστώτα: θεωρούμενος, -η, -ο — Μετοχή παρακειμένου: θεωρημένος, -η, -ο
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να θεωρούμουν, να θεωρήθηκα, να είχα θεωρηθεί, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.
Σύμφωνα με το θεωρώ – θεωρούμαι κλίνονται τα ρήματα αδικώ, επαινώ, κινώ, μισώ, πληροφορώ, στερώ κ.ά.
Μορφολογική ποικιλία στη Β΄ τάξη
- Γ΄ πληθυντικό ενεστώτα/υποτακτικής/μελλόντων: θεωρούν / θεωρούνε, θεωρούσαν / θεωρούσανε — οι τύποι σε -ε είναι πιο οικείοι και πολύ συνηθισμένοι σε παιδική λογοτεχνία.
- Γ΄ πληθυντικό αορίστου οριστικής: θεώρησαν / θεωρήσαν(ε).
- Σπάνια, στους συντελικούς χρόνους: έχω θεωρημένο, -η, -ο.
- Στην παθητική φωνή, ο παρατατικός έχει σπανιότερους δεύτερους τύπους (-ούντανε, -ούμαστε, -ούσαστε, -ούμουνα, -ούσουνα), καθώς και τον πολύ τυπικό λόγιο τύπο εθεωρείτο (γ΄ ενικό) / εθεωρούντο (γ΄ πληθυντικό).
- Α΄ πληθυντικό ενεστώτα παθητικής: θεωρούμαστε / θεωρούμεθα — ο δεύτερος είναι σπάνιος, πολύ τυπικός.
- Β΄ πληθυντικό ενεστώτα παθητικής: θεωρείστε / θεωρείσθε — ομοίως, ο δεύτερος είναι σπάνιος και πολύ τυπικός.
Πρόσεξε τη διαφορά: το θεωρείτε (με -εί-) είναι β΄ πληθυντικό της οριστικής ενεστώτα, ενώ το θεωρήστε (με -ή-) είναι β΄ πληθυντικό της προστακτικής αορίστου. Ακούγονται κοντά αλλά δηλώνουν διαφορετικό χρόνο.
Δεύτερη συζυγία — Αποθετικά ρήματα: θυμάμαι / θυμούμαι
Τα αποθετικά ρήματα ανήκουν κι αυτά στη δεύτερη συζυγία, αλλά έχουν μόνο παθητική φωνή — δεν υπάρχει αντίστοιχος ενεργητικός τύπος. Κλίνονται σε -άμαι / -ούμαι, όπως το θυμάμαι / θυμούμαι.
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θυμάμαι/-ούμαι, θυμάσαι, θυμάται, θυμόμαστε/-ούμαστε, θυμόσαστε/-άστε, θυμούνται | να θυμάμαι/-ούμαι, να θυμάσαι, να θυμάται, να θυμόμαστε/-ούμαστε, να θυμόσαστε/-άστε, να θυμούνται | — |
| Παρατατικός | θυμόμουν(α), θυμόσουν(α), θυμόταν(ε), θυμόμασταν/-τε, θυμόσασταν/-τε, θυμούνταν(ε) | — | — |
| Αόριστος | θυμήθηκα, θυμήθηκες, θυμήθηκε, θυμηθήκαμε, θυμηθήκατε, θυμήθηκαν/θυμηθήκαν(ε) | — | — |
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα θυμάμαι/-ούμαι, θα θυμάσαι, θα θυμάται, θα θυμόμαστε/-ούμαστε, θα θυμόσαστε/-άστε, θα θυμούνται | να θυμηθώ, να θυμηθείς, να θυμηθεί, να θυμηθούμε, να θυμηθείτε, να θυμηθούν(ε) | θυμήσου, θυμηθείτε |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα θυμηθώ, θα θυμηθείς, θα θυμηθεί, θα θυμηθούμε, θα θυμηθείτε, θα θυμηθούν(ε) | — | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω θυμηθεί, θα έχεις θυμηθεί, θα έχει θυμηθεί, θα έχουμε θυμηθεί, θα έχετε θυμηθεί, θα έχουν(ε) θυμηθεί | — | — |
| Παρακείμενος | έχω θυμηθεί, έχεις θυμηθεί, έχει θυμηθεί, έχουμε θυμηθεί, έχετε θυμηθεί, έχουν(ε) θυμηθεί | να έχω θυμηθεί, να έχεις θυμηθεί, να έχει θυμηθεί, να έχουμε θυμηθεί, να έχετε θυμηθεί, να έχουν(ε) θυμηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θυμηθεί, είχες θυμηθεί, είχε θυμηθεί, είχαμε θυμηθεί, είχατε θυμηθεί, είχαν(ε) θυμηθεί | — | — |
Απαρέμφατο αορίστου: θυμηθεί — Μετοχή ενεστώτα: θυμούμενος, -η, -ο
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να θυμόμουν(α), να θυμήθηκα, να είχα θυμηθεί, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής.
Το θυμάμαι δεν έχει δικούς του τύπους προστακτικής ενεστώτα. Αν θέλεις να πεις σε κάποιον «να θυμάσαι», χρησιμοποιείς την υποτακτική: να θυμάσαι, να θυμάται, να θυμόσαστε/θυμάστε, να θυμούνται. Η μόνη πραγματική προστακτική που υπάρχει είναι του αορίστου: θυμήσου, θυμηθείτε.
Το ρήμα θυμάμαι / θυμούμαι δεν έχει τύπο μετοχής παρακειμένου. Άλλα αποθετικά όμως έχουν, π.χ. φοβάμαι → φοβισμένος, κοιμάμαι → κοιμισμένος.
Σύμφωνα με το θυμάμαι / θυμούμαι κλίνονται και τα ρήματα φοβάμαι/-ούμαι, κοιμάμαι/-ούμαι, λυπάμαι/-ούμαι.
Μορφολογική ποικιλία στα αποθετικά
- Α΄ ενικό ενεστώτα: θυμάμαι / θυμούμαι — ο πρώτος τύπος είναι ο πιο συνηθισμένος, ο δεύτερος πολύ τυπικός.
- Β΄ πληθυντικό ενεστώτα: θυμάστε / θυμόσαστε.
- Παρατατικός: έχει πολλούς εναλλακτικούς τύπους ανάλογα με το ύφος (-όμουν/-όμουνα, -ούμασταν, -όντανε/-ούντανε/-όντουσαν κ.ά.), με τους πιο λαϊκούς να εμφανίζονται συχνά σε παιδική λογοτεχνία.
- Γ΄ πληθυντικό συνοπτικού μέλλοντα/υποτακτικής αορίστου: θα θυμηθούν / θα θυμηθούνε.
- Γ΄ πληθυντικό αορίστου οριστικής: θυμήθηκαν / θυμηθήκαν(ε) — με μετακίνηση του τόνου στον δεύτερο τύπο.
Στα αποθετικά ρήματα η μορφή είναι παθητική, αλλά η σημασία τους είναι ενεργητική — δηλαδή εσύ κάνεις κάτι, όχι ότι κάτι σου συμβαίνει. Όταν λες «θυμάμαι το όνομά του», εσύ ενεργείς (θυμάσαι), δεν παθαίνεις τίποτα. Γι' αυτό ονομάζονται «αποθετικά»: έχουν «αποθέσει», δηλαδή έχουν χάσει, την ενεργητική τους φωνή.
Τι να προσέχεις όταν κλίνεις ρήματα της δεύτερης συζυγίας
- Ξεχώρισε πρώτα την τάξη. Ρώτησε τον εαυτό σου: «Λέγεται και -άω (π.χ. αγαπάω) ή μόνο -ώ (π.χ. θεωρώ, όχι θεωράω);» Αυτό σου δείχνει αμέσως αν είναι Α΄ ή Β΄ τάξη.
- Θυμήσου πού διαφέρουν οι δύο τάξεις: μόνο στον ενεστώτα και στον παρατατικό. Στον αόριστο, στους μέλλοντες, στον παρακείμενο και στον υπερσυντέλικο κλίνονται ολόιδια.
- Στη Β΄ τάξη δεν υπάρχει προστακτική ενεστώτα β΄ ενικού — μόνο πληθυντικός (θεωρείτε) ή ο τύπος του αορίστου (θεώρησε).
- Τα αποθετικά έχουν μόνο παθητική φωνή και δανείζονται την προστακτική ενεστώτα από την υποτακτική.
- Οι διπλοί τύποι δεν είναι λάθη — είναι θέμα ύφους: κάποιοι είναι πιο τυπικοί (π.χ. σε γραπτό λόγο ή εξετάσεις), άλλοι πιο οικείοι (π.χ. στην καθημερινή ομιλία). Και οι δύο είναι σωστοί ελληνικά, αλλά ταιριάζουν σε διαφορετικές περιστάσεις.