1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Παραδείγματα κλίσης: Ρήματα της πρώτης συζυγίας 📖

Ήρθε η ώρα να δούμε στην πράξη πώς κλίνεται ένα ρήμα της πρώτης συζυγίας. Θυμήσου: στην πρώτη συζυγία ανήκουν τα ρήματα που στο α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα τελειώνουν σε -ω στην ενεργητική φωνή (π.χ. λύν-ω) και σε -ομαι στην παθητική φωνή (π.χ. λύν-ομαι), με τον τόνο στην παραλήγουσα και στην προπαραλήγουσα αντίστοιχα.

Ως υπόδειγμα χρησιμοποιείται το ρήμα λύνω. Οι πίνακες που ακολουθούν δείχνουν όλους τους τύπους του σε κάθε έγκλιση και χρόνο, πρώτα στην ενεργητική και μετά στην παθητική φωνή. Δεν χρειάζεται να τους αποστηθίσεις έναν έναν· ο στόχος είναι να καταλάβεις το μοτίβο, ώστε να μπορείς να κλίνεις κι άλλα ρήματα της ίδιας συζυγίας με τον ίδιο τρόπο.

Γιατί το λύνω;

Το ρήμα λύνω χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα (πρότυπο) της πρώτης συζυγίας επειδή η κλίση του είναι κανονική και δεν παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Έτσι, βλέποντας πώς κλίνεται το λύνω, μπορείς να κλίνεις με τον ίδιο τρόπο δεκάδες άλλα ρήματα, όπως τα δένω, παίζω, χάνω, ψήνω, πληρώνω.

Ενεργητική φωνή: λύνω 🔵

Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος

Ο πρώτος πίνακας παρουσιάζει τους τρεις χρόνους που σχηματίζονται από το ενεστωτικό ή το αοριστικό θέμα χωρίς το μόριο θα, σε τρεις εγκλίσεις: οριστική, υποτακτική και προστακτική.

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςλύνω
λύνεις
λύνει
λύνουμε
λύνετε
λύνουν(ε)
να λύνω
να λύνεις
να λύνει
να λύνουμε
να λύνετε
να λύνουν(ε)
λύνε
λύνετε
Παρατατικόςέλυνα
έλυνες
έλυνε
λύναμε
λύνατε
έλυναν/λύναν(ε)
——
Αόριστοςέλυσα
έλυσες
έλυσε
λύσαμε
λύσατε
έλυσαν/λύσαν(ε)
να λύσω
να λύσεις
να λύσει
να λύσουμε
να λύσετε
να λύσουν(ε)
λύσε
λύστε

απαρέμφατο αορίστου: λύσει
μετοχή ενεστώτα: λύνοντας

Μέλλοντας και συντελικοί χρόνοι

Ο δεύτερος πίνακας δείχνει τους χρόνους που σχηματίζονται με το μόριο θα ή με το βοηθητικό ρήμα έχω/είχα + απαρέμφατο. Αυτοί οι χρόνοι λέγονται περιφραστικοί, γιατί σχηματίζονται με περισσότερες από μία λέξεις.

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα λύνω
θα λύνεις
θα λύνει
θα λύνουμε
θα λύνετε
θα λύνουν(ε)
—
Συνοπτικός Μέλλονταςθα λύσω
θα λύσεις
θα λύσει
θα λύσουμε
θα λύσετε
θα λύσουν(ε)
—
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω λύσει
θα έχεις λύσει
θα έχει λύσει
θα έχουμε λύσει
θα έχετε λύσει
θα έχουν(ε) λύσει
(ή: θα έχω λυμένο, -η, -ο κτλ.)
—
Παρακείμενοςέχω λύσει
έχεις λύσει
έχει λύσει
έχουμε λύσει
έχετε λύσει
έχουν(ε) λύσει
(ή: έχω λυμένο, -η, -ο κτλ.)
να έχω λύσει
να έχεις λύσει
να έχει λύσει
να έχουμε λύσει
να έχετε λύσει
να έχουν(ε) λύσει
(ή: να έχω λυμένο, -η, -ο κτλ.)
Υπερσυντέλικοςείχα λύσει
είχες λύσει
είχε λύσει
είχαμε λύσει
είχατε λύσει
είχαν(ε) λύσει
(ή: είχα λυμένο, -η, -ο κτλ.)
—

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να έλυνα, να έλυσα, να είχα λύσει, που κλίνονται ακριβώς όπως οι αντίστοιχοι τύποι της οριστικής (έλυνα, έλυσα, είχα λύσει).

Παθητική φωνή: λύνομαι 🟠

Στην παθητική φωνή το ίδιο ρήμα γίνεται λύνομαι. Οι καταλήξεις είναι τελείως διαφορετικές από την ενεργητική φωνή, γι' αυτό αξίζει να τις μελετήσεις ξεχωριστά.

Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)Προστακτική
Ενεστώταςλύνομαι
λύνεσαι
λύνεται
λυνόμαστε
λύνεστε/-όσαστε
λύνονται
να λύνομαι
να λύνεσαι
να λύνεται
να λυνόμαστε
να λύνεστε/-όσαστε
να λύνονται
(λύνου)
(λύνεστε)
Παρατατικόςλυνόμουν(α)
λυνόσουν(α)
λυνόταν(ε)
λυνόμασταν/-τε
λυνόσασταν/-τε
λύνονταν/λυνόντουσαν
——
Αόριστοςλύθηκα
λύθηκες
λύθηκε
λυθήκαμε
λυθήκατε
λύθηκαν/λυθήκαν(ε)
να λυθώ
να λυθείς
να λυθεί
να λυθούμε
να λυθείτε
να λυθούν(ε)
λύσου
λυθείτε

απαρέμφατο αορίστου: λυθεί

Μέλλοντας και συντελικοί χρόνοι

ΧρόνοιΟριστικήΥποτακτική (να, όταν κτλ.)
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα λύνομαι
θα λύνεσαι
θα λύνεται
θα λυνόμαστε
θα λύνεστε/-όσαστε
θα λύνονται
—
Συνοπτικός Μέλλονταςθα λυθώ
θα λυθείς
θα λυθεί
θα λυθούμε
θα λυθείτε
θα λυθούν(ε)
—
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω λυθεί
θα έχεις λυθεί
θα έχει λυθεί
θα έχουμε λυθεί
θα έχετε λυθεί
θα έχουν(ε) λυθεί
(ή: θα είμαι λυμένος, -η, -ο κτλ.)
—
Παρακείμενοςέχω λυθεί
έχεις λυθεί κτλ.
(ή: είμαι λυμένος, -η, -ο κτλ.)
να έχω λυθεί κτλ.
(ή: να είμαι λυμένος, -η, -ο κτλ.)
Υπερσυντέλικοςείχα λυθεί, είχες λυθεί κτλ.
(ή: ήμουν λυμένος, -η, -ο κτλ.)
—

μετοχή παρακειμένου: λυμένος, -η, -ο

Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να λυνόμουν(α), να λύθηκα, να είχα λυθεί, που κλίνονται όπως οι αντίστοιχοι τύποι της οριστικής (λυνόμουν(α), λύθηκα, είχα λυθεί).

Δύο τρόποι να πεις το ίδιο πράγμα

Στους συντελικούς χρόνους (παρακείμενος, υπερσυντέλικος, συντελεσμένος μέλλοντας) υπάρχει πάντα μια δεύτερη επιλογή σχηματισμού: αντί για έχω λύσει μπορείς να πεις έχω λυμένο, και αντί για έχω λυθεί μπορείς να πεις είμαι λυμένος. Και οι δύο τρόποι είναι σωστοί ελληνικά — απλώς ο δεύτερος χρησιμοποιεί τη μετοχή λυμένος, -η, -ο αντί για το απαρέμφατο.

Ρήματα που κλίνονται σαν το λύνω 🔑

Σύμφωνα με το πρότυπο λύνω – λύνομαι κλίνονται πολλά ακόμη ρήματα της νέας ελληνικής, όπως:

απλώνω, δένω, διορθώνω, ενώνω, θαμπώνω, ιδρύω, λιώνω, ντύνω, οργώνω, παίζω, πληρώνω, φορτώνω, σηκώνω, χάνω, ψήνω κ.ά.

Αν μάθεις καλά τους παραπάνω πίνακες, μπορείς να κλίνεις με σιγουριά όλα αυτά τα ρήματα — απλώς αντικαθιστάς το θέμα λύν- με το θέμα του καινούριου ρήματος, π.χ. δεν-ω, δεν-όμαι, έ-δεν-α, έ-δεσ-α κτλ.

Άλλοι τύποι που θα συναντήσεις στην καθημερινή χρήση 🗣️

Στον προφορικό λόγο, στη λογοτεχνία και ανάλογα με το ύφος, οι τύποι του λύνω εμφανίζονται μερικές φορές με μικρές παραλλαγές. Δεν πρόκειται για λάθη, αλλά για εναλλακτικούς τύπους που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές περιστάσεις.

Στην ενεργητική φωνή

ΘέσηΤυπικός/ουδέτερος τύποςΟικείος/προφορικός τύπος
α΄ πληθυντικό ενεστώτα (σπάνιο, νότια Ελλάδα)λύνουμελύνομε
γ΄ πληθυντικό ενεστώταλύνουνλύνουνε
γ΄ πληθυντικό παρατατικού/αορίστουέλυναν, έλυσανλύναν(ε), λύσαν(ε)
β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστουλύσετελύστε

Στην παθητική φωνή

ΘέσηΤυπικός/ουδέτερος τύποςΟικείος/προφορικός τύπος
β΄ πληθυντικό ενεστώταλύνεστε (ή λύνεσθε, πολύ τυπικό)λύνόσαστε
γ΄ πληθυντικό συνοπτικού μέλλοντα/υποτακτικής αορίστουνα λυθούννα λυθούνε
γ΄ πληθυντικό αορίστουλύθηκανλυθήκαν(ε)
Αρχαιοπρεπείς τύποι σε τυπικό ύφος

Σε πολύ επίσημο ύφος μπορεί να συναντήσεις τύπους που προέρχονται από την αρχαία ελληνική αντί για τους σύγχρονους: ελύθη αντί για λύθηκε, ανεκοινώθη αντί για ανακοινώθηκε, πεπεισμένος αντί για πεισμένος. Θα τους δεις κυρίως σε επίσημα κείμενα, εφημερίδες ή δελτία ειδήσεων, όχι στην καθημερινή ομιλία.