Παραδείγματα κλίσης: Ρήματα της πρώτης συζυγίας 📖
Ήρθε η ώρα να δούμε στην πράξη πώς κλίνεται ένα ρήμα της πρώτης συζυγίας. Θυμήσου: στην πρώτη συζυγία ανήκουν τα ρήματα που στο α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα τελειώνουν σε -ω στην ενεργητική φωνή (π.χ. λύν-ω) και σε -ομαι στην παθητική φωνή (π.χ. λύν-ομαι), με τον τόνο στην παραλήγουσα και στην προπαραλήγουσα αντίστοιχα.
Ως υπόδειγμα χρησιμοποιείται το ρήμα λύνω. Οι πίνακες που ακολουθούν δείχνουν όλους τους τύπους του σε κάθε έγκλιση και χρόνο, πρώτα στην ενεργητική και μετά στην παθητική φωνή. Δεν χρειάζεται να τους αποστηθίσεις έναν έναν· ο στόχος είναι να καταλάβεις το μοτίβο, ώστε να μπορείς να κλίνεις κι άλλα ρήματα της ίδιας συζυγίας με τον ίδιο τρόπο.
Το ρήμα λύνω χρησιμοποιείται ως υπόδειγμα (πρότυπο) της πρώτης συζυγίας επειδή η κλίση του είναι κανονική και δεν παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Έτσι, βλέποντας πώς κλίνεται το λύνω, μπορείς να κλίνεις με τον ίδιο τρόπο δεκάδες άλλα ρήματα, όπως τα δένω, παίζω, χάνω, ψήνω, πληρώνω.
Ενεργητική φωνή: λύνω 🔵
Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος
Ο πρώτος πίνακας παρουσιάζει τους τρεις χρόνους που σχηματίζονται από το ενεστωτικό ή το αοριστικό θέμα χωρίς το μόριο θα, σε τρεις εγκλίσεις: οριστική, υποτακτική και προστακτική.
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λύνω λύνεις λύνει λύνουμε λύνετε λύνουν(ε) | να λύνω να λύνεις να λύνει να λύνουμε να λύνετε να λύνουν(ε) | λύνε λύνετε |
| Παρατατικός | έλυνα έλυνες έλυνε λύναμε λύνατε έλυναν/λύναν(ε) | — | — |
| Αόριστος | έλυσα έλυσες έλυσε λύσαμε λύσατε έλυσαν/λύσαν(ε) | να λύσω να λύσεις να λύσει να λύσουμε να λύσετε να λύσουν(ε) | λύσε λύστε |
απαρέμφατο αορίστου: λύσει
μετοχή ενεστώτα: λύνοντας
Πρόσεξε ότι στον παρατατικό τα κελιά της υποτακτικής και της προστακτικής μένουν κενά — ο παρατατικός δεν σχηματίζει δικούς του τύπους σε αυτές τις εγκλίσεις. Αν θέλουμε να εκφράσουμε κάτι ανάλογο, χρησιμοποιούμε τον τύπο να έλυνα (βλ. παρακάτω). Πολλοί μαθητές ξεχνούν επίσης την αύξηση (το έ- στην αρχή): έλυνα, έλυσα — όχι λύνα, λύσα.
Μέλλοντας και συντελικοί χρόνοι
Ο δεύτερος πίνακας δείχνει τους χρόνους που σχηματίζονται με το μόριο θα ή με το βοηθητικό ρήμα έχω/είχα + απαρέμφατο. Αυτοί οι χρόνοι λέγονται περιφραστικοί, γιατί σχηματίζονται με περισσότερες από μία λέξεις.
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) |
|---|---|---|
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λύνω θα λύνεις θα λύνει θα λύνουμε θα λύνετε θα λύνουν(ε) | — |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα λύσω θα λύσεις θα λύσει θα λύσουμε θα λύσετε θα λύσουν(ε) | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λύσει θα έχεις λύσει θα έχει λύσει θα έχουμε λύσει θα έχετε λύσει θα έχουν(ε) λύσει (ή: θα έχω λυμένο, -η, -ο κτλ.) | — |
| Παρακείμενος | έχω λύσει έχεις λύσει έχει λύσει έχουμε λύσει έχετε λύσει έχουν(ε) λύσει (ή: έχω λυμένο, -η, -ο κτλ.) | να έχω λύσει να έχεις λύσει να έχει λύσει να έχουμε λύσει να έχετε λύσει να έχουν(ε) λύσει (ή: να έχω λυμένο, -η, -ο κτλ.) |
| Υπερσυντέλικος | είχα λύσει είχες λύσει είχε λύσει είχαμε λύσει είχατε λύσει είχαν(ε) λύσει (ή: είχα λυμένο, -η, -ο κτλ.) | — |
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να έλυνα, να έλυσα, να είχα λύσει, που κλίνονται ακριβώς όπως οι αντίστοιχοι τύποι της οριστικής (έλυνα, έλυσα, είχα λύσει).
Το θα λύνω (εξακολουθητικός μέλλοντας, από το ενεστωτικό θέμα λύν-) δηλώνει κάτι που θα γίνεται επανειλημμένα ή θα διαρκεί στο μέλλον. Το θα λύσω (συνοπτικός μέλλοντας, από το αοριστικό θέμα λύσ-) δηλώνει κάτι που θα γίνει μία φορά, στιγμιαία. Το θέμα που διαλέγεις αλλάζει το νόημα: «Θα λύνω ασκήσεις κάθε μέρα» (συνήθεια) αντί «Θα λύσω την άσκηση» (μία φορά).
Παθητική φωνή: λύνομαι 🟠
Στην παθητική φωνή το ίδιο ρήμα γίνεται λύνομαι. Οι καταλήξεις είναι τελείως διαφορετικές από την ενεργητική φωνή, γι' αυτό αξίζει να τις μελετήσεις ξεχωριστά.
Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) | Προστακτική |
|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λύνομαι λύνεσαι λύνεται λυνόμαστε λύνεστε/-όσαστε λύνονται | να λύνομαι να λύνεσαι να λύνεται να λυνόμαστε να λύνεστε/-όσαστε να λύνονται | (λύνου) (λύνεστε) |
| Παρατατικός | λυνόμουν(α) λυνόσουν(α) λυνόταν(ε) λυνόμασταν/-τε λυνόσασταν/-τε λύνονταν/λυνόντουσαν | — | — |
| Αόριστος | λύθηκα λύθηκες λύθηκε λυθήκαμε λυθήκατε λύθηκαν/λυθήκαν(ε) | να λυθώ να λυθείς να λυθεί να λυθούμε να λυθείτε να λυθούν(ε) | λύσου λυθείτε |
απαρέμφατο αορίστου: λυθεί
Πολλοί μαθητές γράφουν λάθος τον παθητικό αόριστο επειδή αλλάζει εντελώς μορφή σε σχέση με τον ενεστώτα: λύνομαι στον ενεστώτα, αλλά λύθηκα στον αόριστο (όχι «λύθικα» ή «ελύθηκα»). Αυτό συμβαίνει γιατί ο αόριστος σχηματίζεται από διαφορετικό θέμα (το αοριστικό θέμα της παθητικής, λύθ-), όχι από το ενεστωτικό θέμα λύν-.
Μέλλοντας και συντελικοί χρόνοι
| Χρόνοι | Οριστική | Υποτακτική (να, όταν κτλ.) |
|---|---|---|
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λύνομαι θα λύνεσαι θα λύνεται θα λυνόμαστε θα λύνεστε/-όσαστε θα λύνονται | — |
| Συνοπτικός Μέλλοντας | θα λυθώ θα λυθείς θα λυθεί θα λυθούμε θα λυθείτε θα λυθούν(ε) | — |
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λυθεί θα έχεις λυθεί θα έχει λυθεί θα έχουμε λυθεί θα έχετε λυθεί θα έχουν(ε) λυθεί (ή: θα είμαι λυμένος, -η, -ο κτλ.) | — |
| Παρακείμενος | έχω λυθεί έχεις λυθεί κτλ. (ή: είμαι λυμένος, -η, -ο κτλ.) | να έχω λυθεί κτλ. (ή: να είμαι λυμένος, -η, -ο κτλ.) |
| Υπερσυντέλικος | είχα λυθεί, είχες λυθεί κτλ. (ή: ήμουν λυμένος, -η, -ο κτλ.) | — |
μετοχή παρακειμένου: λυμένος, -η, -ο
Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να λυνόμουν(α), να λύθηκα, να είχα λυθεί, που κλίνονται όπως οι αντίστοιχοι τύποι της οριστικής (λυνόμουν(α), λύθηκα, είχα λυθεί).
Στους συντελικούς χρόνους (παρακείμενος, υπερσυντέλικος, συντελεσμένος μέλλοντας) υπάρχει πάντα μια δεύτερη επιλογή σχηματισμού: αντί για έχω λύσει μπορείς να πεις έχω λυμένο, και αντί για έχω λυθεί μπορείς να πεις είμαι λυμένος. Και οι δύο τρόποι είναι σωστοί ελληνικά — απλώς ο δεύτερος χρησιμοποιεί τη μετοχή λυμένος, -η, -ο αντί για το απαρέμφατο.
Ρήματα που κλίνονται σαν το λύνω 🔑
Σύμφωνα με το πρότυπο λύνω – λύνομαι κλίνονται πολλά ακόμη ρήματα της νέας ελληνικής, όπως:
απλώνω, δένω, διορθώνω, ενώνω, θαμπώνω, ιδρύω, λιώνω, ντύνω, οργώνω, παίζω, πληρώνω, φορτώνω, σηκώνω, χάνω, ψήνω κ.ά.
Αν μάθεις καλά τους παραπάνω πίνακες, μπορείς να κλίνεις με σιγουριά όλα αυτά τα ρήματα — απλώς αντικαθιστάς το θέμα λύν- με το θέμα του καινούριου ρήματος, π.χ. δεν-ω, δεν-όμαι, έ-δεν-α, έ-δεσ-α κτλ.
Άλλοι τύποι που θα συναντήσεις στην καθημερινή χρήση 🗣️
Στον προφορικό λόγο, στη λογοτεχνία και ανάλογα με το ύφος, οι τύποι του λύνω εμφανίζονται μερικές φορές με μικρές παραλλαγές. Δεν πρόκειται για λάθη, αλλά για εναλλακτικούς τύπους που χρησιμοποιούνται σε διαφορετικές περιστάσεις.
Στην ενεργητική φωνή
| Θέση | Τυπικός/ουδέτερος τύπος | Οικείος/προφορικός τύπος |
|---|---|---|
| α΄ πληθυντικό ενεστώτα (σπάνιο, νότια Ελλάδα) | λύνουμε | λύνομε |
| γ΄ πληθυντικό ενεστώτα | λύνουν | λύνουνε |
| γ΄ πληθυντικό παρατατικού/αορίστου | έλυναν, έλυσαν | λύναν(ε), λύσαν(ε) |
| β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστου | λύσετε | λύστε |
Στην παθητική φωνή
| Θέση | Τυπικός/ουδέτερος τύπος | Οικείος/προφορικός τύπος |
|---|---|---|
| β΄ πληθυντικό ενεστώτα | λύνεστε (ή λύνεσθε, πολύ τυπικό) | λύνόσαστε |
| γ΄ πληθυντικό συνοπτικού μέλλοντα/υποτακτικής αορίστου | να λυθούν | να λυθούνε |
| γ΄ πληθυντικό αορίστου | λύθηκαν | λυθήκαν(ε) |
Σε πολύ επίσημο ύφος μπορεί να συναντήσεις τύπους που προέρχονται από την αρχαία ελληνική αντί για τους σύγχρονους: ελύθη αντί για λύθηκε, ανεκοινώθη αντί για ανακοινώθηκε, πεπεισμένος αντί για πεισμένος. Θα τους δεις κυρίως σε επίσημα κείμενα, εφημερίδες ή δελτία ειδήσεων, όχι στην καθημερινή ομιλία.
Στην πράξη, όταν δίνουμε μια εντολή, χρησιμοποιούμε σχεδόν πάντα την προστακτική του αορίστου (π.χ. «Λύσε την άσκηση!»), όχι του ενεστώτα («Λύνε»). Η προστακτική ενεστώτα δηλώνει κάτι που πρέπει να γίνεται συνέχεια ή επαναλαμβανόμενα, γι' αυτό είναι σπανιότερη στον καθημερινό λόγο.