Η κλίση. Οι συζυγίες 🔤
Όταν κλίνουμε ένα ρήμα, το μεταβάλλουμε σε πρόσωπα, αριθμούς, χρόνους, εγκλίσεις και φωνές: λέμε π.χ. λύνω, λύνεις, λύνει ή έλυνα, θα λύσω, να λύσω. Αυτή η διαδικασία λέγεται κλίση του ρήματος.
Δεν κλίνονται όμως όλα τα ρήματα της νέας ελληνικής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ανάλογα με τη μορφή που παίρνουν και με το πού τονίζονται, τα ρήματα χωρίζονται σε δύο μεγάλες οικογένειες, που ονομάζονται συζυγίες.
Η λέξη συζυγία προέρχεται από το ρήμα συζεύγνυμι, που σήμαινε «ζεύω μαζί, ενώνω». Στη γραμματική δηλώνει μια ομάδα ρημάτων που «ζευγαρώνουν» γιατί κλίνονται με τον ίδιο τρόπο.
Πρώτη συζυγία: τα ρήματα σε -ω άτονο
Στην πρώτη συζυγία ανήκουν τα ρήματα που στο πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα έχουν κατάληξη:
- -ω στην ενεργητική φωνή, π.χ. λύν-ω, βάφ-ω
- -ομαι στην παθητική φωνή, π.χ. λύν-ομαι, βάφ-ομαι
Το χαρακτηριστικό αυτής της συζυγίας είναι ότι η κατάληξη -ω είναι άτονη, δηλαδή δεν πέφτει πάνω της ο τόνος. Συγκεκριμένα:
- στην ενεργητική φωνή ο τόνος πέφτει στην παραλήγουσα — π.χ. λύ-νω, βά-φω
- στην παθητική φωνή ο τόνος πέφτει στην προπαραλήγουσα — π.χ. λύ-νο-μαι, βά-φο-μαι
Δεύτερη συζυγία: τα ρήματα σε -ώ τονισμένο
Στη δεύτερη συζυγία ανήκουν τα ρήματα που στο πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα έχουν κατάληξη:
- -ώ (ή -άω) στην ενεργητική φωνή, π.χ. αγαπ-ώ / αγαπ-άω, θεωρ-ώ
- -ιέμαι ή -ούμαι στην παθητική φωνή, π.χ. αγαπ-ιέμαι, θεωρ-ούμαι
Εδώ η κατάληξη είναι τονισμένη: το -ώ παίρνει πάντα τον τόνο. Πιο αναλυτικά:
- στην ενεργητική φωνή ο τόνος πέφτει στη λήγουσα — π.χ. αδι-κώ, που-λώ — ή στην παραλήγουσα, όταν το ρήμα λήγει σε -άω — π.χ. αγα-πά-ω
- στην παθητική φωνή ο τόνος πέφτει πάντα στην παραλήγουσα — π.χ. αδι-κού-μαι, που-λιέ-μαι
Πολλά ρήματα ακούγονται παρόμοια αλλά ανήκουν σε διαφορετική συζυγία ανάλογα με το πού πέφτει ο τόνος στον ενικό αριθμό του ενεστώτα. Πρόσεξε τη διαφορά: το αγαπώ γράφεται με τόνο στη λήγουσα (δεύτερη συζυγία), ενώ το λύνω δεν παίρνει καθόλου τόνο στο -ω (πρώτη συζυγία). Ο πιο σίγουρος τρόπος να ξεχωρίσεις τη συζυγία ενός ρήματος είναι να το πεις πρώτο πρόσωπο ενικού («εγώ...») και να ακούσεις πού πέφτει η φωνή σου.
Πώς ξεχωρίζω σε ποια συζυγία ανήκει ένα ρήμα
Το μόνο που χρειάζεται είναι να βάλεις το ρήμα στο πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα, ενεργητική φωνή («εγώ...») και να προσέξεις δύο πράγματα: την κατάληξη και τον τόνο.
| Ερώτηση | Πρώτη συζυγία | Δεύτερη συζυγία |
|---|---|---|
| Πώς τελειώνει το «εγώ...»; | σε -ω | σε -ώ (ή -άω) |
| Τονίζεται η κατάληξη; | όχι (άτονη) | ναι (τονισμένη) |
| Παράδειγμα ενεργητικής | γράφω, παίζω, τρέχω | μιλώ, ρωτώ, μπορώ |
| Παράδειγμα παθητικής | γράφομαι, παίζομαι | μιλιέμαι, ρωτιέμαι |
Δεν χρειάζεται να θυμάσαι κανόνα απ' έξω: πες δυνατά το ρήμα στο πρώτο πρόσωπο. Αν η φωνή σου «κατεβαίνει» πριν από το -ω (δι-α-βά-ζω), είναι πρώτη συζυγία. Αν «ανεβαίνει» ακριβώς πάνω στο -ώ (μι-λώ), είναι δεύτερη συζυγία.
Η δεύτερη συζυγία έχει δύο τάξεις
Τα ρήματα της δεύτερης συζυγίας δεν κλίνονται όλα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μεταξύ τους: χωρίζονται σε δύο μικρότερες ομάδες, που λέγονται τάξεις.
- Στην Α΄ τάξη ανήκουν ρήματα όπως το αγαπώ, που στον ενικό του ενεστώτα σχηματίζουν εναλλακτικά τύπους σε -άω: αγαπ-ώ / αγαπ-άω, αγαπ-άς, αγαπ-ά / αγαπ-άει.
- Στη Β΄ τάξη ανήκουν ρήματα όπως το θεωρώ, που δεν έχουν τύπο σε -άω και σχηματίζουν τον ενικό σε -ώ, -είς, -εί: θεωρ-ώ, θεωρ-είς, θεωρ-εί.
Τη διαφορά αυτή θα τη δούμε αναλυτικά στους πίνακες κλίσης που ακολουθούν, όπου παρουσιάζονται πλήρως τα ρήματα και των δύο συζυγιών σε όλους τους χρόνους και τις εγκλίσεις.
Οι δύο συζυγίες δεν είναι δύο διαφορετικά «συστήματα» της γλώσσας — είναι απλώς δύο τρόποι κλίσης του ίδιου ρήματος στον ενεστώτα και στον παρατατικό. Στους υπόλοιπους χρόνους (π.χ. στον αόριστο) τα ρήματα και των δύο συζυγιών σχηματίζονται με παρόμοιο τρόπο.