Τα επίθετα: Ορισμός - Λειτουργία - Χρήση 🎨
Όταν θέλουμε να περιγράψουμε πώς είναι κάτι —όχι απλώς να το ονομάσουμε, αλλά να πούμε αν είναι μεγάλο ή μικρό, όμορφο ή άσχημο, χαρούμενο ή λυπημένο— χρησιμοποιούμε ένα ακόμα βασικό μέρος του λόγου: το επίθετο.
Τι είναι το επίθετο 🖌️
Το επίθετο είναι ένα μέρος του λόγου που κατά κανόνα δίνει ένα χαρακτηριστικό, μια ιδιότητα ή μια ποιότητα στο ουσιαστικό που προσδιορίζει.
Για παράδειγμα:
- Η ξύλινη πόρτα. (Το επίθετο «ξύλινη» μας λέει από τι υλικό είναι η πόρτα.)
- Η σωστή απάντηση. (Το επίθετο «σωστή» μας λέει αν η απάντηση είναι σωστή ή λάθος.)
Χωρίς επίθετα, θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τα πράγματα, αλλά όχι να πούμε πώς είναι.
Η λέξη «επίθετο» προέρχεται από το ρήμα «επιτίθεμαι» με την έννοια «τοποθετώ κάτι πάνω σε κάτι άλλο»: το επίθετο «τοποθετείται» πάνω στο ουσιαστικό για να του προσθέσει μια ιδιότητα. Δεν στέκεται ποτέ μόνο του με νόημα — έχει πάντα ανάγκη από ένα ουσιαστικό, φανερό ή εννοούμενο, στο οποίο αναφέρεται.
Πώς «συμφωνεί» το επίθετο με το ουσιαστικό 🤝
Το επίθετο δεν μπαίνει τυχαία δίπλα στο ουσιαστικό. Πρέπει να συμφωνεί μαζί του σε τρία στοιχεία:
- στο γένος (αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο)
- στον αριθμό (ενικό ή πληθυντικό)
- στην πτώση (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική)
Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο επίθετο αλλάζει κατάληξη ανάλογα με το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. Η νέα ρύθμιση. Ο νέος άνθρωπος. Το νέο παιδί. Το γένος του επιθέτου, δηλαδή, δεν είναι δικό του χαρακτηριστικό· εξαρτάται πάντα από το γένος του ουσιαστικού που προσδιορίζει.
Μην μπερδεύεις το επίθετο με το ουσιαστικό: το ουσιαστικό «διαλέγει» μόνο του το γένος του (π.χ. το «σπίτι» είναι πάντα ουδέτερο), ενώ το επίθετο προσαρμόζεται κάθε φορά στο γένος, τον αριθμό και την πτώση του ουσιαστικού που συνοδεύει. Το ίδιο επίθετο, λοιπόν, μπορεί να εμφανιστεί και ως αρσενικό, και ως θηλυκό, και ως ουδέτερο.
Πού μπαίνει το επίθετο μέσα στην πρόταση 📍
Η θέση του επιθέτου μέσα στον λόγο δεν είναι σταθερή — ποικίλλει.
Συνήθως το επίθετο τοποθετείται πριν από το ουσιαστικό, αλλά μπορεί να μπει και μετά από αυτό χωρίς να αλλάζει το νόημα:
- Ήταν μια ένοπλη ληστεία που κατέληξε σε φιάσκο.
- Ήταν μια ληστεία ένοπλη που κατέληξε σε φιάσκο.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και όταν ανάμεσα στο ουσιαστικό και στο επίθετο μεσολαβεί το ρήμα είμαι:
- Οι πλανήτες είναι ετερόφωτοι.
- Ετερόφωτοι είναι οι πλανήτες.
Και στις δύο περιπτώσεις το επίθετο κρατά την ίδια σημασία, όπου κι αν βρίσκεται μέσα στην πρόταση.
Όταν το επίθετο «γίνεται» ουσιαστικό 🔄
Πολύ συχνά το επίθετο χρησιμοποιείται μαζί με το άρθρο αλλά χωρίς το ουσιαστικό, όταν αυτό εννοείται εύκολα από όσους συμμετέχουν στη συζήτηση. Στην περίπτωση αυτή, το επίθετο λειτουργεί σαν ουσιαστικό:
- Τα μικρά να έλθουν μπροστά (εννοείται παιδιά).
- Οι ηλικιωμένοι να περάσουν δεξιά και οι νέοι στα αριστερά (εννοείται άνθρωποι).
Γενικά, η διάκριση ανάμεσα σε επίθετο και ουσιαστικό δεν είναι πάντα εύκολη, γιατί η ίδια λέξη μπορεί άλλοτε να λειτουργεί ως επίθετο και άλλοτε ως ουσιαστικό, ανάλογα με το αν προσδιορίζει κάποιο ουσιαστικό ή στέκεται μόνη της:
- Τα εισοδήματά του προέρχονται από μισθωτές υπηρεσίες (επίθετο — προσδιορίζει το «υπηρεσίες»).
- Άρχισαν οι διαμαρτυρίες των μισθωτών (ουσιαστικό — στέκεται μόνο του, χωρίς ουσιαστικό δίπλα του).
- Έφερε νέα πράγματα (επίθετο).
- Έφερε καλά νέα (ουσιαστικό).
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και πολλές λέξεις που δηλώνουν καταγωγή από κάποια γεωγραφική περιοχή ή εθνική καταγωγή. Αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται είτε μόνο στο αρσενικό γένος είτε μόνο στο θηλυκό είτε και στα δύο, και σπανιότερα και στα τρία:
- Η Αθηναία υπάλληλος (επίθετο), αλλά και η Αθηναία (ουσιαστικό).
- Ο Μεξικάνος αθλητής (επίθετο), αλλά και ο Μεξικάνος (ουσιαστικό).
Δεν είναι λίγες οι λέξεις της ελληνικής που «αλλάζουν δουλειά» ανάλογα με τη χρήση τους μέσα στην πρόταση. Το κλειδί για να καταλάβεις αν μια τέτοια λέξη λειτουργεί ως επίθετο ή ως ουσιαστικό είναι απλό: ρώτησε αν προσδιορίζει κάποιο άλλο ουσιαστικό δίπλα της. Αν ναι, είναι επίθετο· αν στέκεται μόνη της σαν να ονομάζει κάτι, είναι ουσιαστικό.
Παρατηρώ και... καταλαβαίνω... 🔍
Ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τα επίθετα δεν είναι πάντα ίδιος — εξαρτάται από το είδος του κειμένου, το ύφος και τη σχέση ανάμεσα σε αυτόν που μιλάει (ή γράφει) και σε αυτόν που ακούει (ή διαβάζει). Δύο συγκρίσεις το δείχνουν καθαρά.
Ένα τραπεζικό λογιστικό και μια ευχετήρια κάρτα
Φαντάσου δύο κείμενα που γράφτηκαν την ίδια εποχή, τον Δεκέμβριο, και έχουν και τα δύο τον ίδιο σκοπό: να ευχηθούν καλή χρονιά.
Το πρώτο προέρχεται από αντίγραφο μηνιαίου λογαριασμού πιστωτικής κάρτας μιας ελληνικής τράπεζας:
ΣΑΣ ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ΣΕ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΑΣ
Το δεύτερο προέρχεται από μια ευχετήρια κάρτα που στέλνει την ίδια εποχή κάποιος σε έναν πολύ στενό του φίλο:
Αγαπητέ μου φίλε Παναγιώτη, Σου εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να περάσεις χαρούμενα, ευτυχισμένα και πολύ ζεστά Χριστούγεννα. Ο φίλος σου, Γιώργος
Στο πρώτο κείμενο δεν υπάρχει κανένα επίθετο. Στο δεύτερο κείμενο υπάρχουν τρία επίθετα («χαρούμενα», «ευτυχισμένα», «ζεστά»), τα οποία δίνουν μια ιδιότητα και κάποια χαρακτηριστικά στο ουσιαστικό «Χριστούγεννα». Τα επίθετα αυτά βρίσκονται στην ίδια πτώση, στον ίδιο αριθμό και στο ίδιο γένος με το ουσιαστικό που προσδιορίζουν, και μάλιστα προηγούνται του ουσιαστικού.
Το θέμα και ο σκοπός των δύο κειμένων είναι ίδιοι: ευχές για τα Χριστούγεννα και τον νέο χρόνο. Αυτό όμως που διαφέρει —ποιος γράφει σε ποιον, ποια είναι η σχέση τους, μέσα από ποιο μέσο επικοινωνίας στέλνεται το μήνυμα και τι ύφος ταιριάζει σε αυτό— είναι που καθορίζει την απουσία επιθέτων στο πρώτο κείμενο και την παρουσία τους στο δεύτερο. Μια τράπεζα απευθύνεται σε άγνωστο κοινό με τυπικό, ουδέτερο ύφος, ενώ ένας φίλος σε φίλο μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματά του πιο ελεύθερα και προσωπικά — και τα επίθετα είναι ακριβώς το εργαλείο για αυτό.
Μην πιστεύεις ότι ένα κείμενο «χρειάζεται» επίθετα για να είναι σωστό. Το αντίθετο μπορεί κάλλιστα να ισχύει: όσο πιο τυπικό, επίσημο ή απρόσωπο είναι ένα κείμενο, τόσο λιγότερα επίθετα συνήθως χρησιμοποιεί, γιατί ο στόχος του είναι να δώσει πληροφορία γρήγορα και ξεκάθαρα, όχι να εκφράσει συναίσθημα.
Μια μικρή αγγελία
Δες τώρα ένα κείμενο από τη στήλη των μικρών αγγελιών μιας εφημερίδας πανελλήνιας κυκλοφορίας:
ΠΩΛΕΙΤΑΙ μεζονέτα ετοιμοπαράδοτη, γωνιακή, 182 τ.μ., με θέα απεριόριστη και αυλή με οπωροφόρα και πράσινο. Τηλ. 1230 9876543.
Εδώ τα επίθετα «ετοιμοπαράδοτη», «γωνιακή» και «απεριόριστη» ακολουθούν (δεν προηγούνται) τα ουσιαστικά που προσδιορίζουν («μεζονέτα», «θέα»). Το επίθετο «οπωροφόρα», αντίθετα, δεν προσδιορίζει κανένα ουσιαστικό δίπλα του — λειτουργεί το ίδιο σαν ουσιαστικό, εννοώντας «οπωροφόρα δέντρα».
Αυτές οι επιλογές δεν είναι τυχαίες: καθορίζονται από το είδος του λόγου των μικρών αγγελιών, όπου ο στόχος είναι να δοθούν οι σημαντικές πληροφορίες με τον πιο σύντομο και σαφή τρόπο μέσα στον περιορισμένο χώρο μιας εφημερίδας. Γι' αυτό προηγείται η λέξη «μεζονέτα» των επιθέτων που την περιγράφουν, και γι' αυτό δεν χρειάζεται να μπει η λέξη «δέντρα» δίπλα στο «οπωροφόρα» — καταλαβαίνεται.
Παρατήρησες ότι στην ευχετήρια κάρτα τα επίθετα προηγούνται του ουσιαστικού, ενώ στη μικρή αγγελία ακολουθούν; Δεν είναι σύμπτωση: όταν ο στόχος είναι να δοθεί γρήγορα η βασική πληροφορία (τι πωλείται) και μετά να προστεθούν τα χαρακτηριστικά της, το επίθετο μπαίνει μετά. Όταν ο στόχος είναι να τονιστεί το συναίσθημα ή η ιδιότητα, το επίθετο συχνά προτάσσεται. Η θέση του επιθέτου, δηλαδή, δεν είναι ποτέ εντελώς τυχαία — εξαρτάται από το τι θέλει να τονίσει κάθε φορά αυτός που μιλάει ή γράφει.
Τι μαθαίνουμε από αυτές τις συγκρίσεις 📝
Και τα δύο παραδείγματα δείχνουν το ίδιο βασικό συμπέρασμα: η παρουσία, η απουσία και η θέση των επιθέτων μέσα σε ένα κείμενο δεν είναι τυχαίες επιλογές. Εξαρτώνται από:
- το είδος του κειμένου (τραπεζικός λογαριασμός, προσωπική κάρτα, αγγελία)
- το μέσο επικοινωνίας μέσα από το οποίο μεταδίδεται το μήνυμα
- τη σχέση ανάμεσα σε αυτόν που στέλνει και σε αυτόν που λαμβάνει το μήνυμα
- τον σκοπό που θέλει να πετύχει ο ομιλητής ή ο συγγραφέας
- το ύφος που ταιριάζει σε κάθε περίσταση
Έτσι, το επίθετο δεν είναι απλώς μια λέξη που «στολίζει» το ουσιαστικό — είναι ένα εργαλείο που ο ομιλητής ή ο συγγραφέας επιλέγει (ή αποφεύγει) συνειδητά, ανάλογα με το τι θέλει να πετύχει κάθε φορά.