Η στίξη - Τα σημεία στίξης ✍️
Όταν μιλάμε, δεν χρησιμοποιούμε μόνο λέξεις· κάνουμε και παύσεις, αλλάζουμε τον τόνο της φωνής μας, σταματάμε λίγο ή πολύ ανάλογα με το νόημα. Στον γραπτό λόγο, όλα αυτά τα δηλώνουμε —όχι με απόλυτη ακρίβεια, αλλά αρκετά καλά— με τη στίξη. Η στίξη εκφράζεται στη γραφή με τα σημεία στίξης, δηλαδή με σύμβολα σαν την τελεία ή το κόμμα, που βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει πού σταματά μια σκέψη, πού αρχίζει μια άλλη και πώς πρέπει να «διαβαστεί» ένα κείμενο.
Τα σημεία στίξης της νέας ελληνικής είναι:
- η τελεία ( . )
- η άνω τελεία ( · )
- το κόμμα ( , )
- το ερωτηματικό ( ; )
- το θαυμαστικό ( ! )
- η διπλή τελεία ( : )
- η παρένθεση ( ( ) )
- τα αποσιωπητικά ( … )
- η παύλα ( – )
- η διπλή παύλα ( – – )
- τα εισαγωγικά ( « » )
- το ενωτικό ( - )
Η στίξη προσπαθεί να αποτυπώσει στο χαρτί κάτι που στην πραγματικότητα ανήκει στην προφορική γλώσσα: τις παύσεις, τον ρυθμό, το «χρώμα» της φωνής μας. Επειδή όμως η γραφή δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει τέλεια την ομιλία, δύο άνθρωποι μπορεί να βάλουν λίγο διαφορετική στίξη στο ίδιο ακριβώς νόημα — ιδίως στο κόμμα, όπως θα δεις παρακάτω.
Η τελεία ( . ) 🔵
Η τελεία σημειώνεται σε τέσσερις περιπτώσεις:
α) Στο τέλος μιας φράσης με ολοκληρωμένο νόημα. Δείχνει στον αναγνώστη ότι εκεί πρέπει να σταματήσει λίγο η ανάγνωση, π.χ. Χτύπησε το τηλέφωνο. Κανένας δεν το άκουσε.
β) Στις συντομογραφίες, π.χ. Η κ. Κλαδάκη παρουσίασε το έργο της. Η απόσταση που διένυσα δεν είναι πάνω από 100 μ.
γ) Στους αριθμούς με περισσότερα από τρία ψηφία, για να χωρίσει τα εκατομμύρια από τις χιλιάδες και τις εκατοντάδες, π.χ. Στις εκλογές συμμετείχαν 7.342.156 ψηφοφόροι.
δ) Ανάμεσα στην ώρα και τα λεπτά, π.χ. Το μάθημα αρχίζει στις 09.15΄.
Ύστερα από τελεία αρχίζουμε πάντα με κεφαλαίο γράμμα.
Η άνω τελεία ( · ) 🔺
Η άνω τελεία σημειώνεται στο τέλος μιας φράσης, όταν αυτή ακολουθείται από μια άλλη φράση που έχει στενή νοηματική σχέση με την προηγούμενη —για παράδειγμα, όταν τη διευκρινίζει ή τη συμπληρώνει. Δηλώνει στον αναγνώστη ότι εκεί πρέπει να σταματήσει η ανάγνωση λιγότερο απ' ό,τι στην τελεία, αλλά περισσότερο απ' ό,τι στο κόμμα, π.χ. Η έκπληξή του δεν ήταν μεγάλη· περίμενε τον ερχομό της.
Το κόμμα ( , ) 〰️
Το κόμμα σημειώνεται μετά από λέξεις, προτάσεις και φράσεις, και δηλώνει μια παύση μικρότερη από αυτήν της άνω τελείας. Πιο συγκεκριμένα, το κόμμα χρησιμοποιείται:
α) Ανάμεσα σε λέξεις και προτάσεις με την ίδια συντακτική λειτουργία που δεν συνδέονται μεταξύ τους, π.χ. Η Ειρήνη πήρε μαζί της τα σεντόνια, τα μαξιλάρια, τις κουρτίνες και τις κουβέρτες.
β) Στην κλητική πτώση, π.χ. Ανέβασες, Λευτέρη, το κουτί στον πρώτο όροφο;
γ) Στις δευτερεύουσες προτάσεις, για να ξεχωρίσουν από τις κύριες, π.χ. Η Ανδρομάχη χάρηκε, γιατί πήρε καλό βαθμό στο διαγώνισμα.
δ) Στις παρενθετικές φράσεις, όταν λειτουργούν ως παράθεση ή επεξήγηση, π.χ. Ο νομάρχης μας, ο κ. Γεωργίου, επισκέφθηκε το σχολείο μας.
Δεν βάζουμε κόμμα στις ειδικές, βουλητικές, πλάγιες ερωτηματικές και ενδοιαστικές δευτερεύουσες προτάσεις, όταν λειτουργούν ως αντικείμενο ή υποκείμενο του ρήματος της κύριας πρότασης, π.χ. Υποστηρίζει με επιμονή ότι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις. Δεν βάζουμε κόμμα ούτε πριν από τις αναφορικές προτάσεις που περιορίζουν το νόημα μιας λέξης (π.χ. Αυτά που είπε προχθές δεν τα ξαναλέει), ούτε πριν από τελικές προτάσεις που συνδέονται στενά με το νόημα της κύριας πρότασης, π.χ. Έτρεξε για να τον προλάβει.
Οι παραπάνω κανόνες είναι οι βασικές αρχές χρήσης του κόμματος. Στην πράξη, όμως, το κόμμα χρησιμοποιείται όπου ο συντάκτης του κειμένου θέλει να δείξει μια μικρή παύση στον λόγο· γι' αυτό, ιδίως στη λογοτεχνία, η χρήση του κόμματος παρουσιάζει πολύ μεγάλη ποικιλία.
Το ερωτηματικό ( ; ) ❓
Το ερωτηματικό σημειώνεται στο τέλος μιας ερωτηματικής φράσης, π.χ. Πώς περνάτε στο βουνό;
Στην ελληνική γραφή το ερωτηματικό μοιάζει οπτικά με το λατινικό ερωτηματικό ( ; ), όχι με το «?». Πρόσεξε να μην το μπερδεύεις με τη διπλή τελεία, με την οποία μοιάζει στη μορφή.
Το θαυμαστικό ( ! ) ❗
Το θαυμαστικό σημειώνεται μετά από επιφωνήματα και μετά από φράσεις που εκφράζουν θαυμασμό, έκπληξη ή έντονο ευχάριστο ή δυσάρεστο συναίσθημα, π.χ. Αχ! Έγινε η αυλή πολύ ωραία. Τι πλημμύρα κι αυτή!
Συχνά, στον δημοσιογραφικό λόγο, σημειώνεται ένα θαυμαστικό μέσα σε παρένθεση (!), όταν ο συντάκτης θέλει να δηλώσει θαυμασμό ή έκπληξη για τα λόγια ή τα γραπτά κάποιου άλλου, π.χ. Ο υπουργός Γεωργίας υποσχέθηκε στους αγρότες παραγραφή όλων των δανείων (!).
Ύστερα από ερωτηματικό ή θαυμαστικό αρχίζουμε με κεφαλαίο γράμμα, εκτός αν η φράση συνεχίζεται, π.χ. Τι κρίμα! Η Στέλλα έφυγε, αλλά Πού πήγες; με ρώτησε με αυστηρό ύφος. Αχ! έκανε με ανακούφιση.
Η διπλή τελεία ( : ) 🔹🔹
Η διπλή τελεία σημειώνεται σε τρεις περιπτώσεις:
α) Πριν από παράθεμα που περιέχει τα λόγια κάποιου, όπως ακριβώς τα είπε. Σε αυτήν την περίπτωση, το παράθεμα κλείνεται σε εισαγωγικά, π.χ. Μπήκε με ταχύτητα στην αίθουσα και φώναξε: «Θα πάμε εκδρομή».
β) Πριν από όρους που απαριθμούνται, ή που επεξηγούν ή είναι αποτέλεσμα των προηγούμενων, π.χ. Οι νομοί της δυτικής Μακεδονίας είναι τέσσερις, οι εξής: των Γρεβενών, της Καστοριάς, της Κοζάνης και της Φλώρινας.
γ) Στο τέλος φράσης που προαναγγέλλει γνωμικό ή παροιμία, π.χ. Να έχεις πάντα στο μυαλό σου την παροιμία: κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό.
Η παρένθεση ( ( ) ) 🔘
Η παρένθεση σημειώνεται για να περικλείσει μια λέξη ή μια φράση που επεξηγεί ή συμπληρώνει τα προηγούμενα, και η οποία θα μπορούσε να παραλειφθεί χωρίς να αλλάξει το συνολικό νόημα της περιόδου, π.χ. Οι θεωρητικές επιστήμες (Φιλοσοφία, Θεολογία, Νομική κ.ά.) αντιδιαστέλλονται προς τις θετικές.
Τα αποσιωπητικά ( … ) ➰
Τα αποσιωπητικά σημειώνονται για να δηλώσουν παράλειψη λόγου —είτε γιατί το υπόλοιπο μπορεί να εννοηθεί εύκολα από τον αναγνώστη είτε γιατί ο γράφων βρίσκεται σε αμηχανία— π.χ. Είχα στην τρίτη τάξη έναν δάσκαλο που συνεχώς επαναλάμβανε την παροιμία: άνθρωπος αγράμματος …
Χρησιμοποιούνται επίσης μέσα σε αγκύλες ( […] ), όταν παραλείπεται —πολύ ή λίγο— μέρος ενός κειμένου άλλου συγγραφέα ή πηγής που παρατίθεται σε εισαγωγικά.
Οι τελείες των αποσιωπητικών είναι πάντα τρεις — ούτε δύο ούτε τέσσερις. Αν δεις κάπου παραπάνω από τρεις τελείες στη σειρά, πρόκειται για ορθογραφικό λάθος.
Η παύλα ( – ) ➖
Η παύλα σημειώνεται στον διάλογο, για να δείξει την αλλαγή προσώπου που μιλάει, π.χ.
– Μη με τρομάζεις με τα λόγια σου.
– Δε θέλω να τρομάξεις. Θέλω να σκεφτείς.
Η διπλή παύλα ( – – ) ➖➖
Η διπλή παύλα σημειώνεται για να δηλώσει ότι η λέξη ή η φράση που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο παύλες έχει παρενθετικό νόημα και πρέπει να διαβαστεί σε χαμηλότερο τόνο, π.χ. Ο μαύρος χρυσός –το πετρέλαιο– ακριβαίνει συνεχώς.
Και τα δύο σημεία «κλείνουν» μέσα τους μια επεξήγηση που θα μπορούσε να παραλειφθεί. Η διαφορά είναι στον τόνο: η παρένθεση δηλώνει απλώς μια πρόσθετη πληροφορία, ενώ η διπλή παύλα δείχνει επιπλέον ότι αυτή η πληροφορία πρέπει να «ακουστεί» πιο χαμηλόφωνα, σαν σχόλιο στο πλάι.
Τα εισαγωγικά ( « » ) 💬
Τα εισαγωγικά σημειώνονται σε τρεις περιπτώσεις:
α) Στην αρχή και στο τέλος ενός παραθέματος, στο οποίο περιέχονται τα λόγια κάποιου όπως ακριβώς τα διατύπωσε, π.χ. Ο πατέρας του τού είπε κοφτά: «Δύναμή σου είναι το μυαλό σου. Κοίταξε να το εκμεταλλευτείς».
β) Σε ειδικούς όρους και επωνυμίες, π.χ. Το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» είναι από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης.
γ) Σε ειδική ή μεταφορική χρήση λέξεων ή φράσεων, π.χ. Η φουρτούνα όλο και θέριευε και οι επιβάτες του οχηματαγωγού έμεναν «ήσυχοι» στις θέσεις τους (δηλαδή, στην πραγματικότητα, ανήσυχοι).
Το ενωτικό ( - ) ➖
Το ενωτικό σημειώνεται σε τρεις περιπτώσεις:
α) Στο τέλος της γραμμής, όταν δεν χωράει ολόκληρη η λέξη και πρέπει ένα κομμάτι της να μεταφερθεί στην επόμενη γραμμή, π.χ. χα-ρά.
β) Ύστερα από τις λέξεις Αγια-, Αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, όταν αυτές συνοδεύουν κύριο όνομα, π.χ. Αγια-Σοφιά, ο παπα-Κώστας.
γ) Ανάμεσα σε δύο λέξεις, όταν πρόκειται για διπλά ονόματα ή επώνυμα, ή —συνήθως— για παραθετικές σύνθετες λέξεις, π.χ. Άννα-Μαρία, νόμος-πλαίσιο — αλλά γράφεται και χωρίς ενωτικό: νόμος πλαίσιο.
Το ενωτικό ( - ) και η παύλα ( – ) μοιάζουν στη γραφή, αλλά έχουν εντελώς διαφορετική δουλειά: το ενωτικό ενώνει κομμάτια μιας λέξης ή δύο λέξεις μεταξύ τους (π.χ. παπα-Κώστας), ενώ η παύλα χωρίζει, δείχνοντας π.χ. αλλαγή προσώπου σε διάλογο. Στο πληκτρολόγιο συνήθως γράφουμε και τα δύο με το ίδιο σύμβολο (-), αλλά ο ρόλος τους στο κείμενο είναι διαφορετικός.