1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Ευκλείδη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Έννοια και χαρακτηριστικά του πλήρους ανταγωνισμού 🌾

Οι τέσσερις μορφές αγοράς

Ο βαθμός ανταγωνισμού που επικρατεί ανάμεσα στις επιχειρήσεις ενός κλάδου παραγωγής εξαρτάται κυρίως από δύο κριτήρια:

  • τον αριθμό των επιχειρήσεων που υπάρχουν σ' έναν κλάδο παραγωγής, και
  • τον βαθμό ομοιογένειας ή διαφοροποίησης του προϊόντος που παράγουν οι επιχειρήσεις του κλάδου.

Με βάση αυτά τα δύο κριτήρια, οι κλάδοι παραγωγής κατατάσσονται σε τέσσερις μορφές αγοράς:

Μορφές αγοράςΑριθμός επιχειρήσεωνΤύπος προϊόντοςΠαράδειγμα
1. Τέλειος ανταγωνισμόςπολύ μεγάλοςομοιογενέςγεωργικοί κλάδοι
2. Μονοπώλιομίαμοναδικόυδατοπρομήθεια
3. Μονοπωλιακός ανταγωνισμόςμεγάλοςελαφρά διαφοροποιημένολιανικό εμπόριο
4. Ολιγοπώλιολίγεςομοιογενές ή διαφοροποιημένοβιομηχανία αυτοκινήτων

Στη συνέχεια εξετάζουμε την πρώτη και πιο ακραία από αυτές τις μορφές: τον πλήρη ή τέλειο ανταγωνισμό.

Τι είναι ο πλήρης ή τέλειος ανταγωνισμός

Ο πλήρης ή τέλειος ανταγωνισμός (pure or perfect competition) αποτελεί μια ιδανική μορφή αγοράς, παρόλο που παρουσιάζεται σπάνια στην πραγματική οικονομία. Παίζει ωστόσο σημαντικό ρόλο για δύο λόγους:

  • Εξασφαλίζει την άριστη κατανομή των παραγωγικών πόρων της οικονομίας και την παραγωγή των προϊόντων που επιθυμεί η κοινωνία.
  • Χρησιμεύει ως μέτρο σύγκρισης και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων με όλες τις άλλες μορφές αγοράς.
Γιατί μελετάμε κάτι που σπάνια υπάρχει;

Παρόλο που ο τέλειος ανταγωνισμός σπάνια απαντάται στην καθαρή του μορφή, οι οικονομολόγοι τον χρησιμοποιούν ως το «σημείο αναφοράς». Μελετώντας πρώτα πώς λειτουργεί μια αγορά στην πιο ανταγωνιστική δυνατή εκδοχή της, μπορούμε στη συνέχεια να καταλάβουμε πόσο —και γιατί— αποκλίνουν οι υπόλοιπες μορφές αγοράς (μονοπώλιο, μονοπωλιακός ανταγωνισμός, ολιγοπώλιο) από αυτό το ιδανικό.

Ο ορισμός της έννοιας είναι ο εξής:

Πλήρης ή Τέλειος Ανταγωνισμός υπάρχει όταν σε ένα κλάδο παραγωγής πάρα πολλές επιχειρήσεις παράγουν και προσφέρουν απόλυτα ομοιογενή προϊόντα σε πολλούς αγοραστές.

Αγορές που πλησιάζουν τη μορφή του τέλειου ανταγωνισμού συναντώνται συνήθως:

  • στις γεωργικές επιχειρήσεις, όπου, για παράδειγμα, πολλοί σιτοπαραγωγοί προσφέρουν την ίδια ποιότητα σιταριού, πολλοί αμπελουργοί προσφέρουν την ίδια ποιότητα σταφυλιού κ.λπ.
  • στα χρηματιστήρια αξιών, όπου πολλοί χρηματιστές προσφέρουν προς πώληση τις μετοχές μιας μετοχικής εταιρείας σε πολλούς αγοραστές.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του πλήρους ανταγωνισμού

Τα κύρια χαρακτηριστικά του πλήρους ή τέλειου ανταγωνισμού είναι ταυτόχρονα και προϋποθέσεις ύπαρξής του — δηλαδή, αν έστω ένα από αυτά λείπει, η αγορά δεν είναι πλέον τέλειος ανταγωνισμός. Είναι τα εξής δύο:

α) Ο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων στον κλάδο παραγωγής

Στον τέλειο ανταγωνισμό ο αριθμός των επιχειρήσεων είναι πολύ μεγάλος. Η ποσότητα του προϊόντος που παράγει και προσφέρει κάθε επιχείρηση στην αγορά είναι πολύ μικρή σε σχέση με τη συνολική προσφορά.

Επομένως, κάθε επιχείρηση δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή του προϊόντος στην αγορά, αυξάνοντας ή μειώνοντας την παραγωγή και την προσφορά της. Είναι αναγκασμένη να αποδέχεται την τιμή που διαμορφώνεται από τη συνολική προσφορά και ζήτηση· είναι δηλαδή αποδέκτης τιμής.

Αποδέκτης τιμής είναι μια επιχείρηση που δεν μπορεί να επηρεάσει την αγοραία τιμή του προϊόντος.

Αυτό αποτελεί και το κύριο χαρακτηριστικό του τέλειου ανταγωνισμού.

Παράδειγμα: Στην αγορά σιταριού υπάρχουν πάρα πολλοί πωλητές και πολλοί αγοραστές σιταριού. Επομένως, κανένας πωλητής δεν μπορεί να επηρεάσει την τιμή του σιταριού, με αποτέλεσμα όλοι να παίρνουν την τιμή του σιταριού ως δεδομένη.

Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των επιχειρήσεων, δεν είναι δυνατή η συνεννόηση και η συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων για επηρεασμό της τιμής και γενικά της αγοράς, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

β) Η πλήρης ομοιογένεια του προϊόντος

Απόλυτα ομοιογενές προϊόν είναι το προϊόν που παράγεται και προσφέρεται στην αγορά και το οποίο δεν παρουσιάζει καμία απολύτως πραγματική ή φαινομενική διαφορά στα μάτια των αγοραστών.

Επομένως, είναι αδιάφορο για τους αγοραστές από ποια επιχείρηση θα αγοράσουν τα προϊόντα τους. Το γεγονός ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να ξεχωρίσει το ένα προϊόν από το άλλο περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης της τιμής από μια ανταγωνιστική επιχείρηση. Αν τυχόν μια επιχείρηση αυξήσει την τιμή του προϊόντος της, τότε οι καταναλωτές θα προτιμήσουν άλλες επιχειρήσεις που διαθέτουν το ίδιο ακριβώς προϊόν σε χαμηλότερη τιμή, με αποτέλεσμα η πρώτη να χάσει ολόκληρη την πελατεία της.

Παράδειγμα: Αν η τιμή αγοράς του σιταριού, η οποία καθορίστηκε σύμφωνα με τη συνολική ζήτηση και τη συνολική προσφορά, είναι €80 τον τόνο και ένας πωλητής ζητά €90 τον τόνο, τότε κανένας δεν θα αγοράζει από τον συγκεκριμένο πωλητή, γιατί οι αγοραστές μπορούν να αγοράσουν από τους υπόλοιπους πωλητές (υπάρχει μεγάλος αριθμός πωλητών) το ίδιο ακριβώς προϊόν στην τιμή των €80.

Η ομοιογένεια του προϊόντος εξασφαλίζει πλήρη υποκατάσταση και πλήρη ανταγωνισμό μεταξύ των προϊόντων, και έτσι αφαιρεί από τις επιχειρήσεις κάθε κίνητρο για διαφήμιση. Στον πλήρη ανταγωνισμό, διαφήμιση μπορεί να γίνει μόνο από το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου, δηλαδή έχει συλλογικό χαρακτήρα.

Γιατί καμία επιχείρηση δεν διαφημίζεται μόνη της

Σε έναν κλάδο τέλειου ανταγωνισμού, μια μεμονωμένη επιχείρηση δεν έχει κανένα λόγο να ξοδέψει χρήματα σε διαφήμιση: αφού το προϊόν της είναι πανομοιότυπο με των ανταγωνιστών της, μια διαφήμιση θα ωφελούσε εξίσου και τους άλλους πωλητές του ίδιου προϊόντος. Γι' αυτό, όποια διαφήμιση γίνεται (π.χ. «τρώτε περισσότερο ελληνικό λάδι») προωθείται συνήθως συλλογικά, από ενώσεις παραγωγών ή τον κλάδο στο σύνολό του, και όχι από μία μόνο επιχείρηση.