1. Βασική Θεωρία
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα τον Ευκλείδη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Πρακτικές εφαρμογές της ελαστικότητας ζήτησης 💡

Η γνώση της ελαστικότητας ζήτησης έχει πολύ μεγάλη σημασία τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για το κράτος, στη λήψη διάφορων οικονομικών αποφάσεων. Μια επιχείρηση θα χρησιμοποιήσει την ελαστικότητα ζήτησης σαν πληροφορία για την τιμολογιακή της πολιτική, για παράδειγμα την αύξηση ή όχι της τιμής των προϊόντων της, την παραχώρηση ή όχι εκπτώσεων, χωρίς να διακινδυνεύει τη μείωση των εσόδων της κ.λπ. Το κράτος επίσης θα έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, αν θέλει να αυξήσει τα έσοδά του, σε ποια αγαθά να επιβάλει φορολογία.

Πριν δούμε τις εφαρμογές, ας θυμηθούμε συνοπτικά τη σχέση μεταξύ ελαστικότητας ζήτησης και συνολικής δαπάνης (ΣΔ), όταν μεταβάλλεται η τιμή ενός αγαθού:

Βαθμοί ελαστικότητας
Μεταβολές τιμής
Ελαστική Ζήτηση
ED>1E_D>1
Ανελαστική Ζήτηση
ED<1E_D<1
Μοναδιαία Ζήτηση
ED=1E_D=1
Αύξηση τιμήςΜείωση ΣΔΑύξηση ΣΔΣταθερή ΣΔ
Μείωση τιμήςΑύξηση ΣΔΜείωση ΣΔΣταθερή ΣΔ

Στηριζόμενοι σε αυτόν τον πίνακα, μπορούμε να αναφέρουμε τρία βασικά παραδείγματα για την πρακτική σημασία της ελαστικότητας ζήτησης: την τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων, τη μισθολογική πολιτική των επιχειρήσεων και τη φορολογική πολιτική του κράτους.

α) Κατά την άσκηση πολιτικής τιμών (τιμολογιακής πολιτικής) από τις επιχειρήσεις

Στόχος κάθε επιχείρησης είναι να αυξήσει τα έσοδα από τις πωλήσεις της και τα κέρδη της. Η απόφαση της επιχείρησης για να πετύχει τον στόχο αυτό, δηλαδή αν της συμφέρει να αυξήσει ή να μειώσει την τιμή του προϊόντος της, εξαρτάται από τον βαθμό ελαστικότητας ζήτησης του.

Αγαθά με ανελαστική ζήτηση

Σε περίπτωση αγαθών με ανελαστική ζήτηση (ED<1E_D<1), συμφέρει στις επιχειρήσεις η αύξηση της τιμής των προϊόντων τους. Οι καταναλωτές ελάχιστα θα αντιδράσουν στην αύξηση αυτή, δηλαδή η ποσοστιαία μείωση στη ζητούμενη ποσότητα θα είναι μικρότερη από την ποσοστιαία αύξηση της τιμής. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα συνολικά έσοδα (P×QP \times Q) της επιχείρησης να αυξηθούν.

Φυσικά, είναι λογικό ότι για να αποφασίσει η επιχείρηση αν της συμφέρει, θα πρέπει να κοιτάξει όχι μόνο τα έσοδά της αλλά και τα κόστη της.

Αγαθά με ελαστική ζήτηση

Αντίθετα, αν τα αγαθά είναι ελαστικής ζήτησης (ED>1E_D>1), συμφέρει στις επιχειρήσεις η μείωση της τιμής των προϊόντων τους. Η μείωση αυτή θα προκαλέσει έντονη αντίδραση, τόσο από τους υφιστάμενους καταναλωτές, όσο και από νέους οι οποίοι δεν μπορούσαν να αποκτήσουν προηγουμένως το αγαθό, δηλαδή η ποσοστιαία αύξηση στη ζητούμενη ποσότητα θα είναι μεγαλύτερη από την ποσοστιαία μείωση στην τιμή. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα συνολικά έσοδα (P×QP \times Q) της επιχείρησης να αυξηθούν.

Για τον λόγο αυτό οι επιχειρήσεις που πωλούν αγαθά ελαστικής ζήτησης, για παράδειγμα αγαθά πολυτελείας, παραχωρούν εύκολα εκπτώσεις στο κοινό.

Γιατί οι εκπτώσεις «δουλεύουν» σε ρούχα αλλά όχι σε ψωμί

Ένα κατάστημα ρούχων ή ηλεκτρονικών ειδών (αγαθά πολυτελείας, ελαστικής ζήτησης) βγάζει εύκολα προσφορές «−50%», γιατί ξέρει ότι η μείωση της τιμής θα φέρει πολύ περισσότερους αγοραστές και θα αυξήσει τα συνολικά του έσοδα. Ένας φούρνος αντίθετα δεν χρειάζεται να κάνει τέτοιες εκπτώσεις στο ψωμί (αγαθό πρώτης ανάγκης, ανελαστικής ζήτησης) — ο κόσμος θα αγοράσει σχεδόν την ίδια ποσότητα ό,τι κι αν κάνει η τιμή.

β) Κατά την άσκηση μισθολογικής πολιτικής από τις επιχειρήσεις

Όταν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αιτήματα για αυξήσεις στους μισθούς από τους εργαζόμενους, η ελαστικότητα ζήτησης του αγαθού θα καθορίσει αν οι εργοδότες θα παραχωρήσουν ή όχι εύκολα τις αυξήσεις αυτές στους υπαλλήλους τους.

Αγαθά με ανελαστική ζήτηση

Σε περίπτωση αγαθών με ανελαστική ζήτηση (ED<1E_D<1), οι επιχειρήσεις παραχωρούν ευκολότερα αυξήσεις στους μισθούς των εργαζόμενων τους. Ο λόγος βέβαια που συμβαίνει αυτό είναι γιατί η αύξηση στην τιμή του αγαθού που θα αναγκαστούν να επιβάλουν οι επιχειρήσεις, λόγω αύξησης στο κόστος παραγωγής, θα προκαλέσει μικρότερη ποσοστιαία μείωση στη ζητούμενη ποσότητα από τους καταναλωτές. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα συνολικά έσοδα (P×QP \times Q) των επιχειρήσεων να αυξηθούν.

Εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: αφού τα έσοδα θα αυξηθούν, γιατί δεν ανεβάζουν οι επιχειρήσεις από την αρχή την τιμή, άσχετα αν δοθούν αυξήσεις στους εργαζομένους ή όχι; Ο λόγος είναι απλός:

  • Μια μεμονωμένη επιχείρηση δεν μπορεί να αυξήσει την τιμή, γιατί οι καταναλωτές θα αγοράζουν από άλλες επιχειρήσεις που πωλούν παρόμοια προϊόντα.
  • Όλες μαζί οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να συνεννοηθούν και να αυξήσουν την τιμή του προϊόντος, δηλαδή να δημιουργήσουν καρτέλ, γιατί αυτό είναι παράνομο.

Αγαθά με ελαστική ζήτηση

Αντίθετα, αν τα αγαθά είναι ελαστικής ζήτησης (ED>1E_D>1), οι επιχειρήσεις πολύ δύσκολα παραχωρούν αυξήσεις στους μισθούς των εργαζόμενων τους. Ο λόγος είναι γιατί γνωρίζουν ότι η αύξηση στην τιμή των αγαθών θα προκαλέσει μεγάλη αντίδραση στους καταναλωτές, με αποτέλεσμα η ποσοστιαία μείωση στη ζητούμενη ποσότητα να είναι μεγαλύτερη από την ποσοστιαία αύξηση στην τιμή. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τα συνολικά έσοδα (P×QP \times Q) της επιχείρησης να μειωθούν.

γ) Κατά την άσκηση φορολογικής πολιτικής από το κράτος

Η απόφαση του κράτους για επιβολή φόρου κατανάλωσης στα αγαθά συνδέεται άμεσα με την ελαστικότητα ζήτησης.

Αγαθά με ανελαστική ζήτηση

Σε περίπτωση αγαθών με ανελαστική ζήτηση (ED<1E_D<1), η επιβολή φόρου κατανάλωσης αποδίδει στο κράτος τα προσδοκώμενα έσοδα. Η αύξηση στις τιμές των αγαθών, λόγω της επιβολής του φόρου, θα προκαλέσει μικρότερη ποσοστιαία μείωση στη ζητούμενη ποσότητα των αγαθών από τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα το κράτος να εισπράξει τα προσδοκώμενα έσοδα.

Αγαθά με ελαστική ζήτηση

Αντίθετα, αν τα αγαθά είναι ελαστικής ζήτησης (ED>1E_D>1), η απόδοση του φόρου κατανάλωσης δεν θα είναι ικανοποιητική για τα ταμεία του κράτους. Η αύξηση στις τιμές των αγαθών θα προκαλέσει μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση στη ζητούμενη ποσότητα των αγαθών από τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα το κράτος να μην εισπράξει τα προσδοκώμενα έσοδα από τους φόρους.

Ποια αγαθά φορολογούνται τελικά

Όπως φαίνεται, όταν το κράτος θέλει να αυξήσει τα έσοδά του, θα το πετύχει ευκολότερα αν επιβάλλει φόρο κατανάλωσης πάνω στα αγαθά ανελαστικής ζήτησης, δηλαδή στα αγαθά πρώτης ανάγκης. Αυτό όμως δεν είναι δίκαιο, γιατί τα αγαθά πρώτης ανάγκης είναι αγαθά ευρείας κατανάλωσης και συνεπώς, με την επιβολή του φόρου, πλήττονται περισσότερο οι πλατιές μάζες του πληθυσμού που κατά κανόνα είναι και οι χαμηλότερα αμειβόμενοι.

Για τον λόγο αυτό, συνήθως, φορολογούνται πρώτα τα τσιγάρα, τα οινοπνευματώδη ποτά, και άλλα είδη με ανελαστική ζήτηση, αλλά που δεν θεωρούνται βασικά είδη πρώτης ανάγκης.

Γιατί το κράτος φορολογεί τσιγάρα και ποτά και όχι, π.χ., αυτοκίνητα πολυτελείας για τα ίδια έσοδα

Τα τσιγάρα και τα οινοπνευματώδη έχουν ανελαστική ζήτηση: όσο κι αν ανέβει η τιμή τους λόγω φόρου, οι καταναλωτές συνεχίζουν να τα αγοράζουν σε παρόμοιες ποσότητες. Έτσι το κράτος εξασφαλίζει σταθερά και προβλέψιμα φορολογικά έσοδα. Ταυτόχρονα, δεν θεωρούνται είδη πρώτης ανάγκης, οπότε η φορολόγησή τους είναι πιο εύκολα αποδεκτή κοινωνικά, παρότι το βάρος του φόρου κατανάλωσης γενικά πέφτει δυσανάλογα στους χαμηλότερα αμειβόμενους.

Ανακεφαλαίωση

ΕφαρμογήΑνελαστική ζήτηση (ED<1E_D<1)Ελαστική ζήτηση (ED>1E_D>1)
Τιμολογιακή πολιτική επιχείρησηςΣυμφέρει αύξηση τιμής (↑ΣΔ)Συμφέρει μείωση τιμής (↑ΣΔ)
Μισθολογική πολιτική επιχείρησηςΠαραχωρούνται εύκολα αυξήσεις μισθώνΠαραχωρούνται δύσκολα αυξήσεις μισθών
Φορολογική πολιτική κράτουςΟ φόρος αποδίδει τα προσδοκώμενα έσοδαΟ φόρος δεν αποδίδει τα προσδοκώμενα έσοδα

Και στις τρεις περιπτώσεις, το κοινό συμπέρασμα είναι ότι όσο πιο ανελαστική είναι η ζήτηση ενός αγαθού, τόσο πιο εύκολα μπορεί μια αύξηση της τιμής του (είτε προέρχεται από την ίδια την επιχείρηση, είτε από αύξηση κόστους λόγω μισθών, είτε από φόρο του κράτους) να μεταφερθεί στον καταναλωτή χωρίς σημαντική απώλεια πωλήσεων ή εσόδων.