1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Ψ 🐟

Το Ψ είναι το προτελευταίο γράμμα του αλφαβήτου και μας χαρίζει οκτώ λέξεις γεμάτες ζωή: από το ψάρι της θάλασσας μέχρι την ψυχή του ανθρώπου.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. το ψάρι 🐠

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ψά-ρι

Η λέξη ψάρι έχει μία σημασία:

  1. Σπονδυλωτό ζώο που ζει στο νερό, αναπνέει με βράγχια, έχει λέπια και αποτελεί μία από τις βασικές τροφές του ανθρώπου.
    Εκτός από τα θαλασσινά ψάρια υπάρχουν και τα ψάρια του γλυκού νερού.

Συνώνυμα: ιχθύς
Σύνθετα: ψαραγορά, ψαρόβαρκα, ψαρονέφρι, ψαροταβέρνα, ψαρόσουπα, σκυλόψαρο
Οικογένεια Λέξεων: ψαράς, ψαριά, ψάρεμα, ψαρεύω, ψαράδικο

Φράσεις:

  • Ψήνω το ψάρι στα χείλη = βασανίζω, ταλαιπωρώ
  • Σαν το ψάρι έξω απ' το νερό = για κάποιον που αισθάνεται ότι βρίσκεται έξω απ' το περιβάλλον του

Παροιμία:

  • Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό
Το ψάρι που κάποτε ήταν «προσφάγι»

Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «ὄψον» ό,τι έτρωγαν μαζί με το ψωμί τους. Το πιο συνηθισμένο προσφάγι ήταν το ψάρι, γι' αυτό σιγά σιγά η μικρή λέξη «ψάριον» έμεινε να σημαίνει μόνο αυτό. Η επίσημη λέξη «ιχθύς» όμως δεν χάθηκε: ζει ακόμα στην ιχθυαγορά, στον ιχθυοπώλη και στην ιχθυολογία.

2. ψάχνω 🔎

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ψά-χνω (αόριστος: έψαξα)

Η λέξη ψάχνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Προσπαθώ να βρω κάτι, γυρεύω.
    Ψάχνει να βρει την καταγωγή του παππού του.

  2. Κάνω σωματική έρευνα σε κάποιον.
    Τον έψαξαν και βρήκαν επάνω του πολλά χρήματα.

  3. Στη μορφή «ψάχνομαι»: προβληματίζομαι.
    Ακόμα ψάχνεται, γι' αυτό που θέλει τελικά να κάνει.

Συνώνυμα: αναζητώ (για την πρώτη και την τρίτη σημασία)
Αντίθετα: βρίσκω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ψάξιμο

Φράσεις:

  • Ψάχνω με το κερί = αναζητώ επίμονα
  • Ψάχνω ψύλλους στ' άχυρα = για κάτι που είναι αδύνατο να βρεθεί
  • Στον ουρανό σ' έψαχνα και στη γη σε βρήκα = για κάποιον που τον βρίσκεις εκεί που δεν το περιμένεις

3. ψελλίζω 😶

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ψελ-λί-ζω (αόριστος: ψέλλισα)

Η λέξη ψελλίζω έχει μία σημασία:

  1. Μιλώ με δυσκολία είτε από φυσική διαταραχή είτε από φόβο, τραυλίζω.
    Από την ταραχή του ψέλλισε μόνο μερικές λέξεις.

Οικογένεια Λέξεων: ψέλλισμα

4. το ψέμα 🤥

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ψέ-μα

Η λέξη ψέμα έχει μία σημασία:

  1. Καθετί που δεν είναι αληθινό ή πραγματικό.
    Κανείς δεν τον εμπιστεύεται, γιατί λέει συνεχώς ψέματα.

Συνώνυμα: ψευτιά, ψεύδος
Αντίθετα: αλήθεια

Φράσεις:

  • Τελείωσαν τα ψέματα = δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια
  • Μου φαίνεται σαν ψέμα = για κάτι που δεν το περίμενα

5. ψηφίζω 🗳️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ψη-φί-ζω (αόριστος: ψήφισα)

Η λέξη ψηφίζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Δηλώνω την προτίμησή μου για την εκλογή κάποιου σε μία θέση.
    Τον ψήφισαν πάλι για δήμαρχο της πόλης.

  2. Ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα.
    Για να ψηφίσει κάποιος, πρέπει να έχει συμπληρώσει το νόμιμο όριο ηλικίας.

  3. Επιδοκιμάζω, εγκρίνω.
    Όλα τα κόμματα της Βουλής ψήφισαν την πρόταση νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος.

Συνώνυμα: υπερψηφίζω (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: καταψηφίζω (για την τρίτη σημασία)
Σύνθετα: υπερψηφίζω, καταψηφίζω
Οικογένεια Λέξεων: ψήφος, ψήφιση, ψήφισμα

Φράσεις:

  • Ψηφίζω με τα δυο χέρια = δείχνω την απόλυτη υποστήριξη σε υποψήφιο ή κόμμα
Ψηφίζω με... βοτσαλάκια

Η ψήφος ήταν κυριολεκτικά ένα βοτσαλάκι. Στην αρχαία Αθήνα οι δικαστές έριχναν πετραδάκια σε δοχεία για να αποφασίσουν αν κάποιος ήταν αθώος ή ένοχος. Από την ίδια ρίζα βγαίνει και η λέξη ψηφιδωτό — η εικόνα που φτιάχνεται από χιλιάδες μικρά πετραδάκια. Και η ψηφιακή τεχνολογία σήμερα; Κι αυτή από εκεί κρατάει, γιατί μετράει με μικρά κομματάκια πληροφορίας!

6. η ψυχή 💫

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ψυ-χή

Η λέξη ψυχή έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Το ένα από τα δύο, μαζί με το σώμα, βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης.
    Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή.

  2. Ο ηθικός και συναισθηματικός εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, σε αντίθεση με το νου και τη σκέψη.
    Βοηθάει όσο μπορεί τους φτωχούς, γιατί έχει καλή ψυχή.

  3. Με συνεκδοχή: ο άνθρωπος.
    Στο χωριό μου δε ζουν περισσότερες από πενήντα ψυχές.

  4. Μεταφορικά: θάρρος, τόλμη, δύναμη.
    Το 1940 οι Έλληνες πολέμησαν με ψυχή και ηρωισμό.

Αντίθετα: δειλία (για την τέταρτη σημασία)
Σύνθετα: ψυχαγωγία, ψυχανάλυση, ψυχασθενής, ψυχίατρος, ψυχολογία, ψυχοπαιδαγωγική, ψυχοσύνθεση, ψυχοσωματικός, ψυχοσάββατο
Οικογένεια Λέξεων: ψυχικός, ψυχικό (το), ψύχωση, ψυχωμένος

Φράσεις:

  • Βγάζω την ψυχή κάποιου = τον ταλαιπωρώ
  • Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου = για ανεξήγητη συμπεριφορά
  • Με την ψυχή στο στόμα = με μεγάλο άγχος
  • Το λέει η ψυχή του = είναι θαρραλέος
Η ψυχή και το ψυχρό είναι ξαδέρφια!

Δεν το περιμένεις, αλλά η ψυχή και ο ψυχρός βγαίνουν από την ίδια ρίζα: το αρχαίο ρήμα ψύχω, που σημαίνει «φυσώ».
Ο άνεμος που φυσάει φέρνει κρύο — έτσι το ψύχω κατέληξε να σημαίνει «κρυώνω κάτι», και από εκεί ήρθαν το ψυχρός, η ψύξη, το ψυγείο.
Ταυτόχρονα, η ανάσα που φυσάει από το στόμα μας είναι το σημάδι ότι είμαστε ζωντανοί — και από εκεί ήρθε η ψυχή!
Μία ρίζα, δύο εντελώς διαφορετικοί δρόμοι: ο ένας πάει στο ψυγείο, ο άλλος στην ψυχολογία.

7. ψύχραιμος, -η, -ο 🧊

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: ψύ-χραι-μος

Η λέξη ψύχραιμος έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που παραμένει απαθής, ατάραχος και γαλήνιος μπροστά σε δύσκολες καταστάσεις.
    Αν γίνει σεισμός, πρέπει να φανείτε ψύχραιμοι και να εφαρμόσετε τα μέτρα προστασίας που γνωρίζετε.

Συνώνυμα: νηφάλιος, συγκρατημένος
Αντίθετα: ταραγμένος
Οικογένεια Λέξεων: ψύχραιμα (επίρρημα), ψυχραιμία

8. ψυχρός, -ή, -ό ❄️

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: ψυ-χρός

Η λέξη ψυχρός έχει δύο σημασίες:

  1. Που έχει χαμηλή θερμοκρασία, κρύος.
    Το κλίμα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα ψυχρό.

  2. Μεταφορικά: αυτός που δεν έχει ενθουσιασμό, απαθής, αδιάφορος.
    Εμφανίζεται πάντοτε ως ένας ψυχρός και απότομος χαρακτήρας.

Αντίθετα: θερμός, ζεστός (και για τις δύο σημασίες) · εγκάρδιος, ενθουσιώδης (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: ψυχρολουσία, ψύχραιμος, ψυχραιμία, ψυχροπολεμικός
Οικογένεια Λέξεων: ψύχρα, ψυχραίνω, ψυχρότητα