Οι λέξεις μας με Χ 🎨
Το γράμμα Χ μάς φέρνει είκοσι οκτώ λέξεις γεμάτες ζωή: από το χαλάζι που πέφτει από τον ουρανό μέχρι τα χρώματα, τον χρόνο και το χωριό μας.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
1. χαιρετώ 👋
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: χαι-ρε-τώ (αόριστος: χαιρέτησα, παθητικός αόριστος: χαιρετήθηκα)
Η λέξη χαιρετώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: δείχνω σε κάποιον που συναντώ τα φιλικά μου αισθήματα με λόγια ή με χειρονομίες.
Χαιρέτησε έναν προς έναν όλους τους καλεσμένους. -
Μεταβατικό: εκφράζω το σεβασμό μου σε τιμώμενο πρόσωπο ή σε εθνικό ή θρησκευτικό σύμβολο.
Οι στρατιώτες στάθηκαν προσοχή, για να χαιρετήσουν τη σημαία.
Σύνθετα: αποχαιρετώ
Οικογένεια Λέξεων: χαιρετίζω, χαιρετισμός, χαιρετίσματα (τα), χαιρετιστήριος, χαιρετούρα
Φράσεις:
- Χαιρέτα μας τον πλάτανο = για δυσάρεστη ή μπερδεμένη κατάσταση
2. το χαλάζι 🧊
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χα-λά-ζι
Η λέξη χαλάζι έχει μία σημασία:
- Μικροί κόκκοι πάγου που πέφτουν από την ατμόσφαιρα στο έδαφος.
Το χοντρό χαλάζι που έπεσε κατέστρεψε τα σπαρτά.
Σύνθετα: χαλαζόκοκκος, χαλαζόπτωση
Οικογένεια Λέξεων: χάλαζα
Παροιμία:
- Στην αναβροχιά καλό είν' και το χαλάζι = όταν δεν έχεις τίποτα, δέχεσαι με ευγνωμοσύνη και το λίγο
3. χαλώ και χαλάω 🔧
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: χα-λώ (αόριστος: χάλασα, παθητικός αόριστος: χαλάστηκα, παθητική μετοχή: χαλασμένος)
Η λέξη χαλώ έχει πέντε σημασίες:
-
Αμετάβατο: δε λειτουργώ κανονικά, καταστρέφομαι.
Χάλασε το ψυγείο μας και χρειάζεται επισκευή. -
Αμετάβατο: αλλάζω προς το χειρότερο.
Ο καιρός χάλασε και γι' αυτό δε θα πάμε εκδρομή. -
Μεταβατικό: καταστρέφω, προκαλώ ζημιά σε κάτι.
Αγόρασε καινούργιο ρολόι και αμέσως το χάλασε. -
Μεταβατικό: ξοδεύω, δαπανώ.
Χαλάσαμε αρκετά χρήματα για την επισκευή του σπιτιού μας. -
Μεταβατικό: ανταλλάσσω μεγαλύτερα νομίσματα με άλλα μικρότερα ίσης συνολικής αξίας.
Έχεις να μου χαλάσεις είκοσι ευρώ;
Αντίθετα: φτιάχνω (για την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: χαλασμός, χαλαστής, χαλάστρα
Φράσεις:
- Χαλώ τον κόσμο = δημιουργώ μεγάλη φασαρία, προκειμένου να πετύχω κάτι
- Χαλάει κόσμο = έχει μεγάλη επιτυχία
- Δε χάλασε ο κόσμος = δεν πειράζει
- Ο κόσμος να χαλάσει = ό,τι και να γίνει
Πρόσεξε πόσο ταξιδεύει αυτή η λέξη! Χαλάει το ψυγείο, χαλάει ο καιρός, χαλάς το παιχνίδι σου, χαλάς λεφτά στο περίπτερο και χαλάς ένα χαρτονόμισμα για να πάρεις κέρματα. Ίδιο ρήμα, πέντε εντελώς διαφορετικές δουλειές — και μόνο η πρόταση σού λέει ποια εννοούμε. Και σκέψου από πού ξεκίνησε: από το αρχαίο «χαλαρώνω»!
4. χαμηλός, -ή, -ό 📉
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: χα-μη-λός
Η λέξη χαμηλός έχει δύο σημασίες:
-
Που έχει μικρό ύψος.
Μένω σε μια χαμηλή μονοκατοικία. -
Που βρίσκεται κάτω από το κανονικό και το συνηθισμένο.
Ο Γενάρης είναι ο μήνας που έχει πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.
Συνώνυμα: κοντός (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: ψηλός (και για τις δύο σημασίες)
Σύνθετα: χαμηλόφωνος, χαμηλόμισθος, χαμηλόβαθμος
Φράσεις:
- Άνθρωπος χαμηλών τόνων = μετριοπαθής άνθρωπος
- Βαρομετρικό χαμηλό = φυσικό φαινόμενο, κατά το οποίο η ατμοσφαιρική πίεση είναι ανώτερη σε κάποια σημεία απ' ό,τι στη γύρω περιοχή
5. το χάος 🌌
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χά-ος
Η λέξη χάος έχει δύο σημασίες:
-
Το άπειρο διάστημα, το βαθύ χάσμα, η άβυσσος.
Μπροστά μας, καθώς αγναντεύαμε, απλωνόταν ένα απέραντο χάος. -
Μεταφορικά: μεγάλη σύγχυση, ακαταστασία.
Έγινε διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος και επικράτησε συγκοινωνιακό χάος.
Συνώνυμα: αταξία, αναστάτωση (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: τάξη (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: χαοτικός
Στους αρχαίους ελληνικούς μύθους, το Χάος ήταν αυτό που υπήρχε πριν από όλα: ένα τεράστιο κενό, χωρίς σχήμα και χωρίς τάξη. Από εκεί ξεπήδησαν όλα τα υπόλοιπα. Γι' αυτό και σήμερα, όταν λέμε «επικρατεί χάος», εννοούμε ότι δεν υπάρχει καμία τάξη πουθενά — και γι' αυτό αντίθετό του είναι η τάξη.
6. ο χαρακτήρας 🎭
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χα-ρα-κτή-ρας
Η λέξη χαρακτήρας έχει τρεις σημασίες:
-
Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και συμπεριφέρεται κάθε άνθρωπος και ο οποίος τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους.
Είναι ευαίσθητος χαρακτήρας, που δείχνει κατανόηση και αγάπη στους άλλους. -
Καθένα από τα πρόσωπα ενός λογοτεχνικού, θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου.
Οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες είναι συνήθως φανταστικά πρόσωπα. -
Στη γραμματική: το τελευταίο γράμμα του θέματος μιας λέξης.
Στη λέξη μητέρα το «ρ» είναι ο χαρακτήρας του θέματος.
Οικογένεια Λέξεων: χαρακτηρίζω, χαρακτηρισμός, χαρακτηριστικός
Φράσεις:
- Κρατάει χαρακτήρα = εμφανίζεται σταθερός
7. η χάρη 💐
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χά-ρη
Η λέξη χάρη έχει πέντε σημασίες:
-
Ομορφιά, κομψότητα στην εξωτερική εμφάνιση, λεπτότητα στους τρόπους.
Έχει μια ιδιαίτερη χάρη στον τρόπο που μιλάει. -
Προτέρημα, προσόν.
Η ειλικρίνειά του είναι μία από τις πολλές χάρες που έχει. -
Η φιλική εξυπηρέτηση που κάνουμε σε κάποιον.
Κάνε μου τη χάρη να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό. -
Ευγνωμοσύνη για κάτι καλό.
Σου χρωστάω μεγάλη χάρη για τη βοήθεια που μου πρόσφερες. -
Κάθε απόφαση που καταργεί ή μετριάζει ποινή που επιβλήθηκε.
Ο κρατούμενος ελπίζει πως, επειδή έδειξε καλή συμπεριφορά, θα του δοθεί χάρη.
Συνώνυμα: γοητεία (για την πρώτη σημασία) · αρετή (για τη δεύτερη) · χατίρι (για την τρίτη)
Οικογένεια Λέξεων: χαρίζομαι, χάρισμα, χαριστικός, χαριστικά (επίρρημα)
Φράσεις:
- Άλλος έχει το όνομα κι άλλος τη χάρη = άλλος έχει την πραγματική αξία
- Χάρις / Χάρη σε κάποιον ή κάτι = με τη βοήθεια
- Λόγου χάρη / Παραδείγματος χάρη = για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα
Παροιμία:
- Για χάρη του βασιλικού ποτίζεται κι η γλάστρα
Δύο συγγενικές λέξεις που δε γράφονται ίδια:
- χάρη (η ομορφιά, η εξυπηρέτηση) γράφεται με η στο τέλος.
- χαρά (το συναίσθημα) γράφεται με α.
Στον πληθυντικό η χάρη κάνει «χάρες»: έχει πολλές χάρες. Και πρόσεξε τη φράση «λόγου χάρη» — εδώ η χάρη μένει έτσι, χωρίς να αλλάξει.
8. ο χάρτης 🗺️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χάρ-της
Η λέξη χάρτης έχει μία σημασία:
- Αποτύπωση σε σμίκρυνση πάνω σε χαρτί ολόκληρης της γης ή ενός τμήματός της.
Ο χάρτης είναι σχεδόν πάντα απαραίτητος κατά τη διδασκαλία του μαθήματος της Γεωγραφίας.
Σύνθετα: χαρτογράφηση
Οικογένεια Λέξεων: χάρτα, χαρτί, χάρτινος, χαρτένιος
Φράσεις:
- Συνταγματικός ή καταστατικός χάρτης = το Σύνταγμα μιας χώρας
- Άσκηση επί χάρτου = άσκηση στρατιωτικών μονάδων πάνω στο χάρτη και χωρίς στρατιώτες
- Σβήσε με από το χάρτη = μη με υπολογίζεις
9. χαρωπός, -ή, -ό 😊
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα)
Συλλαβές: χα-ρω-πός
Η λέξη χαρωπός έχει μία σημασία:
- Χαρούμενος, γελαστός, εύθυμος.
Τα χαρωπά πρόσωπα των παιδιών έδειχναν την ικανοποίησή τους από τη χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή.
Αντίθετα: σκυθρωπός
Οικογένεια Λέξεων: χαρωπά (επίρρημα)
10. ο χείμαρρος 🌊
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χεί-μαρ-ρος
Η λέξη χείμαρρος έχει δύο σημασίες:
-
Ορμητικό ρεύμα νερού που σχηματίζεται ύστερα από δυνατές βροχές ή όταν λιώνει το χιόνι.
Η ξαφνική καταιγίδα μετέτρεψε τον ξεροπόταμο σε ορμητικό χείμαρρο. -
Μεταφορικά: καθετί που είναι ορμητικό και ασταμάτητο.
Όταν άρχισε να μιλάει, ήταν πραγματικός χείμαρρος.
Οικογένεια Λέξεων: χειμαρρώδης
Ο χείμαρρος γράφεται με δύο ρ, γιατί το δεύτερο συνθετικό είναι το «ρους» που ξεκινούσε με δασεία. Το ίδιο και στο χειμαρρώδης. Θυμήσου κι άλλες λέξεις με τη ροή μέσα τους: κατάρρακτης, διαρροή, παρροή — παντού δύο ρ!
11. η χειραφέτηση 🕊️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χει-ρα-φέ-τη-ση
Η λέξη χειραφέτηση έχει μία σημασία:
- Απελευθέρωση ενός ατόμου από την εξουσία κάποιου άλλου ή από κάθε επιρροή (οικογενειακή, οικονομική και άλλη).
Οι γυναίκες αγωνίστηκαν σκληρά, για να κερδίσουν τη χειραφέτησή τους.
Σύνθετα: απελευθέρωση
Οικογένεια Λέξεων: χειραφετώ, χειραφετημένος
12. χειρωνακτικός, -ή, -ό 🔨
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: χει-ρω-να-κτι-κός
Η λέξη χειρωνακτικός έχει μία σημασία:
- Που γίνεται με εργασία των χεριών.
Ο αγρότης κάνει από τη φύση της δουλειάς του πολλές χειρωνακτικές εργασίες.
Οικογένεια Λέξεων: χειρώνακτας, χειρωνακτικά (επίρρημα)
13. το χέρι ✋
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χέ-ρι
Η λέξη χέρι έχει μία σημασία:
- Καθένα από τα δύο άνω άκρα του ανθρώπου, που ξεκινά από τον ώμο και καταλήγει στα δάκτυλα.
Όλοι οι μαθητές σήκωσαν το χέρι την ώρα του μαθήματος.
Σύνθετα: χεροδύναμος, χεροπόδαρα
Οικογένεια Λέξεων: χερούλι
Φράσεις:
- Βάλε / δώσε χέρι = βοήθησε
- Δεξί χέρι = χρήσιμος βοηθός
- Είναι του χεριού μου / Τον έχω στο χέρι = τον κάνω ό,τι θέλω
- Δεύτερο χέρι = μεταχειρισμένος
- Φτιαγμένος στο χέρι = χειροποίητος
- Δώσαμε τα χέρια = συμφωνήσαμε
14. η χημεία ⚗️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χη-μεί-α
Η λέξη χημεία έχει δύο σημασίες:
-
Η επιστήμη που μελετά τις ιδιότητες των σωμάτων και τις αλλοιώσεις της ύλης τους.
Το Εργαστήριο Χημείας εξέτασε την ποιότητα του νερού. -
Μεταφορικά: η αμοιβαία έλξη ή η σύμπτωση απόψεων.
Υπάρχει χημεία μεταξύ τους και γι' αυτό αποφασίζουν εύκολα για πολλά πράγματα.
Σύνθετα: φυσικοχημεία, βιοχημεία
Η λέξη κρύβει δύο δυσκολίες μαζί. Πρώτα το η: γράφουμε χημεία, όχι χιμεία. Ύστερα το ει: γράφουμε χημεία, όχι χημία. Τα ίδια γράμματα κρατούν και τα συγγενικά της: βιοχημεία, φυσικοχημεία, χημικός.
15. χλωμός, -ή, -ό 🌙
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: χλω-μός
Η λέξη χλωμός έχει δύο σημασίες:
-
Ωχρός, κίτρινος.
Έγινε χλωμός από το φόβο του. -
Αχνός, χωρίς ζωντάνια.
Το χλωμό φως του φεγγαριού απλωνόταν σε ολόκληρο τον κάμπο.
Αντίθετα: καθαρός · έντονος (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: χλωμάδα, χλωμιάζω, χλώμιασμα
Φράσεις:
- Το βλέπω χλωμό = το βλέπω δύσκολο
16. χοντρικός, -ή, -ό και χονδρικός, -ή, -ό 📦
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: χο-ντρι-κός
Η λέξη χοντρικός έχει μία σημασία:
- Που γίνεται ή πουλιέται σε μεγάλες ποσότητες.
Οι χοντρικές τιμές των εμπορευμάτων είναι πάντοτε χαμηλότερες από τις λιανικές.
Αντίθετα: λιανικός
Σύνθετα: χονδρέμπορος
Οικογένεια Λέξεων: χοντρός, χοντρικά (επίρρημα)
17. ο χορηγός 🎪
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χο-ρη-γός
Η λέξη χορηγός έχει δύο σημασίες:
-
Αυτός που πληρώνει τις δαπάνες μιας καλλιτεχνικής, αθλητικής ή πολιτιστικής εκδήλωσης.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα υπήρχαν πολλοί χορηγοί, που ανέλαβαν να πληρώσουν ένα μέρος από το κόστος των αγώνων. -
Στα αρχαία χρόνια: αυτός που πλήρωνε τα έξοδα για τη διδασκαλία του χορού των θεατρικών παραστάσεων στην αρχαία Αθήνα.
Στην αρχαιότητα πολλοί από αυτούς που κατείχαν σημαντική οικονομική και κοινωνική θέση αναλάμβαναν το ρόλο του χορηγού.
Συνώνυμα: χορηγητής (και για τις δύο σημασίες)
Οικογένεια Λέξεων: χορηγώ, χορηγία
Στην αρχαία Αθήνα, οι πλούσιοι πολίτες αναλάμβαναν να πληρώσουν τα έξοδα για τον χορό μιας θεατρικής παράστασης: τα κοστούμια, τα μαθήματα, τη διατροφή των χορευτών. Ήταν μεγάλη τιμή! Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, η λέξη ζει ακόμα — μόνο που τώρα οι χορηγοί πληρώνουν αγώνες και συναυλίες.
18. χρειάζομαι 🙏
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: χρει-ά-ζο-μαι (παθητικός αόριστος: χρειάστηκα)
Η λέξη χρειάζομαι έχει τρεις σημασίες:
-
Μεταβατικό: έχω ανάγκη από κάτι.
Τα λουλούδια χρειάζονται φως και νερό, για να μεγαλώσουν. -
Μεταβατικό: είμαι αναγκαίος, χρήσιμος σε κάτι.
Αν με χρειαστείτε, είμαι πρόθυμος να σας βοηθήσω. -
Αμετάβατο και απρόσωπο: είναι ανάγκη.
Χρειάζεται να αγωνιστούμε όλοι, για να επικρατήσει ειρήνη και δικαιοσύνη σε ολόκληρο τον κόσμο.
Συνώνυμα: πρέπει, οφείλει (για την τρίτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: χρεία (= ανάγκη), χρειαζούμενος
Φράσεις:
- Τα χρειάστηκα = φοβήθηκα πολύ
19. το χρέος 💰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χρέ-ος
Η λέξη χρέος έχει δύο σημασίες:
-
Καθετί που οφείλει κανείς σε κάποιον άλλο και κυρίως χρήματα.
Το χρέος του για τα καινούργια έπιπλα που αγόρασε είναι πέντε χιλιάδες ευρώ. -
Μεταφορικά: το καθήκον.
Όλοι έχουμε χρέος να προστατεύουμε το περιβάλλον.
Σύνθετα: χρεοφειλέτης, χρεοκοπία, υπόχρεος
Οικογένεια Λέξεων: χρεώνω, χρέωση, χρεώστης, χρεωστικός, χρωστώ
Φράσεις:
- Εκτελώ χρέη (κάποιου) = ασκώ υπηρεσιακά καθήκοντα στη θέση άλλου
Όλες αρχίζουν με χρ-, αλλά η καθεμιά κρατάει το δικό της φωνήεν:
- χρέος με ε: χρεώνω, χρέωση, χρεώστης — αλλά προσοχή, το χρωστώ γράφεται με ω!
- χρήσιμος με η: χρησιμότητα, χρησιμεύω, χρησιμοποιώ, ά-χρη-στος.
- χρώμα με ω: χρωματίζω, χρωματιστός.
20. χρησιμοποιώ 🛠️
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: χρη-σι-μο-ποι-ώ (αόριστος: χρησιμοποίησα, παθητικός αόριστος: χρησιμοποιήθηκα, παθητική μετοχή: χρησιμοποιημένος)
Η λέξη χρησιμοποιώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: μεταχειρίζομαι κάτι για κάποιο σκοπό.
Χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του, για να πηγαίνει στη δουλειά του. -
Μεταβατικό: εκμεταλλεύομαι κάποιον ή κάτι, επωφελούμαι.
Χρησιμοποίησε την τοπική τηλεόραση, για να κάνει γνωστά τα προβλήματα της περιοχής του.
Οικογένεια Λέξεων: χρήσιμος, χρησιμοποίηση, χρησιμοποιήσιμος
21. χρήσιμος, -η, -ο ✅
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: χρή-σι-μος
Η λέξη χρήσιμος έχει μία σημασία:
- Αυτός που είναι ωφέλιμος σε κάτι.
Οι ταξιδιωτικοί οδηγοί περιέχουν χρήσιμες πληροφορίες.
Συνώνυμα: ωφέλιμος, επωφελής
Αντίθετα: άχρηστος, άσκοπος
Σύνθετα: χρησιμοθηρικός, χρησιμοποιώ
Οικογένεια Λέξεων: χρήσιμα (επίρρημα), χρησιμεύω, χρησιμότητα
22. το χρίσμα 🕯️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χρί-σμα
Η λέξη χρίσμα έχει δύο σημασίες:
-
Ένα από τα επτά μυστήρια της Ορθόδοξης και Καθολικής Εκκλησίας, κατά το οποίο μέλη του σώματος αυτού που βαφτίζεται αλείφονται με μύρο.
Το χρίσμα είναι ένα από τα υποχρεωτικά Μυστήρια της εκκλησίας. -
Μεταφορικά: επίσημη αναγνώριση υποψήφιου βουλευτή, δημάρχου και άλλων από ένα κόμμα.
Έλαβε το χρίσμα του υποψήφιου δημάρχου για το Δήμο της Αθήνας.
Οικογένεια Λέξεων: χρίση (= επάλειψη), χρίζω
Δύο ρήματα που ακούγονται ίδια, αλλά γράφονται αλλιώς και σημαίνουν άλλα πράγματα:
- χρίζω με ι, από το χρίσμα: αλείφω με μύρο, ονομάζω κάποιον επίσημα σε μια θέση.
- χρήζω με η, από τη χρεία: έχω ανάγκη. Το θέμα χρήζει προσοχής.
23. ο χρόνος ⏳
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χρό-νος
Η λέξη χρόνος έχει τέσσερις σημασίες:
-
Η διάρκεια που μετριέται με ώρες, ημέρες, μήνες και άλλα.
Στις μεγάλες πόλεις χάνεται πολύς χρόνος για τις μετακινήσεις. -
Υπολογισμός της ηλικίας σε έτη.
Πρόκειται για ένα κορίτσι είκοσι χρόνων. -
Στον πληθυντικό: ορισμένη χρονική περίοδος, ορισμένη εποχή.
Η Ιστορία των Νεότερων Χρόνων διδάσκεται στις μεγαλύτερες τάξεις του δημοτικού σχολείου. -
Στη γραμματική: τύπος του ρήματος που δηλώνει πότε και πώς γίνεται αυτό που σημαίνει το ρήμα.
Ο Ενεστώτας είναι παροντικός και εξακολουθητικός χρόνος.
Συνώνυμα: καιρός (για την πρώτη σημασία) · έτος (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: χρονογράφημα, χρονολογία, χρονόμετρο, χρονοτριβή, χρονοχρέωση, χρονοβόρος, χρονομέτρηση
Οικογένεια Λέξεων: χρονιά, χρόνιος, χρονίζω, χρονικός
Φράσεις:
- Του χρόνου = την επόμενη χρονιά
- Και του χρόνου = ευχή για κάποιον που γιορτάζει
- Από χρόνο σε χρόνο = από τη μια χρονιά στην άλλη
- Χρόνια και ζαμάνια = πολύς καιρός
- Εκτός τόπου και χρόνου = αυτός που δεν καταλαβαίνει τι του γίνεται
Παροιμίες:
- Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος
- Πάρτον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου
24. το χρώμα 🌈
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χρώ-μα
Η λέξη χρώμα έχει τρεις σημασίες:
-
Η εντύπωση που προκαλείται στο μάτι από την αντανάκλαση φωτός πάνω στην επιφάνεια των σωμάτων.
Το κόκκινο είναι ένα από τα βασικά χρώματα που χρησιμοποιούμε στη ζωγραφική. -
Χρωστική ύλη, βαφή, μπογιά.
Σκεπτόμαστε να βάψουμε την αίθουσα του σχολείου με άλλο χρώμα. -
Μεταφορικά: τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και οι συνήθειες ενός λαού, μιας περιοχής.
Η εναλλαγή του τοπίου δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα στην Ελλάδα.
Συνώνυμα: χρωματισμός, απόχρωση (για την πρώτη σημασία) · ιδιαιτερότητα, φυσιογνωμία (για την τρίτη)
Σύνθετα: χρωματόσωμα, άχρωμος, διχρωμία, τριχρωμία, έγχρωμος, πολύχρωμος
Οικογένεια Λέξεων: χρωματίζω, χρωματισμός, χρωματιστός, χρωματικός, χρώμιο
Φράσεις:
- Έχασε το χρώμα του = χλώμιασε
- Πήρε χρώμα = μαύρισε
- Αλλάζω χίλια χρώματα = θυμώνω πολύ
25. η χώρα 🌍
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χώ-ρα
Η λέξη χώρα έχει τρεις σημασίες:
-
Τμήμα της επιφάνειας της γης με ορισμένη έκταση, που αποτελεί αυτόνομο κράτος.
Ο αριθμός των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυξάνεται συνεχώς. -
Περιοχή του ανθρώπινου σώματος.
Έχει ενοχλήσεις στην κοιλιακή χώρα. -
Πρωτεύουσα νησιού.
Το λιμάνι του νησιού βρίσκεται στη Χώρα.
Σύνθετα: ενδοχώρα
Οικογένεια Λέξεων: χωριό, χωριάτης, χωρατό
Φράσεις:
- Λαμβάνει χώρα = γίνεται, συμβαίνει
- Η χώρα του ανατέλλοντος ηλίου = η Ιαπωνία
26. χωρίζω ✂️
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: χω-ρί-ζω (αόριστος: χώρισα, παθητικός αόριστος: χωρίστηκα, παθητική μετοχή: χωρισμένος)
Η λέξη χωρίζω έχει τέσσερις σημασίες:
-
Μεταβατικό: βάζω κάτι χωριστά από κάτι άλλο, ξεχωρίζω.
Χωρίζω τα ώριμα από τα άγουρα φρούτα. -
Μεταβατικό: μοιράζω κάτι, διαιρώ.
Χώρισαν την κληρονομιά σε τέσσερα ίσα μέρη. -
Αμετάβατο: διαλύω το γάμο.
Ήταν παντρεμένοι για πολλά χρόνια αλλά χώρισαν. -
Αμετάβατο: διακόπτω τη συνεργασία μου με κάποιον.
Παλιότερα ήταν συνέταιροι στην επιχείρηση, αλλά στη συνέχεια χώρισαν.
Συνώνυμα: ξεχωρίζω, διαχωρίζω (για την πρώτη σημασία) · διαμοιράζω, κατανέμω (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: ανακατεύω (για την πρώτη σημασία) · ενώνω (για τη δεύτερη) · συνενώνω (για την πρώτη και τη δεύτερη)
Σύνθετα: καταχωρίζω, αποχωρίζω, ξεχωρίζω, διαχωρίζω
Οικογένεια Λέξεων: χώρισμα, χωρισμός, χωριστός
Φράσεις:
- Χωρίζουν οι δρόμοι μας = αποχωριζόμαστε αναγκαστικά
Το χωρίζω τελειώνει σε -ίζω με ω, όπως όλα τα ρήματα αυτής της οικογένειας: ξεχωρίζω, διαχωρίζω, αποχωρίζω. Και η αρχή του γράφεται με ω: χωρίζω, γιατί κρατάει το ω από το «χώρος» και το «χωρίς».
27. το χωριό 🏘️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χω-ριό
Η λέξη χωριό έχει δύο σημασίες:
-
Οικισμός μικρότερος από την πόλη και την κωμόπολη με λιγότερους από 2000 κατοίκους.
Αρκετά ορεινά χωριά της Πίνδου μένουν το χειμώνα χωρίς κατοίκους. -
Το σύνολο των κατοίκων του χωριού.
Στο πανηγύρι συμμετείχε όλο το χωριό.
Σύνθετα: κεφαλοχώρι
Οικογένεια Λέξεων: χωρικός, χωριάτης, χωριανός
Φράσεις:
- Δεν κάνουμε χωριό = δεν ταιριάζουμε
- Γίναμε από δυο χωριά = μαλώσαμε
- Όνομα και μη χωριό = για κάποιον που δε θέλουμε να τον κατονομάσουμε
28. ο χώρος 🚪
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: χώ-ρος
Η λέξη χώρος έχει τέσσερις σημασίες:
-
Τόπος, μέρος που καταλαμβάνει κάτι.
Η τραπεζαρία καταλαμβάνει το μεγαλύτερο χώρο του σπιτιού. -
Ελεύθερη έκταση για ορισμένη χρήση.
Στις μεγάλες πόλεις δεν υπάρχουν πολλοί χώροι για τη στάθμευση των αυτοκινήτων. -
Μεταφορικά: τομέας κοινωνικής ή πνευματικής δραστηριότητας.
Ο χώρος της ιατρικής επιστήμης έχει να επιδείξει σημαντική πρόοδο κατά τις τελευταίες δεκαετίες. -
Στη φυσική: το σύμπαν, το άπειρο.
Ο χώρος του διαστήματος συγκινεί ιδιαίτερα τα παιδιά.
Συνώνυμα: κλάδος (για την τρίτη σημασία)
Σύνθετα: χωροταξικός, χωροφυλακή, ευρύχωρος
Οικογένεια Λέξεων: χωρώ, χώρα, χωριό
Φράσεις:
- Ζωτικός χώρος = ο αναγκαίος χώρος για να αναπτυχθεί κάτι
Ο χώρος, η χώρα και το χωριό είναι στενοί συγγενείς — και το βλέπεις αμέσως: όλα γράφονται με ω και όλα μιλούν για τόπο. Ο χώρος είναι το γενικό μέρος, η χώρα το μεγάλο κράτος και το χωριό ο μικρός οικισμός. Ίδια ρίζα, τρία διαφορετικά μεγέθη!