1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Φ — Μέρος 2ο 🔥

Το Φ συνεχίζει με δεκαέξι λέξεις: από τα φορτία που κουβαλάμε μέχρι τη φωτιά που μας ζεσταίνει. Στη διαδρομή θα συναντήσεις τη φύση, τα φυτά, τα φωνήεντα και το φως.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. φορτώνω 📦

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: φορ-τώ-νω (αόριστος: φόρτωσα)

Η λέξη φορτώνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Βάζω φορτίο σε κάποιον ή σε κάτι για μεταφορά.
    Φορτώσαμε τα πράγματα στο αυτοκίνητο και τα μεταφέραμε στο καινούργιο σπίτι.

  2. Μεταφορικά: αναθέτω σε κάποιον κοπιαστικό ή δυσάρεστο έργο.
    Του φόρτωσαν όλες τις δύσκολες δουλειές.

  3. Μεταφορικά: γίνομαι βάρος ή ενοχλητικός σε κάποιον.
    Μου φορτώθηκε, για να πάμε μαζί διακοπές.

Αντίθετα: ξεφορτώνω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ξεφορτώνω, παραφορτώνω, εκφορτώνω
Οικογένεια Λέξεων: φορτίο, φορτικός, φόρτωμα, φόρτωση, φορτωτής, φορτικά

Φράσεις:

  • Τα φόρτωσε στον κόκορα = εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια
Το βάρος που δε φαίνεται

Πρόσεξε πώς η ίδια λέξη περνάει από τα πράγματα στους ανθρώπους. Στην αρχή φορτώνουμε κιβώτια σε ένα φορτηγό. Έπειτα «φορτώνουμε» δουλειές σε κάποιον — δεν ζυγίζουν τίποτα, αλλά τον κουράζουν το ίδιο. Και στο τέλος «φορτωνόμαστε» σε κάποιον, δηλαδή γινόμαστε εμείς οι ίδιοι το βάρος!

2. φουσκώνω 🎈

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: φου-σκώ-νω (αόριστος: φούσκωσα)

Η λέξη φουσκώνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Φυσώ σε κάτι αέρα, ώστε να αυξηθεί σε όγκο.
    Φούσκωσε τα λάστιχα του αυτοκινήτου, προτού ξεκινήσει για το ταξίδι.

  2. Διογκώνομαι, πρήζομαι.
    Φούσκωσε το στομάχι του από το πολύ φαγητό.

  3. Λαχανιάζω, αναπνέω με δυσκολία.
    Φούσκωσε την ώρα που ανέβαινε στο βουνό.

Αντίθετα: ξεφουσκώνω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: παραφουσκώνω
Οικογένεια Λέξεων: φούσκα, φούσκωμα, φουσκωτός, φουσκάλα

Φράσεις:

  • Φούσκωσαν τα μυαλά του = έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
  • Τα φουσκώνω = παρουσιάζω τα πράγματα υπερβολικά

3. η φράση 💬

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φρά-ση

Η λέξη φράση έχει μία σημασία:

  1. Στη γραμματική: σύνολο λέξεων ή και μόνο μία λέξη με πλήρες νόημα που αποτελούν τμήμα μιας πρότασης ή μια ολόκληρη πρόταση.
    Η γνωστή φράση «Μολών λαβέ» αποδίδεται στο Λεωνίδα της Σπάρτης.

Σύνθετα: έκφραση, φρασεολογία
Οικογένεια Λέξεων: φραστικός, φραστικά

4. η φρόνηση 🧠

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φρό-νη-ση

Η λέξη φρόνηση έχει μία σημασία:

  1. Η ορθή σκέψη, η σύνεση, η φρονιμάδα.
    Αντιμετώπισε με φρόνηση τις οικονομικές δυσκολίες και κατόρθωσε να σώσει την επιχείρησή του.

Σύνθετα: καταφρόνηση, περιφρόνηση
Οικογένεια Λέξεων: φρονώ, φρόνημα, φρόνιμος, φρονιμάδα

Ένα φρόνιμο παιδί σκέφτεται

Όταν σου λένε «να είσαι φρόνιμος», δε σου ζητούν απλώς να κάθεσαι ήσυχα! Η λέξη κρύβει μέσα της τη σκέψη: φρόνιμος είναι αυτός που σκέφτεται πριν κάνει κάτι. Γι' αυτό και η φρόνηση δεν είναι η ησυχία, αλλά η σωστή σκέψη.

5. φροντίζω 🌱

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: φρο-ντί-ζω (αόριστος: φρόντισα)

Η λέξη φροντίζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Δείχνω ενδιαφέρον για κάτι, νοιάζομαι.
    Φροντίζει για τη μόρφωση των παιδιών του.

  2. Καταβάλλω προσπάθεια να ρυθμίσω κάτι, επιδιώκω.
    Φροντίζει να είναι πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις του.

  3. Περιποιούμαι κάτι.
    Καθημερινά φροντίζει τα λουλούδια της αυλής του.

Συνώνυμα: ενδιαφέρομαι, μεριμνώ (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: αμελώ (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: φροντιστής, φροντιστήριο

6. φτάνω και φθάνω 🏁

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: φτά-νω (αόριστος: έφτασα)

Η λέξη φτάνω έχει έξι σημασίες:

  1. Καταλήγω εκεί όπου πήγαινα, βρίσκομαι στον προορισμό μου.
    Ύστερα από δυο ώρες ταξίδι φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη.

  2. Είμαι κοντά, πλησιάζω.
    Φτάνει σε λίγο το καλοκαίρι.

  3. Μεταφορικά: κατακτώ θέση, πραγματοποιώ το σκοπό μου.
    Έφτασε μέχρι το βαθμό του υποστρατήγου της αστυνομίας.

  4. Καταλήγω, καταντώ.
    Έφτασε να ζει από τη βοήθεια των άλλων.

  5. Είμαι αρκετός.
    Φτάνουν τα χρήματα, για να αγοράσω ένα καλό αυτοκίνητο.

  6. Προλαβαίνω, προφταίνω κάποιον.
    Τον έφτασε, προτού ανεβεί στο τρένο.

Συνώνυμα: κοντεύω (για τη δεύτερη σημασία) · αρκώ, επαρκώ (για την πέμπτη)
Αντίθετα: φεύγω, αναχωρώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: καταφτάνω, προφτάνω

Φράσεις:

  • Έφτασα! = έρχομαι αμέσως
  • Έφτασε ο κόμπος στο χτένι = το κακό προχώρησε πολύ
  • Τρέχω και δε φτάνω = είμαι πολυάσχολος
  • Φτάνει και περισσεύει = είναι υπεραρκετό

Παροιμία:

  • Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια

7. φτηνός και φθηνός 💰

Είδος: Επίθετο (φτηνός, φτηνή, φτηνό)
Συλλαβές: φτη-νός

Η λέξη φτηνός έχει δύο σημασίες:

  1. Αυτός που πουλιέται σε χαμηλή τιμή.
    Αγόρασε το σπίτι του σε σχετικά φτηνή τιμή.

  2. Μεταφορικά: αυτός που είναι χαμηλής ποιότητας και, για ανθρώπους, μικροπρεπής.
    Χρησιμοποιεί φτηνές δικαιολογίες.
    Η συμπεριφορά του δείχνει πόσο φτηνός άνθρωπος είναι.

Αντίθετα: ακριβός (για την πρώτη σημασία) · ποιοτικός (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: πάμφθηνος
Οικογένεια Λέξεων: φθηνά, φθήνια, φθηναίνω

Φράσεις:

  • Φτηνά τη γλίτωσα = σώθηκα χωρίς να πάθω μεγάλη ζημιά

Παροιμία:

  • Ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι
Από τον πλούτο στη χαμηλή τιμή

Η ιστορία αυτής της λέξης είναι μια μικρή αναποδογύρισμα! Στα αρχαία «εὐθηνῶ» σήμαινε «είμαι πλούσιος, έχω άφθονα αγαθά». Σκέψου όμως τι γίνεται όταν μια χρονιά η σοδειά είναι τεράστια: τα προϊόντα περισσεύουν και οι τιμές πέφτουν. Έτσι η λέξη του πλούτου έγινε η λέξη της χαμηλής τιμής.

8. ο φύλακας 🛡️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φύ-λα-κας

Η λέξη φύλακας έχει δύο σημασίες:

  1. Αυτός που φυλάγει πρόσωπα, πράγματα, χώρους και άλλα, ο φρουρός.
    Εργάζεται ως φύλακας στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

  2. Μεταφορικά: αυτός που προστατεύει ή και τηρεί κάτι.
    Ο παππούς μου παραμένει πιστός φύλακας της κρητικής παράδοσης.

Σύνθετα: αρχιφύλακας, νυχτοφύλακας, δασοφύλακας, δεσμοφύλακας
Οικογένεια Λέξεων: φυλάω, φυλακή, φυλακίζω, φυλάκιο, φυλακισμένος, φυλαγμένος

Φράσεις:

  • Φύλακας άγγελος = προστάτης
  • Έχουν γνώση οι φύλακες = οι αρμόδιοι έχουν λάβει τα κατάλληλα μέτρα

9. η φυλή 🌍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φυ-λή

Η λέξη φυλή έχει δύο σημασίες:

  1. Ομάδα ανθρώπων που ξεχωρίζει λόγω κοινής καταγωγής και κοινών κληρονομικών γνωρισμάτων.
    Οι Κινέζοι ανήκουν στην κίτρινη φυλή.

  2. Έθνος.
    Η ελληνική φυλή διακρίνεται για τη μακραίωνη ιστορία της.

Οικογένεια Λέξεων: φυλετικός, φυλετικότητα, φυλετισμός

10. το φύλο 👫

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φύ-λο

Η λέξη φύλο έχει δύο σημασίες:

  1. Το αρσενικό ή θηλυκό γένος των ανθρώπων ή των ζώων.
    Τα δυο φύλα έχουν ίσα δικαιώματα.

  2. Σύνολο ανθρώπων με κοινά εθνολογικά ή ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, λαός, φυλή.
    Τα δωρικά φύλα εξαπλώθηκαν κυρίως στην Πελοπόννησο, τη Δ. Ελλάδα και την Κρήτη.

Συνώνυμα: εθνότητα (για τη δεύτερη σημασία)

Φράσεις:

  • Ισχυρό φύλο = οι άνδρες
  • Ασθενές / Ωραίο φύλο = οι γυναίκες

11. η φύση 🌳

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φύ-ση

Η λέξη φύση έχει δύο σημασίες:

  1. Όλα τα έμψυχα και τα άψυχα όντα του σύμπαντος, ο φυσικός κόσμος που μας περιβάλλει.
    Η ελληνική φύση έχει άπειρες ομορφιές.

  2. Τα έμφυτα στοιχεία που διαθέτει κάποιος, ο χαρακτήρας, το ήθος, η ιδιοσυγκρασία.
    Έχει από τη φύση του ευγενική συμπεριφορά.

Σύνθετα: φυσιογνωμία, φυσιογνώστης, φυσιοθεραπεία
Οικογένεια Λέξεων: φυσικός, φυσικά, φυσικότητα

Φράσεις:

  • Εκ φύσεως = από τη γέννηση
  • Πάσης φύσεως = κάθε είδους
  • Παρά φύσιν = αντίθετα προς τους νόμους της φύσης
Μια ρίζα, τέσσερις λέξεις

Πρόσεξε πόσες λέξεις αυτής της ενότητας κρύβουν το ίδιο αρχαίο ρήμα, το «φύω» (= γεννώ, φυτρώνω): η φυλή, το φύλο, η φύση και το φυτό! Όλες μιλούν για κάτι που γεννιέται και μεγαλώνει από μόνο του. Όταν ξέρεις τη ρίζα, καταλαβαίνεις τέσσερις λέξεις με μια κίνηση.

12. η φυσιογνωμία 👤

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φυ-σι-ο-γνω-μί-α

Η λέξη φυσιογνωμία έχει δύο σημασίες:

  1. Τα ιδιαίτερα εξωτερικά χαρακτηριστικά προσώπου ή πράγματος, η όψη, η εξωτερική εμφάνιση.
    Αυτό το κορίτσι έχει τη φυσιογνωμία της γιαγιάς του.

  2. Μεταφορικά: σημαντική προσωπικότητα, άτομο που ξεχωρίζει.
    Ο Ν. Παπανικολάου υπήρξε μια εξέχουσα φυσιογνωμία στον τομέα της ιατρικής επιστήμης.

Συνώνυμα: μορφή
Οικογένεια Λέξεων: φυσιογνωμικός, φυσιογνωμικά, φυσιογνωμιστής

13. το φυτό 🌿

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φυ-τό

Η λέξη φυτό έχει δύο σημασίες:

  1. Κάθε ζωντανός οργανισμός που φυτρώνει στο έδαφος και αποτελείται από ρίζες, βλαστό και φύλλα.
    Τα καλλωπιστικά φυτά τα χρησιμοποιούμε για την ομορφιά τους.

  2. Μεταφορικά: αυτός που έχει χάσει ένα μέρος ή το σύνολο των διανοητικών του ικανοτήτων.
    Μετά το ατύχημα που είχε έχασε κάθε επικοινωνία με το περιβάλλον κι έμεινε φυτό.

Σύνθετα: φυτοζωώ, φυτοκομία, φυτολογία, φυτοφάγος, φυτοφάρμακο
Οικογένεια Λέξεων: φυτεύω, φυτευτός, φύτευση, φυτεία, φύτεμα, φυτικός

14. το φωνήεν 🅰️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φω-νή-εν

Η λέξη φωνήεν έχει μία σημασία:

  1. Ο φθόγγος που μπορεί να σχηματίσει μόνος του μια συλλαβή.
    Φωνήεντα είναι τα γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω.

Σύνθετα: φωνηεντόληκτος
Οικογένεια Λέξεων: φωνηεντικός

Γιατί τα λένε «φωνήεντα»

Δοκίμασε να πεις μόνο του το γράμμα «α». Το λες αμέσως, χωρίς βοήθεια. Τώρα δοκίμασε το «κ» — αναγκάζεσαι να πεις «κα» ή «κε», δηλαδή να δανειστείς ένα φωνήεν! Γι' αυτό τα επτά αυτά γράμματα έχουν «δική τους φωνή» και μπορούν μόνα τους να φτιάξουν συλλαβή.

15. το φως 💡

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φως

Η λέξη φως έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Ό,τι διεγείρει το αισθητήριο της όρασης και μας κάνει να βλέπουμε.
    Τα φυτά δε μεγαλώνουν, αν δεν τα βλέπει το φως.

  2. Η αίσθηση της όρασης.
    Βρήκε το φως του με τη βοήθεια του γιατρού.

  3. Λαμπτήρας, πηγή φωτός.
    Χρειαζόμαστε μεγαλύτερο φως στην κουζίνα του σπιτιού μας.

  4. Στον πληθυντικό, μεταφορικά: γνώσεις, σοφία, μόρφωση.
    Ζήτησε τα φώτα της επιστήμης, για να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα υγείας.

Συνώνυμα: φέγγος (για την πρώτη σημασία) · λάμπα, λυχνία, φανάρι (για την τρίτη)
Αντίθετα: σκότος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: φωτογράφος, φωταγώγηση, φωτογένεια, φωτοκύτταρο, φωταέριο, φωτοσύνθεση, φωτοαντίγραφο, πολύφωτο
Οικογένεια Λέξεων: φωτίζω, φώτιση, φωτεινός, φωτεινότητα, φωστήρας, φωτιά

Φράσεις:

  • Είναι φως φανάρι = είναι ολοφάνερο
  • Ήρθε στο φως = αποκαλύφθηκε
  • Δίνω πράσινο φως = επιτρέπω σε κάποιον κάτι
  • Ποιος στραβός δε θέλει το φως του = όταν προτείνεται σε κάποιον κάτι που επιθυμεί
Η φωτογραφία γράφει με φως

Από το «φως» κρέμεται ένα ολόκληρο δέντρο λέξεων. Η φωτογραφία είναι, κατά λέξη, «γράψιμο με φως» (φως + γράφω). Η φωτοσύνθεση είναι το πώς τα φυτά φτιάχνουν την τροφή τους με φως. Και το πολύφωτο του σαλονιού σου; «Αυτό που έχει πολλά φώτα». Ακόμα και η φωτιά είναι κόρη του φωτός — το επόμενο λήμμα!

16. η φωτιά 🔥

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: φω-τιά

Η λέξη φωτιά έχει τρεις σημασίες:

  1. Η καύση ενός υλικού με ταυτόχρονη παραγωγή φωτός, φλόγας και θερμότητας.
    Κάθισε κοντά στη φωτιά, για να ζεσταθεί.

  2. Πυρκαγιά.
    Οι φλόγες της φωτιάς κατέστρεψαν το δάσος.

  3. Μεταφορικά: μάχη, ένοπλη σύγκρουση.
    Ο Αθανάσιος Διάκος έπεφτε πρώτος στη φωτιά, για να εμψυχώσει τα παλικάρια του.

Συνώνυμα: πυρ (για την πρώτη σημασία) · πόλεμος (για την τρίτη)

Φράσεις:

  • Φωτιά και λάβρα = για μεγάλη ζέστη, ή για κάτι πανάκριβο, ή για κάποιον που είναι θυμωμένος
  • Ανάβω φωτιές / Ρίχνω λάδι στη φωτιά = δημιουργώ ένταση, προβλήματα
  • Παίζω με τη φωτιά = διακινδυνεύω, ρισκάρω
  • Βάζω το χέρι μου στη φωτιά = είμαι πολύ σίγουρος για κάτι