1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Υ — Μέρος 2ο 🔺

Δεκαεπτά λέξεις που ξεκινούν με Υ μάς περιμένουν: από την αίτηση που υποβάλλεις στο Δήμο μέχρι το ύψος του τριγώνου στα Μαθηματικά.

Οι περισσότερες κρύβουν μέσα τους την ίδια μικρή λεξούλα: το αρχαίο ὑπό, που σημαίνει «από κάτω». Θα δεις πόσο συχνά εμφανίζεται!

Σε κάθε λέξη θα βρεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

Το «υπό» που κρύβεται παντού

Στην αρχαία ελληνική, το ὑπό σήμαινε «κάτω, από κάτω». Δες πόσες λέξεις αυτής της ενότητας το κουβαλούν: υπο-βάλλω, υπο-γραμμίζω, υπο-δέχομαι, υπό-θεση, υπο-θήκη, υπο-κείμενο, υπο-κινώ, υπο-λογίζω, υπο-νομεύω, υπο-πτεύομαι, υπο-χθόνιος, υπο-χρέωση, υπο-χωρώ. Δεκατρείς από τις δεκαεπτά!

1. υποβάλλω 📄

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-βάλ-λω (αόριστος: υπέβαλα, παθητικός αόριστος: υποβλήθηκα)

Η λέξη υποβάλλω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: καταθέτω έγγραφο στην αρμόδια αρχή ή υπηρεσία.
    Υπέβαλαν αίτηση στο Δήμο, για να γίνει η παιδική χαρά της γειτονιάς.

  2. Μεταβατικά: εξαναγκάζω κάποιον να υποστεί κάτι.
    Ο γιατρός του τον υπέβαλε σε επιπρόσθετες ιατρικές εξετάσεις.

  3. Μεταβατικά, στη μεσοπαθητική φωνή με το «σε»: υφίσταμαι κάτι.
    Αναγκάστηκε να υποβληθεί σε σημαντικά έξοδα, για να σπουδάσει τα παιδιά του.

Συνώνυμα: υποχρεώνω (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: αποσύρω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: υποβολή, υποβλητικός, υποβολέας

2. υπογραμμίζω ✏️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-γραμ-μί-ζω (αόριστος: υπογράμμισα, παθητική μετοχή: υπογραμμισμένος)

Η λέξη υπογραμμίζω έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικά: τραβώ γραμμή κάτω από λέξεις ή φράσεις ενός κειμένου.
    Οι μαθητές υπογράμμισαν όλα τα ουσιαστικά ονόματα που βρήκαν στο μάθημα της Γλώσσας.

  2. Μεταβατικά και Μεταφορικά: τονίζω ιδιαίτερα, δίνω μεγάλη σημασία σε κάτι.
    Όλοι οι ομιλητές υπογράμμισαν ότι η σωστή διατροφή έχει μεγάλη σημασία για την υγεία.

Συνώνυμα: επισημαίνω, εξαίρω (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: υπογράμμιση

3. υποδέχομαι 🤗

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-δέ-χο-μαι (αόριστος: υποδέχτηκα)

Η λέξη υποδέχομαι έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικά: προϋπαντώ, περιμένω κάποιον που έρχεται προς εμένα ή φθάνει από μακριά.
    Το προσωπικό του σχολείου υποδέχτηκε τους μαθητές της Πρώτης τάξης με πολλή αγάπη.

Συνώνυμα: καλωσορίζω
Οικογένεια Λέξεων: υποδοχή

4. η υπόθεση 💭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πό-θε-ση

Η λέξη υπόθεση έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Αυτό που κάποιος θεωρεί ως δεδομένο ή πραγματικό, για να οδηγηθεί σε κάποιο συμπέρασμα ή πράξη.
    Τηλεφώνησα στο σπίτι σου, κάνοντας την υπόθεση ότι θα σε εύρισκα ακόμη εκεί.

  2. Το θέμα συζήτησης, έρευνας, ομιλίας, φροντίδας και άλλων.
    Η ειρήνη είναι υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας.

  3. Το περιεχόμενο, το θέμα ενός λογοτεχνικού ή κινηματογραφικού έργου.
    Μου διηγήθηκε με λίγα λόγια την υπόθεση του βιβλίου που διάβασε πρόσφατα.

  4. Στη γλωσσολογία: δευτερεύουσα υποθετική πρόταση που αποτελεί το πρώτο μέρος υποθετικού λόγου.
    Στον υποθετικό λόγο «αν πάω στην Αθήνα, θα επισκεφτώ τη Βουλή των Ελλήνων», η πρόταση «αν πάω στην Αθήνα» είναι η υπόθεση.

Συνώνυμα: εικασία (για την πρώτη σημασία) · ζήτημα, πρόβλημα (για τη δεύτερη) · ιστορία, σενάριο (για την τρίτη)
Σύνθετα: προϋπόθεση
Οικογένεια Λέξεων: υποθετικός

Φράσεις:

  • Κέρδισα την υπόθεση = πήρα ευνοϊκή απόφαση του δικαστηρίου

5. η υποθήκη 🏠

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πο-θή-κη

Η λέξη υποθήκη έχει δύο σημασίες:

  1. Δέσμευση περιουσίας ως εγγύηση για την εξόφληση χρέους.
    Έβαλε υποθήκη το σπίτι του, για να πάρει δάνειο από την Τράπεζα.

  2. Μεταφορικά: πολύτιμη συμβολή, προτροπή.
    Οι συμβουλές του θα είναι για εμένα πολύτιμη υποθήκη σε όλη μου τη ζωή.

Σύνθετα: υποθηκοφύλακας, υποθηκοφυλακείο
Οικογένεια Λέξεων: υποθηκεύω, υποθήκευση

6. το υποκείμενο 📝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πο-κεί-με-νο

Η λέξη υποκείμενο έχει δύο σημασίες:

  1. Στη γραμματική: όρος της πρότασης που φανερώνει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος.
    Στην πρόταση «Ο ουρανός είναι γαλανός» το υποκείμενο είναι «Ο ουρανός».

  2. Πρόσωπο, άτομο (συνήθως υποτιμητικά).
    Δεν κάνω παρέα με τέτοια υποκείμενα.

Οικογένεια Λέξεων: υποκειμενικός, υποκειμενικά (επίρρημα), υποκειμενικότητα

7. υποκινώ 🕵️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-κι-νώ (αόριστος: υποκίνησα, παθητικός αόριστος: υποκινήθηκα, παθητική μετοχή: υποκινημένος)

Η λέξη υποκινώ έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικά: παρακινώ, προτρέπω κάποιον κρυφά να κάνει κάτι.
    Αυτοί που υποκίνησαν τα επεισόδια συνελήφθησαν από την αστυνομία.

Συνώνυμα: παροτρύνω, εξωθώ
Αντίθετα: αποτρέπω
Οικογένεια Λέξεων: υποκινητής, υποκίνηση

8. υπολογίζω 🔢

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-λο-γί-ζω (αόριστος: υπολόγισα, παθητικός αόριστος: υπολογίστηκα, παθητική μετοχή: υπολογισμένος)

Η λέξη υπολογίζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικά: λογαριάζω.
    Υπολόγισε πόσο είναι το κόστος του πετρελαίου για το χειμώνα.

  2. Μεταβατικά και Μεταφορικά: θεωρώ κάτι σπουδαίο, δίνω σημασία σε κάτι.
    Υπολογίζω στη βοήθειά σου, για να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες που θα συναντήσω.

  3. Μεταβατικά: σκέφτομαι να κάνω κάτι, σχεδιάζω.
    Το καλοκαίρι υπολογίζω να κάνω διακοπές στη Ζάκυνθο.

Σύνθετα: προϋπολογίζω
Οικογένεια Λέξεων: υπολογισμός, υπολογίσιμος, υπολογιστής, υπολογιστικός

Ο υπολογιστής πήρε το όνομά του από εδώ!

Οι πρώτες μηχανές αυτού του είδους έκαναν μόνο ένα πράγμα: πράξεις. Έκαναν δηλαδή υπολογισμούς, γι' αυτό τις είπαμε «υπολογιστές». Σήμερα ο υπολογιστής παίζει μουσική, δείχνει βίντεο και σε συνδέει με όλο τον κόσμο — αλλά το όνομά του θυμάται ακόμη την πρώτη του δουλειά!

9. υπονομεύω 🕳️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-νο-μεύ-ω (αόριστος: υπονόμευσα, παθητικός αόριστος: υπονομεύτηκα)

Η λέξη υπονομεύω έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικά και Μεταφορικά: ενεργώ κρυφά και με δόλο, για να βλάψω κάποιον.
    Στο Βυζάντιο οι μεγάλοι γαιοκτήμονες υπονόμευαν την εξουσία του αυτοκράτορα.

Οικογένεια Λέξεων: υπόνομος, υπονομευτής, υπονομευτικός, υπονομευτικά (επίρρημα), υπονόμευση

Από τις σήραγγες στα λόγια

Στα παλιά χρόνια, όποιος πολιορκούσε ένα κάστρο έσκαβε κρυφά υπόγειες στοές κάτω από τα τείχη του. Όταν οι στοές γκρεμίζονταν, έπεφταν και τα τείχη! Σήμερα κανείς δε σκάβει τούνελ, αλλά η λέξη έμεινε: όταν κάποιος «υπονομεύει», δουλεύει κρυφά και ρίχνει κάτι από μέσα.

10. υποπτεύομαι 🔍

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-πτεύ-ο-μαι (παθητικός αόριστος: υποπτεύτηκα, παθητική μετοχή ενεστώτα: υποπτευόμενος)

Η λέξη υποπτεύομαι έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικά: υποψιάζομαι.
    Υποπτεύομαι πως δε μου είπε όλη την αλήθεια.

Οικογένεια Λέξεων: ύποπτος, υποψία

11. υποτυπώδης, -ης, -ες 🧪

Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: υ-πο-τυ-πώ-δης

Η λέξη υποτυπώδης έχει μία σημασία:

  1. Που δεν είναι κανονικά αναπτυγμένος ή εξελιγμένος.
    Μπορείς να κάνεις πειράματα φυσικής και σε υποτυπώδη εργαστήρια, αρκεί να έχεις κάποια απλά πράγματα, όπως πλαστελίνη, σόδα και άλλα.

Οικογένεια Λέξεων: υποτυπωδώς (επίρρημα)

12. υποχθόνιος, -α, -ο 🌋

Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: υ-πο-χθό-νι-ος

Η λέξη υποχθόνιος έχει δύο σημασίες:

  1. Που βρίσκεται ή γίνεται κάτω από τη γη, υπόγειος.
    Πριν από την έκρηξη του ηφαιστείου ακούστηκαν υποχθόνιοι κρότοι.

  2. Μεταφορικά: ύπουλος, σκοτεινός, δόλιος.
    Στο παραμύθι υπάρχει ένας υποχθόνιος μάγος, που προσπαθεί να βάλει τους άλλους να του κάνουν όλες τις δουλειές.

Συνώνυμα: καταχθόνιος
Οικογένεια Λέξεων: υποχθόνια (επίρρημα), υποχθονίως (επίρρημα)

13. η υποχρέωση 🤝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πο-χρέ-ω-ση

Η λέξη υποχρέωση έχει δύο σημασίες:

  1. Το να κάνει κάποιος κάτι από καθήκον ή ηθική δέσμευση.
    Ένιωθε την υποχρέωση να φροντίσει τους ηλικιωμένους γονείς του.

  2. Ευγνωμοσύνη.
    Με βοήθησε οικονομικά σε δύσκολες στιγμές και του έχω μεγάλη υποχρέωση.

Οικογένεια Λέξεων: υπόχρεος, υποχρεώνω, υποχρεωτικός, υποχρεωτικά (επίρρημα)

Φράσεις:

  • Από υποχρέωση = χωρίς πραγματικά να το θέλω
  • Έχω υποχρεώσεις = έχω ευθύνες απέναντι στα μέλη της οικογένειάς μου

14. υποχωρώ ⬅️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πο-χω-ρώ (αόριστος: υποχώρησα)

Η λέξη υποχωρώ έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Αμετάβατα: μετακινούμαι προς τα πίσω, οπισθοχωρώ.
    Οι ορειβάτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, επειδή επικρατούσε σφοδρή χιονοθύελλα.

  2. Αμετάβατα: παθαίνω καθίζηση, βουλιάζω.
    Το έδαφος υποχώρησε από το βάρος του φορτηγού.

  3. Αμετάβατα: εξασθενώ, μειώνομαι.
    Ο πυρετός άρχισε να υποχωρεί μετά τη φαρμακευτική αγωγή που ακολούθησα.

  4. Αμετάβατα: δεν επιμένω, συμφωνώ με τη γνώμη του άλλου, συμβιβάζομαι.
    Ύστερα από πολλές συζητήσεις υποχώρησε και δέχτηκε τις απόψεις της άλλης πλευράς.

Συνώνυμα: καταρρέω (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: προχωρώ (για την πρώτη σημασία) · εμμένω (για την τέταρτη)
Οικογένεια Λέξεων: υποχώρηση, υποχωρητικός

Τέσσερα διαφορετικά «πίσω»

Πρόσεξε πώς η ίδια ιδέα —το «κάνω πίσω»— ταξιδεύει σε τέσσερις κόσμους. Ο ορειβάτης κάνει πίσω με τα πόδια του. Το έδαφος κάνει πίσω προς τα κάτω. Ο πυρετός κάνει πίσω και χαμηλώνει. Και ο άνθρωπος που διαφωνούσε κάνει πίσω με τη γνώμη του. Μία λέξη, τέσσερις υποχωρήσεις!

15. ο ύφαλος 🪸

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-φα-λος

Η λέξη ύφαλος έχει μία σημασία:

  1. Βράχος του βυθού που φτάνει ως την επιφάνεια της θάλασσας ή μόλις καλύπτεται από το νερό.
    Οι ύφαλοι αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για τα πλοία.

Σύνθετα: υφαλοκρηπίδα, υφαλοδείκτης

Φράσεις:

  • Τα ύφαλα = το μέρος του πλοίου που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας
Το αλάτι κρύβεται στη λέξη

Η αρχαία λέξη ἃλς σήμαινε και «αλάτι» και «θάλασσα» — λογικό, αφού η θάλασσα είναι αλμυρή! Την ίδια ρίζα θα τη βρεις στο «αλάτι», στο «αλμυρός» και στην «αλυκή», εκεί που μαζεύουν το αλάτι από τη θάλασσα.

16. το ύφος 🎭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-φος

Η λέξη ύφος έχει δύο σημασίες:

  1. Ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο διατυπώνει κάποιος γραπτά ή προφορικά τις σκέψεις του.
    Κάθε λογοτέχνης έχει το δικό του ύφος στον τρόπο που γράφει.

  2. Η ψυχική διάθεση κάποιου που φανερώνεται στα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
    Ετοιμαζόταν για τις καλοκαιρινές διακοπές και είχε πάρει ένα χαρούμενο ύφος.

Συνώνυμα: έκφραση, στιλ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: υφολογία
Οικογένεια Λέξεων: υφαίνω

17. το ύψος 📏

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-ψος

Η λέξη ύψος έχει δύο σημασίες:

  1. Η κατακόρυφη απόσταση από τη βάση ενός σώματος μέχρι την κορυφή.
    Το Λαογραφικό Μουσείο της Κοζάνης είναι ένα καλαίσθητο κτίριο με μεγάλο ύψος.

  2. Στη γεωμετρία: το μήκος της καθέτου από την κορυφή ενός γεωμετρικού σχήματος ως τη βάση του.
    Σε πολλές ασκήσεις Μαθηματικών πρέπει να βρούμε το ύψος ενός τριγώνου.

Συνώνυμα: ανάστημα (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: υψόμετρο, υψομετρικός
Οικογένεια Λέξεων: υψώνω, ύψωμα, ύψωση

Φράσεις:

  • Στέκομαι στο ύψος μου = ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις
  • Στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων = αντιμετώπισε την κατάσταση με τον κατάλληλο τρόπο
  • Ή του ύψους ή του βάθους = για περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από αστάθεια