Οι λέξεις μας με Υ — Μέρος 1ο 💧
Το γράμμα Υ μάς φέρνει δεκαεπτά λέξεις, από την ύβρι των αρχαίων τραγωδιών μέχρι τον ύπνο που μας παίρνει το βράδυ.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
Το υ ακούγεται ακριβώς όπως το ι και το η. Γι' αυτό όλες οι λέξεις αυτής της ενότητας θέλουν διπλή προσοχή στην ορθογραφία: γράφουμε υγεία, όχι «ιγεία»· ύπνος, όχι «ίπνος»· υπερβολικός, όχι «ιπερβολικός». Το μυστικό είναι να μάθεις την οικογένεια της λέξης — αν το πρώτο γράμμα είναι υ, το κρατούν όλα τα συγγενικά της!
1. η ύβρις (και η ύβρη) ⚡
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-βρις
Η λέξη ύβρις έχει δύο σημασίες:
-
Προσβολή της τιμής ή της αξιοπρέπειας κάποιου με λόγια ή πράξεις.
Μερικές φορές αντί για επιχειρήματα χρησιμοποιεί ύβρεις. -
Στην αρχαία τραγωδία: η αλαζονική συμπεριφορά που φανερώνει ασέβεια και περιφρόνηση του μέτρου και των ορίων και οδηγεί στην τιμωρία του ήρωα.
Στην αρχαία τραγωδία η ύβρις των ηρώων τιμωρείται από τη θεά Νέμεση.
Συνώνυμα: βρισιά (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: υβρίζω, υβριστής, υβριστικός
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει τα όριά του. Όποιος τα ξεπερνούσε και καμάρωνε σαν να ήταν θεός, διέπραττε «ύβρι». Τότε εμφανιζόταν η θεά Νέμεση και τον τιμωρούσε. Από την ίδια λέξη κρατάμε σήμερα το ρήμα υβρίζω, που σημαίνει «βρίζω».
2. η υγεία 💚
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-γεί-α
Η λέξη υγεία έχει μία σημασία:
- Καλή και φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού.
Η μεσογειακή διατροφή συμβάλλει στην καλή υγεία του οργανισμού.
Αντίθετα: αρρώστια, ασθένεια
Σύνθετα: υγειονόμος
Οικογένεια Λέξεων: υγιής, υγιαίνω, υγιεινός, η υγιεινή
Φράσεις:
- Χαίρω άκρας υγείας = είμαι υγιέστατος
- Εις υγείαν / στην υγειά σας = ευχή που χρησιμοποιούμε σε πρόποση
- Εις άλλα με υγεία = να μας συμβούν παρόμοια ευχάριστα γεγονότα
Δύο λέξεις της ίδιας οικογένειας που γράφονται διαφορετικά:
- υγεία με ει (υ-γει-α)
- υγιής, υγιεινός, υγιαίνω με ι (υγι-)
Και πρόσεξε ακόμα ένα ζευγάρι: η υγιεινή είναι η καθαριότητα, ενώ η υγεία είναι το να είσαι γερός. «Κανόνες υγιεινής» — «καλή υγεία»!
3. υγρός, -ή, -ό 💦
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: υ-γρός
Η λέξη υγρός έχει δύο σημασίες:
-
Που βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση.
Το πετρέλαιο και η βενζίνη ανήκουν στα υγρά καύσιμα. -
Βρεγμένος, μουσκεμένος, νοτισμένος.
Τα μάτια του ήταν υγρά από τη συγκίνηση.
Σύνθετα: υγροβιότοπος
Οικογένεια Λέξεων: το υγρό, υγραίνω, υγρασία
Φράσεις:
- Τα υγρά σύμφωνα (στη γραμματική) = το λ και το ρ
- Υγρό πυρ = εύφλεκτο υγρό, πολεμικό όπλο των Βυζαντινών
Το υγρό πυρ ήταν ένα υγρό που άναβε μόλις έβγαινε από τους σωλήνες των πλοίων και καιγόταν ακόμα και πάνω στο νερό! Οι Βυζαντινοί κράτησαν τη συνταγή του τόσο καλά κρυμμένη, που μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα από τι ήταν φτιαγμένο.
4. η ύδρευση 🚰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-δρευ-ση
Η λέξη ύδρευση έχει μία σημασία:
- Τροφοδοσία μιας περιοχής με νερό.
Τα έργα ύδρευσης προκαλούν κυκλοφοριακά προβλήματα.
Οικογένεια Λέξεων: υδρεύομαι, υδρευτικός
Η αρχαία λέξη για το νερό ήταν ὕδωρ. Θα τη βρεις μέσα σε δεκάδες λέξεις που ξέρεις: υδραγωγείο, υδραυλικός, ενυδρείο, υδροφόρα, αφυδάτωση, ακόμα και υδρογόνο. Όταν βλέπεις υδρ-, σχεδόν πάντα υπάρχει νερό στη μέση!
5. η υδρόγειος 🌍
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-δρό-γει-ος
Η λέξη υδρόγειος έχει δύο σημασίες:
-
Η γήινη σφαίρα, η Γη.
Ταξίδεψε σε ολόκληρη την υδρόγειο. -
Σφαίρα που έχει στην επιφάνειά της έναν πολιτικό ή γεωφυσικό χάρτη της Γης και χρησιμοποιείται ως μέσο διδασκαλίας.
Στο μάθημα της Γεωγραφίας οι μαθητές βρήκαν στην υδρόγειο του σχολείου τα κράτη της βαλκανικής χερσονήσου.
Λέμε η υδρόγειος, όχι «ο υδρόγειος» — παρόλο που τελειώνει σε -ος, όπως τα περισσότερα αρσενικά. Είναι από τις λέξεις που ξεγελούν! Γι' αυτό γράφουμε «ταξίδεψε σε ολόκληρη την υδρόγειο».
6. υιοθετώ 👨👩👧
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υι-ο-θε-τώ (αόριστος: υιοθέτησα, παθητικός αόριστος: υιοθετήθηκα, παθητική μετοχή: υιοθετημένος)
Η λέξη υιοθετώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: αναγνωρίζω επίσημα ξένο παιδί ως δικό μου.
Πολλοί ξένοι ηθοποιοί υιοθετούν παιδιά από χώρες του Τρίτου Κόσμου. -
Μεταβατικό και Μεταφορικά: εγκρίνω και αποδέχομαι ξένες ενέργειες ή ιδέες ως δικές μου.
Όλοι οι καθηγητές υιοθέτησαν την πρόταση του διευθυντή για τη σχολική εκδρομή.
Οικογένεια Λέξεων: υιοθεσία, υιοθέτηση
7. ο ύμνος 🎼
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-μνος
Η λέξη ύμνος έχει τρεις σημασίες:
-
Άσμα που ψέλνεται προς τιμή Θεού, ήρωα ή αγίου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος είναι ύμνος με ευχαριστίες προς τη Θεοτόκο. -
Τραγούδι, εγκωμιαστικό ποίημα.
Τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» έγραψε ο Δ. Σολωμός. -
Μεταφορικά: έπαινος, εγκώμιο.
Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη αποτελεί ύμνο για τον ήλιο και τη θάλασσα της Ελλάδας.
Συνώνυμα: εξύμνηση (για την τρίτη σημασία)
Σύνθετα: υμνολογώ, υμνογραφία
Οικογένεια Λέξεων: υμνώ, υμνητής
Φράσεις:
- Εθνικός Ύμνος = σύντομο, επίσημα καθιερωμένο τραγούδι εθνικής ενότητας
Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού έχει 158 στροφές! Από αυτές τραγουδάμε μόνο τις δύο πρώτες ως Εθνικό Ύμνο. Και κάτι ακόμα πιο σπάνιο: είναι ο ίδιος ύμνος με της Κύπρου — δύο κράτη με τον ίδιο εθνικό ύμνο.
8. υπακούω 🙋
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πα-κού-ω (αόριστος: υπάκουσα)
Η λέξη υπακούω έχει μία σημασία:
- Μεταβατικό: εκτελώ την προσταγή ή συμβουλή κάποιου.
Οι στρατιώτες υπάκουσαν αμέσως στις διαταγές του αξιωματικού τους.
Συνώνυμα: πειθαρχώ
Αντίθετα: απειθαρχώ
Οικογένεια Λέξεων: υπακοή, υπάκουος
9. ο υπάλληλος 💼
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πάλ-λη-λος
Η λέξη υπάλληλος έχει μία σημασία:
- Αυτός που εκτελεί μια εργασία, η οποία συνήθως δεν είναι χειρωνακτική, έχει προϊστάμενο και αμείβεται με μηνιαίο μισθό.
Οι εκπαιδευτικοί είναι υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Σύνθετα: εμποροϋπάλληλος, εργατοϋπάλληλος
Οικογένεια Λέξεων: υπαλληλία, υπαλληλικός, το υπαλληλίκι
Γράφουμε υπάλληλος με δύο λ στην αρχή και ένα στο τέλος, και με η στην τρίτη συλλαβή. Τα ίδια γράμματα μένουν σε όλη την οικογένεια: υπαλληλία, υπαλληλικός, εμποροϋπάλληλος.
10. υπαναχωρώ 🔙
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-πα-να-χω-ρώ (αόριστος: υπαναχώρησα)
Η λέξη υπαναχωρώ έχει μία σημασία:
- Αμετάβατο: επιστρέφω σε προηγούμενη θέση ή άποψη, εγκαταλείποντας κάτι που υποστήριζα προηγουμένως.
Έλεγε ότι θα μας βοηθήσει οικονομικά, αλλά τελικά υπαναχώρησε.
Συνώνυμα: υποχωρώ, ανακαλώ, αποκηρύσσω
Αντίθετα: επιμένω
Οικογένεια Λέξεων: υπαναχώρηση
11. η υπεκφυγή 🏃
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πεκ-φυ-γή
Η λέξη υπεκφυγή έχει μία σημασία:
- Το να αποφεύγει κανείς με επιδέξιο τρόπο να κάνει ή να λέγει κάτι.
Στις δύσκολες περιπτώσεις μιλάει πάντα με υπεκφυγές.
Συνώνυμα: διαφυγή, ελιγμός
Οικογένεια Λέξεων: υπεκφεύγω
Η λέξη έχει δύο υ: υπεκφυγή. Το δεύτερο έρχεται από την οικογένεια του φεύγω / φυγή — γι' αυτό γράφουμε φυγή, διαφυγή, καταφυγή, υπεκφυγή, όλες με υ.
12. υπερβάλλω 📢
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: υ-περ-βάλ-λω (αόριστος: υπερέβαλα)
Η λέξη υπερβάλλω έχει μία σημασία:
- Αμετάβατο: παρουσιάζω κάτι μεγαλύτερο ή σπουδαιότερο απ' ό,τι είναι στην πραγματικότητα.
Δεν υπερβάλλω, όταν λέω ότι ο Νίκος είναι ήδη ένας ολοκληρωμένος επιστήμονας.
Συνώνυμα: μεγαλοποιώ
Οικογένεια Λέξεων: υπερβολή, υπερβολικός
Φράσεις:
- Υπερβάλλω τον εαυτό μου = ξεπερνώ τον εαυτό μου
- Υπερβάλλων ζήλος, ενθουσιασμός κ.λπ. = υπερβολικός, υπέρμετρος
Στον ενεστώτα γράφουμε υπερβάλλω με δύο λ, αλλά στον αόριστο γίνεται υπερέβαλα με ένα λ. Το ίδιο συμβαίνει σε όλη την οικογένεια του «βάλλω»: προσβάλλω → προσέβαλα, αναβάλλω → ανέβαλα.
13. η υπέρβαση 🚦
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-πέρ-βα-ση
Η λέξη υπέρβαση έχει μία σημασία:
- Το να ξεπερνάει κάποιος τα καθορισμένα ή επιτρεπόμενα όρια.
Η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας τιμωρείται με την επιβολή προστίμου.
Συνώνυμα: ξεπέρασμα
Οικογένεια Λέξεων: υπερβαίνω, υπερβατικός (= που υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση), υπερβατός (= αυτός που μπορεί κανείς να τον περάσει), το υπερβατό
Δύο λέξεις που μοιάζουν πολύ, αλλά λένε άλλα πράγματα:
- υπερβατικός = αυτός που ξεπερνάει την ανθρώπινη φύση (κάτι μαγικό, θεϊκό)
- υπερβατός = αυτός που μπορείς να τον περάσεις (ένα εμπόδιο που το ξεπερνάς)
Ένα μικρό -ικ- αλλάζει όλο το νόημα!
14. υπερβολικός, -ή, -ό 🎈
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: υ-περ-βο-λι-κός
Η λέξη υπερβολικός έχει δύο σημασίες:
-
Που ξεπερνάει το κανονικό και το συνηθισμένο.
Οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. -
Αυτός που μεγαλοποιεί τα πράγματα.
Δεν τον πιστεύω, γιατί είναι πάντοτε υπερβολικός στις εκτιμήσεις του.
Συνώνυμα: υπέρμετρος, υπερβάλλων (και για τις δύο σημασίες)
Αντίθετα: μέτριος, ανεκτός (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: υπερβολή, υπερβολικά (επίρρημα)
Πρόσεξε πόσες λέξεις αυτής της ενότητας είναι ξαδέρφια: υπερβάλλω, υπέρβαση, υπερβολικός και η υπερβολή. Όλες κρύβουν το ίδιο μυστικό — το ὑπέρ, που σημαίνει «πάνω από». Όποτε δεις υπερ- στην αρχή μιας λέξης, κάτι ξεπερνιέται: υπερταχεία, υπερήρωας, υπεραγορά!
15. η υπερκόπωση 😴
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: υ-περ-κό-πω-ση
Η λέξη υπερκόπωση έχει μία σημασία:
- Κούραση που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Εργαζόταν πολλές ώρες καθημερινά με αποτέλεσμα να πάθει υπερκόπωση.
Οικογένεια Λέξεων: κόπωση, κοπιαστικός
16. υπεύθυνος, -η, -ο ✅
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: υ-πεύ-θυ-νος
Η λέξη υπεύθυνος έχει τρεις σημασίες:
-
Αυτός που ευθύνεται για κάτι.
Ο υπεύθυνος του ατυχήματος παρουσιάστηκε μόνος του στην αστυνομία. -
Αυτός που είναι επιφορτισμένος με κάτι και από τον οποίο είναι δυνατόν να ζητηθούν ευθύνες.
Οι υπεύθυνοι ασφαλείας του αεροδρομίου ελέγχουν τους επιβάτες, πριν αυτοί επιβιβαστούν στο αεροπλάνο. -
Αυτός που ενεργεί με σοβαρότητα και σταθερότητα.
Είναι σοβαρός και υπεύθυνος άνθρωπος και γι' αυτό τον εμπιστεύονται όλοι.
Συνώνυμα: υπαίτιος, ένοχος (για την πρώτη σημασία) · υπόλογος (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: αναίτιος (για την πρώτη σημασία) · ανεύθυνος (για τη δεύτερη και την τρίτη)
Οικογένεια Λέξεων: υπεύθυνα (επίρρημα), υπευθυνότητα
Τρία δύσκολα σημεία σε μία λέξη: υ-πεύ-θυ-νος. Το ευ στη μέση έρχεται από την ευθύνη (και αυτή από το αρχαίο εὐθύς = ίσιος). Κράτα το σε όλη την οικογένεια: ανεύθυνος, υπευθυνότητα, ευθύνομαι.
17. ο ύπνος 🌙
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ύ-πνος
Η λέξη ύπνος έχει μία σημασία:
- Φυσιολογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο οργανισμός κατά περιόδους, που χαρακτηρίζεται από ελάττωση της συνείδησης και της κινητικής κατάστασης.
Ήταν πολύ κουρασμένος και αμέσως τον πήρε ο ύπνος.
Σύνθετα: υπνοδωμάτιο, υπνοβάτης, έξυπνος, άυπνος
Οικογένεια Λέξεων: υπναράς, υπνηλία, υπνάκος
Φράσεις:
- Δε με πιάνει / κολλάει ύπνος = έχω αϋπνίες
- Τον έπιασα στον ύπνο = τον αιφνιδίασα
- Είδα στον ύπνο μου = ονειρεύτηκα
Δες τι κρύβει η λέξη έξυπνος: είναι το εκ (έξω) + ύπνος! Δηλαδή αυτός που έχει βγει από τον ύπνο, που είναι ξύπνιος και σε ετοιμότητα. Και το άυπνος είναι το στερητικό α- + ύπνος: αυτός που δεν έχει ύπνο. Το ίδιο μικρό «ύπνος» φτιάχνει και τον υπνοβάτη, αυτόν που περπατάει κοιμισμένος!