Οι λέξεις μας με Τ — Μέρος 2ο 🚂
Συνεχίζουμε με το γράμμα Τ και είκοσι τέσσερις λέξεις που ξεκινούν από τον τόκο της Τράπεζας και φτάνουν ως τις τύψεις της καρδιάς μας. Στο δρόμο θα συναντήσουμε τρένα, τρόπαια, τραγωδίες και έναν τσιγκούνη που μαζεύει εφημερίδες από το πάρκο.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
1. ο τόκος 💰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τό-κος
Η λέξη τόκος έχει μία σημασία:
- Το κέρδος που προκύπτει από κατάθεση χρημάτων στην Τράπεζα ή από δανεισμό.
Από τα χρήματα που κατέθεσε στην Τράπεζα πήρε διακόσια ευρώ τόκο.
Σύνθετα: τοκογλύφος, επιτόκιο
Οικογένεια Λέξεων: τοκίζω, τοκισμός, τοκιστής
2. τολμηρός, -ή, -ό 🦁
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα)
Συλλαβές: τολ-μη-ρός
Η λέξη τολμηρός έχει δύο σημασίες:
-
Θαρραλέος, αποφασιστικός, ριψοκίνδυνος.
Ο Κολόμβος ήταν ένας τολμηρός θαλασσοπόρος. -
Θρασύς, προκλητικός.
Έκανε τολμηρές και ανεπίτρεπτες χειρονομίες.
Συνώνυμα: άφοβος, αποφασιστικός (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: άτολμος (για την πρώτη σημασία) · συνεσταλμένος (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: τολμώ, τόλμη, τόλμημα
3. ο τόνος 🎵
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τό-νος
Η λέξη τόνος έχει δύο σημασίες:
-
Στη γραμματική: το σημάδι που σημειώνουμε πάνω στο φωνήεν της συλλαβής που προφέρεται πιο δυνατά.
Ο τόνος που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι η οξεία. -
Ένταση και χροιά της φωνής.
Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής σου, για να μην ενοχλούμε τους γείτονες.
Συνώνυμα: τονικό σημείο (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: άτονος, παράτονος, οξύτονος, παροξύτονος, προπαροξύτονος
Φράσεις:
- Ανεβάζω τους τόνους = αυξάνω την ένταση της φωνής
- Επαναλαμβάνω σε όλους τους τόνους = επαναλαμβάνω με έμφαση
Δύο λέξεις που ακούγονται ίδιες, αλλά δεν γράφονται ίδια:
- τόνος με ένα ν = μονάδα βάρους που ισοδυναμεί με 1000 κιλά (και το σημάδι της γραμματικής, και η φωνή)
- τόννος με δύο ν = είδος ψαριού
Άρα το φορτηγό κουβαλάει έναν τόνο ψάρια, αλλά στο πιάτο σου έχεις τόννο!
4. τονώνω 💪
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: το-νώ-νω (αόριστος: τόνωσα)
Η λέξη τονώνω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: δίνω σε κάτι δύναμη, ενισχύω, δυναμώνω.
Ένα πλούσιο πρωινό είναι απαραίτητο, γιατί τονώνει τον ανθρώπινο οργανισμό. -
Μεταβατικό: ενισχύω ψυχικά, εμψυχώνω.
Με τόνωσε πάρα πολύ με τα καλά λόγια που μου είπε.
Συνώνυμα: ενδυναμώνω (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: εξασθενίζω, αδυνατίζω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: τόνος, τόνωση, τονωτικός
5. τοξικός, -ή, -ό ☠️
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: το-ξι-κός
Η λέξη τοξικός έχει μία σημασία:
- Που περιέχει δηλητηριώδεις ουσίες.
Κάποια φάρμακα περιέχουν τοξικές ουσίες.
Σύνθετα: τοξικολογία, τοξικομανής
Οικογένεια Λέξεων: τοξικότητα, τοξίνες
Γιατί μια λέξη που σημαίνει «δηλητηριώδης» κρύβει μέσα της το τόξο; Επειδή οι αρχαίοι πολεμιστές βουτούσαν τις μύτες των βελών τους σε δηλητηριώδεις ουσίες, ώστε το τραύμα να είναι πιο επικίνδυνο. Έτσι το «τοξικόν» κατέληξε να σημαίνει το ίδιο το δηλητήριο — και η λέξη πέρασε στα λατινικά και στα γαλλικά, για να ξαναγυρίσει τελικά στα ελληνικά.
6. ο τόπος 🗺️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τό-πος
Η λέξη τόπος έχει τρεις σημασίες:
-
Έκταση γης, τοποθεσία.
Οι γονείς του ζουν σ' έναν άγονο τόπο. -
Συγκεκριμένη περιοχή, πατρίδα.
Η αρχαία Αθήνα είναι ο τόπος που γεννήθηκε η δημοκρατία. -
Ο χώρος που καταλαμβάνει κάποιος ή κάτι.
Η βιβλιοθήκη πιάνει πολύ τόπο στο σπίτι.
Σύνθετα: ερημότοπος, τοπογράφος, τοπωνύμιο
Οικογένεια Λέξεων: τοπικός, τοπικιστής
Φράσεις:
- Δίνω τόπο στην οργή = συγκρατώ το θυμό μου
- Είναι εκτός τόπου και χρόνου = δεν αντιλαμβάνεται σωστά τα πράγματα
Παροιμία:
- Παπούτσια από τον τόπο σου κι ας είναι μπαλωμένα
7. ο τουρισμός ✈️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: του-ρι-σμός
Η λέξη τουρισμός έχει δύο σημασίες:
-
Προσωρινή μετακίνηση ανθρώπων από τον τόπο που μένουν σε κάποιον άλλον, για να ψυχαγωγηθούν και να επισκεφτούν διάφορα αξιοθέατα.
Ο τουρισμός φέρνει στη χώρα μας σημαντικό συνάλλαγμα. -
Ιδιωτικοί και κρατικοί φορείς που ασχολούνται με την προσέλκυση και εξυπηρέτηση ξένων και ντόπιων επισκεπτών.
Τα ταξιδιωτικά γραφεία συμβάλλουν στην ανάπτυξη του τουρισμού.
Σύνθετα: αγροτοτουρισμός, οικοτουρισμός
Οικογένεια Λέξεων: τουρίστας, τουριστικός
Φράσεις:
- Κοινωνικός τουρισμός = η βοήθεια του κράτους προς τις ασθενέστερες τάξεις για φτηνές ή δωρεάν διακοπές
8. τραβώ 🎣
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τρα-βώ (αόριστος: τράβηξα)
Η λέξη τραβώ έχει τρεις σημασίες:
-
Μεταβατικό: ασκώ δύναμη σε κάποιον ή κάτι, για να το μετακινήσω προς το μέρος μου.
Οι ψαράδες, όταν μαζεύουν τα δίχτυα, τα τραβούν με μεγάλη δύναμη. -
Μεταφορικά: υποφέρω, ταλαιπωρούμαι.
Ο παππούς μου τράβηξε πολλά κατά τη διάρκεια του πολέμου. -
Αμετάβατο: προχωρώ, πορεύομαι προς μια κατεύθυνση.
Τράβηξε στη συνέχεια για τα νησιά του Αιγαίου.
Συνώνυμα: σέρνω, έλκω (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: απωθώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: αποτραβώ, παρατραβώ
Φράσεις:
- Τραβώ το δρόμο μου = ακολουθώ τη δική μου πορεία
- Τραβάω το σκοινί = δεν υποχωρώ, είμαι αδιάλλακτος
- Τραβάει η ψυχή μου = επιθυμώ πολύ
- Τον τραβάει απ' τη μύτη = τον κάνει ό,τι θέλει
- Τραβώ τα μαλλιά μου = βρίσκομαι σε απόγνωση
9. τραγικός, -ή, -ό 🎭
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: τρα-γι-κός
Η λέξη τραγικός έχει δύο σημασίες:
-
Αυτός που έχει σχέση με την τραγωδία, τη δραματική ποίηση.
Ο Αισχύλος ήταν ένας από τους τρεις μεγαλύτερους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας. -
Κάτι δυσάρεστο που προκαλεί βαθιά λύπη.
Βρήκε τραγικό θάνατο σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
Συνώνυμα: κωμικοτραγικός
Αντίθετα: κωμικός
Οικογένεια Λέξεων: τραγικά (επίρρημα), τραγικότητα
Φράσεις:
- Τραγική ειρωνεία = η ασυμφωνία ανάμεσα σ' αυτό που περιμένει ο ήρωας να συμβεί και σε ό,τι τελικά θα συμβεί — κάτι που ο θεατής το έχει ήδη καταλάβει και αγωνιά
10. η τραγωδία 😢
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τρα-γω-δί-α
Η λέξη τραγωδία έχει δύο σημασίες:
-
Δραματικό έργο που προκαλεί λύπη, συγκίνηση και συμπάθεια στους θεατές.
Οι τραγωδίες του Σοφοκλή εξακολουθούν να συγκινούν την ανθρωπότητα. -
Μεταφορικά: τραγικό γεγονός, μεγάλο δυστύχημα.
Η απώλεια τόσων ανθρώπων καθημερινά στην άσφαλτο αποτελεί πραγματική τραγωδία.
Συνώνυμα: δράμα (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: κωμωδία (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: τραγωδοποιός
Ακούγεται απίστευτο, αλλά η λέξη «τραγωδία» σημαίνει κατά λέξη «το τραγούδι των τράγων»! Στις γιορτές του Διόνυσου οι τραγουδιστές του χορού ντύνονταν με δέρματα τράγων και χόρευαν. Από αυτά τα τραγούδια γεννήθηκε το αρχαίο θέατρο. Και πρόσεξε: το «τραγούδι» και η «τραγωδία» είναι αδέρφια!
Η τραγωδία γράφεται με ω, γιατί κρύβει μέσα της τη λέξη «ᾠδή» (τραγούδι) που είχε κι αυτή ω. Το ίδιο και η κωμωδία. Αλλά ο τραγικός γράφεται με ι, γιατί βγαίνει κατευθείαν από τον τράγο.
11. τραχύς, -ιά, -ύ 🪨
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: τρα-χύς
Η λέξη τραχύς έχει τρεις σημασίες:
-
Που δεν έχει ομαλή και λεία επιφάνεια.
Ο δρόμος για το μοναστήρι του χωριού είναι τραχύς και δύσκολος. -
Μεταφορικά για πρόσωπα: αυτός που είναι απότομος, αγροίκος.
Είναι ιδιαίτερα τραχύς στη συμπεριφορά του με τους άλλους. -
Σκληρός, άγριος, ανυπόφορος.
Στα ορεινά της πατρίδας μας ο χειμώνας είναι τραχύς και δύσκολος.
Συνώνυμα: βαρύς (για την τρίτη σημασία)
Αντίθετα: μαλακός (για την τρίτη σημασία) · τρυφερός, πράος, ήπιος (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: τραχεία, τραχύτητα, τραχύνω
12. το τρένο 🚆
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τρέ-νο
Η λέξη τρένο έχει μία σημασία:
- Μέσο μεταφοράς με βαγόνια που τα σέρνει μια μηχανή και κινείται πάνω σε σιδηροτροχιές· σιδηρόδρομος.
Προτίμησε να ταξιδέψει για την Αλεξανδρούπολη με το τρένο της γραμμής.
Συνώνυμα: αμαξοστοιχία
Φράσεις:
- Χάνω το τρένο = χάνω μια σημαντική ευκαιρία
- Κατεβαίνω από το τρένο = εγκαταλείπω μια προσπάθεια
13. τρέφω (και θρέφω) 🍲
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τρέ-φω (αόριστος: έθρεψα)
Η λέξη τρέφω έχει τρεις σημασίες:
-
Μεταβατικό: δίνω τροφή σε άνθρωπο ή σε ζώο.
Τρέφει στο σπίτι του με σπόρους δύο πουλάκια. -
Μεταβατικό: συντηρώ.
Καταφέρνει να τρέφει την οικογένειά του με τα χρήματα που κερδίζει. -
Μεταβατικό: διατηρώ κάτι μέσα μου.
Τρέφω ελπίδες ότι το πρόβλημα της ύδρευσης θα λυθεί σύντομα.
Συνώνυμα: διατρέφω, ταΐζω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: εκτρέφω, ανατρέφω, διατρέφω
Οικογένεια Λέξεων: θρέμμα, τροφή
Φράσεις:
- Τρέφω νιάτα = τεμπελιάζω
14. η τριβή 🔥
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τρι-βή
Η λέξη τριβή έχει δύο σημασίες:
-
Στη φυσική: η αντίσταση που συναντά ένα σώμα, όταν κινείται και βρίσκεται σε επαφή με ένα άλλο.
Στις επιφάνειες των οδοστρωμάτων που δεν είναι λείες έχουμε μεγαλύτερη τριβή, με αποτέλεσμα τα αυτοκίνητα να φρενάρουν με ασφάλεια. -
Μεταφορικά: η απόκτηση πείρας από μία μακροχρόνια και συστηματική απασχόληση.
Η τριβή με τα κλάσματα τον βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τον πολλαπλασιασμό και τη διαίρεση.
Συνώνυμα: εξοικείωση (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: εντριβή, συντριβή, διατριβή, προστριβή
Οικογένεια Λέξεων: τρίβω, τρίψιμο
Φράσεις:
- Σημείο τριβής = θέμα για το οποίο υπάρχει αντιπαράθεση και αδυναμία συμφωνίας
15. τρομάζω 😱
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τρο-μά-ζω (αόριστος: τρόμαξα)
Η λέξη τρομάζω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: προκαλώ ξαφνικό ή έντονο φόβο σε κάποιον.
Η ξαφνική βροντή τρόμαξε τους βοσκούς και το κοπάδι. -
Αμετάβατο: κυριεύομαι ξαφνικά από έντονο φόβο, πανικοβάλλομαι.
Τρόμαξα πολύ, όταν τον είδα μπροστά μου σε τόσο άσχημη κατάσταση.
Συνώνυμα: φοβίζω (για την πρώτη σημασία) · φοβάμαι (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: τρόμαγμα, τρομακτικός
Φράσεις:
- Τρόμαξα να… = δυσκολεύτηκα πολύ να…
16. το τρόπαιο 🏆
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τρό-παι-ο
Η λέξη τρόπαιο έχει δύο σημασίες:
-
Πρόχειρο μνημείο νίκης, που στηνόταν στο πεδίο της μάχης κατά την αρχαιότητα.
Οι Έλληνες το 490 π.Χ. ύψωσαν στο Μαραθώνα τρόπαιο νίκης. -
Σύμβολο ή σημείο νίκης.
Υπάρχουν πολλά τρόπαια από τους αγώνες του έθνους στο Πολεμικό Μουσείο της Αθήνας.
Σύνθετα: τροπαιοφόρος, τροπαιούχος
Φράσεις:
- Ουκ εά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον = δε με αφήνει να κοιμηθώ η νίκη του Μιλτιάδη
Το κύπελλο που σηκώνει σήμερα μια ομάδα λέγεται «τρόπαιο», και η λέξη έχει ιστορία 2.500 χρόνων. Οι αρχαίοι Έλληνες, μόλις κέρδιζαν μια μάχη, έστηναν στο σημείο της νίκης έναν κορμό δέντρου και του κρεμούσαν πάνω τα όπλα των ηττημένων. Αυτό ήταν το πρώτο τρόπαιο. Και η φράση για τον Μιλτιάδη ανήκει στον Θεμιστοκλή: ζήλευε τόσο πολύ τη νίκη του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα, που έλεγε ότι δεν τον άφηνε να κοιμηθεί!
17. τροχαίος, -α, -ο 🚦
Είδος: Επίθετο (για άψυχα)
Συλλαβές: τρο-χαί-ος
Η λέξη τροχαίος έχει δύο σημασίες:
-
Που έχει σχέση με τα τροχοφόρα οχήματα και την κίνησή τους.
Κάθε χρόνο έχουμε, δυστυχώς, πολλά τροχαία ατυχήματα. -
Στο θηλυκό, ως ουσιαστικό: η υπηρεσία της αστυνομίας που ελέγχει και ρυθμίζει την κίνηση των οχημάτων.
Η Τροχαία διέκοψε την κυκλοφορία, για να πραγματοποιηθεί η μαθητική παρέλαση της 25ης Μαρτίου.
Οικογένεια Λέξεων: τροχός, τροχιά
Δύο λέξεις πολύ κοντινές, αλλά όχι ίδιες:
- το τροχαίο (ουδέτερο) = το ατύχημα με αυτοκίνητα
- η Τροχαία (θηλυκό, με κεφαλαίο Τ) = η υπηρεσία της αστυνομίας
Άρα η Τροχαία έρχεται στο τροχαίο — και όχι το ανάποδο!
18. τρυφερός, -ή, -ό 🤗
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: τρυ-φε-ρός
Η λέξη τρυφερός έχει δύο σημασίες:
-
Απαλός, μαλακός.
Το δέρμα του προσώπου του ήταν πολύ τρυφερό. -
Μεταφορικά: ευαίσθητος, στοργικός, συναισθηματικός.
Οι γονείς έχουν πάντοτε έναν τρυφερό λόγο για τα παιδιά τους.
Συνώνυμα: αβρός (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: σκληρός (και για τις δύο σημασίες) · αναίσθητος (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: τρυφερά (επίρρημα), τρυφερότητα, τρυφεράδα
19. τρώγω (τρώω) 🍎
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τρώ-γω (αόριστος: έφαγα)
Η λέξη τρώγω έχει τρεις σημασίες:
-
Μεταβατικό: μασώ και καταπίνω τροφή.
Του αρέσει να τρώει πολλά φρούτα. -
Μεταβατικό: ξοδεύω, δαπανώ κάτι.
Έφαγε όλη την περιουσία του μέσα σ' ένα χρόνο. -
Μεταβατικό: παίρνω κάτι που δε μου ανήκει με δόλο.
Τον κορόιδεψε και του έφαγε τα λεφτά.
Σύνθετα: κατατρώγω
Οικογένεια Λέξεων: τρωκτικό
Φράσεις:
- Τρώγομαι με τα ρούχα μου = διαμαρτύρομαι συνέχεια, γκρινιάζω
- Τρώγονται σαν τα σκυλιά = μαλώνουν συνεχώς
- Έφαγα τον κόσμο = έψαξα παντού
- Τρώγονται σαν το σκύλο με τη γάτα = μαλώνουν συνέχεια
- Έφαγε τα ψωμιά του = είναι μεγάλος στην ηλικία
Παροιμίες:
- Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρων οι κότες
- Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό
- Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη
Πρόσεξε κάτι παράξενο: λέμε «τρώω», αλλά ο αόριστος είναι «έφαγα» — πού πήγε το τ; Το ρήμα φτιάχτηκε από δύο διαφορετικά αρχαία ρήματα που ενώθηκαν σε ένα, γι' αυτό ο αόριστος δε μοιάζει καθόλου με τον ενεστώτα. Το ίδιο συμβαίνει και αλλού: «βλέπω» — «είδα», «λέω» — «είπα». Μην ψάχνεις λοιπόν «έτρωξα»: δεν υπάρχει!
20. τρωτός, -ή, -ό 🎯
Είδος: Επίθετο (για έμψυχα και άψυχα)
Συλλαβές: τρω-τός
Η λέξη τρωτός έχει δύο σημασίες:
-
Αυτός που είναι δυνατόν να πληγωθεί.
Το μόνο τρωτό σημείο του Αχιλλέα ήταν η φτέρνα του. -
Μεταφορικά: αυτός που προσβάλλεται εύκολα, ο ευπρόσβλητος.
Τα παιδιά είναι τρωτά στα διάφορα γλυκίσματα.
Συνώνυμα: ευπαθής (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: άτρωτος (και για τις δύο σημασίες) · απρόσβλητος (για τη δεύτερη)
Φράσεις:
- Τρωτό σημείο = το αδύνατο σημείο
Λέει ο μύθος πως η μητέρα του Αχιλλέα, η Θέτιδα, τον βούτηξε μωρό στο ποτάμι Στύγα για να γίνει άτρωτος. Τον κρατούσε όμως από τη φτέρνα — κι εκείνο το σημείο δε βράχηκε ποτέ. Εκεί ακριβώς τον βρήκε αργότερα το βέλος που τον σκότωσε. Γι' αυτό μέχρι σήμερα λέμε «αχίλλειος πτέρνα» για το αδύνατο σημείο του καθενός.
21. ο τσιγκούνης 🪙
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τσι-γκού-νης
Η λέξη τσιγκούνης έχει μία σημασία:
- Αυτός που έχει μανία να συγκεντρώνει υλικά αγαθά, χωρίς να ξοδεύει τίποτα.
Είναι τόσο τσιγκούνης, που δεν αγοράζει εφημερίδα, αλλά μαζεύει τις διαβασμένες που υπάρχουν στο πάρκο.
Συνώνυμα: φιλάργυρος, σπαγκοραμμένος, παραδόπιστος, εξηνταβελόνης, σφιχτοχέρης
Αντίθετα: γενναιόδωρος, ανοιχτοχέρης
Σύνθετα: αρχιτσιγκούνης
Οικογένεια Λέξεων: τσιγκουνιά, τσιγκούνικος, τσιγκουνεύομαι
22. ο τύπος 📰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τύ-πος
Η λέξη τύπος έχει τέσσερις σημασίες:
-
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου ή μιας ομάδας ανθρώπων ή πραγμάτων.
Είναι ένας ευχάριστος τύπος, γι' αυτό όλοι επιδιώκουν την παρέα του. -
Το σύνολο των εφημερίδων και των περιοδικών, καθώς και το δημοσιογραφικό επάγγελμα.
Αυτή η είδηση δημοσιεύτηκε σε ολόκληρο τον ημερήσιο Τύπο. -
Η παράσταση που παρουσιάζει τις σχέσεις μεταξύ αριθμών, φυσικών στοιχείων και χημικών ενώσεων.
Ο μαθηματικός τύπος για το εμβαδόν του ορθογωνίου είναι β·υ (= βάση επί ύψος). -
Στη γραμματική: καθεμιά από τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να πάρει μια λέξη.
Ο συνηρημένος τύπος του ρήματος «τιμάω» είναι «τιμώ».
Σύνθετα: τυπογραφία, τυπολατρία, τυποποίηση, άτυπος, έντυπος, πρότυπος, παράτυπος, τηλέτυπο
Οικογένεια Λέξεων: τυπώνω, (εκ)τυπωτής, τύπωμα, τυπικός, τυπικά (επίρρημα), τυπικότητα
Φράσεις:
- Τύπος και υπογραμμός = για υποδειγματική συμπεριφορά
- Για τους τύπους = τυπικά και όχι ουσιαστικά
- Ηλεκτρονικός τύπος = το ραδιόφωνο και η τηλεόραση
23. η τυραννία 👑
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τυ-ραν-νί-α
Η λέξη τυραννία έχει δύο σημασίες:
-
Η εξουσία του τυράννου, η αυθαίρετη και καταπιεστική διακυβέρνηση.
Ο λαός της Αθήνας αγωνίστηκε σκληρά εναντίον της τυραννίας του Πεισίστρατου. -
Μεταφορικά: καταναγκασμός, καταπίεση, ταλαιπωρία.
Πέρασε μια ζωή γεμάτη τυραννίες και βάσανα.
Συνώνυμα: παίδεμα, μαρτύριο (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: τυραννώ, τύραννος, τυραννίδα, τυραννίσκος, τυράννισμα
24. η τύψη 😔
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τύ-ψη
Η λέξη τύψη έχει μία σημασία:
- Το δυσάρεστο συναίσθημα που δημιουργείται, όταν κάποιος νιώθει ένοχος για κάτι.
Ένιωθε τύψεις, επειδή δεν μπόρεσε να βοηθήσει οικονομικά το φίλο του.
Η «τύψη» και ο «τύπος» είναι αδέρφια: και οι δύο βγαίνουν από το αρχαίο «τύπτω», που σημαίνει χτυπώ. Ο τύπος είναι το σημάδι που αφήνει το χτύπημα απ' έξω — γι' αυτό λέγεται έτσι και το καλούπι, και η τυπογραφία, όπου τα γράμματα χτυπούν το χαρτί και αφήνουν το αποτύπωμά τους. Η τύψη είναι το χτύπημα που νιώθεις από μέσα, στην καρδιά σου, όταν έχεις κάνει κάτι λάθος. Γι' αυτό λέμε και «τύψεις συνειδήσεως».