Οι λέξεις μας με Τ: Μέρος 1ο 🏰
Το γράμμα Τ μάς φέρνει είκοσι τέσσερις λέξεις: από το ταξίδι και την τάξη μέχρι τα τείχη των αρχαίων πόλεων και τους τοίχους του σχολείου μας.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
1. ταιριάζω 🧩
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ται-ριά-ζω (αόριστος: ταίριασα)
Η λέξη ταιριάζω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικά: δημιουργώ ένα αρμονικό σύνολο από ανόμοια πράγματα.
Αγόρασα ένα κόκκινο μπλουζάκι, για να το ταιριάσω με την μπλε φούστα. -
Αμετάβατα, στο τρίτο πρόσωπο: είναι σωστό, αρμόζει.
Στους ηλικιωμένους ταιριάζει να μιλάμε πάντα με σεβασμό.
Συνώνυμα: συνταιριάζω, συνδυάζω (για την πρώτη σημασία) · πρέπει (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: ταίριασμα, ταιριασμένος, ταιριαστός
Φράσεις:
- Ταιριάζουν τα χνώτα μας = συμφωνούμε
- Τα ταιριάξαμε = τα συμφωνήσαμε
2. τακτικός, -ή, -ό 📋
Είδος: Επίθετο (λέγεται και ταχτικός)
Συλλαβές: τα-κτι-κός
Η λέξη τακτικός έχει τρεις σημασίες:
-
Αυτός που γίνεται με ορισμένη τάξη και σε ορισμένο χρόνο.
Τα πλοία κάνουν τακτικά δρομολόγια από τον Πειραιά για την Κρήτη. -
Ακριβής, συνεπής, μεθοδικός.
Είναι πάντοτε τακτικός και επιμελής μαθητής. -
Αυτός που έχει μόνιμη θέση.
Είναι τακτικός υπάλληλος του Ταχυδρομείου.
Αντίθετα: άτακτος (για την πρώτη σημασία) · προσωρινός, έκτακτος (για την τρίτη)
Οικογένεια Λέξεων: τακτική, τακτικά (επίρρημα), τακτικότητα
Φράσεις:
- Τακτικά αριθμητικά = φανερώνουν τη σειρά που κατέχει κάποιος
- Τακτικός στρατός = ο μόνιμος και οργανωμένος στρατός
3. ταλαιπωρώ 😓
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τα-λαι-πω-ρώ (αόριστος: ταλαιπώρησα)
Η λέξη ταλαιπωρώ έχει μία σημασία:
- Μεταβατικά: κάνω κάποιον να υποφέρει σωματικά ή ψυχικά.
Αυτό το ζήτημα ταλαιπώρησε ολόκληρη την οικογένεια.
Συνώνυμα: βασανίζω, τυραννώ
Σύνθετα: καταταλαιπωρώ
Οικογένεια Λέξεων: ταλαίπωρος, ταλαιπωρία
Η λέξη ταλαιπωρώ κρύβει δύο παγίδες μαζί: γράφεται με αι στη δεύτερη συλλαβή και με ω (ωμέγα) στην τρίτη. Τα ίδια γράμματα μένουν σε όλη την οικογένεια: ταλαιπωρία, ταλαίπωρος.
4. το ταμείο 💰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τα-μεί-ο
Η λέξη ταμείο έχει τρεις σημασίες:
-
Η αρμόδια υπηρεσία για την είσπραξη και την πληρωμή χρημάτων.
Το Δημόσιο Ταμείο εισπράττει τα δημόσια έσοδα και πληρώνει τα δημόσια έξοδα. -
Γραφείο όπου γίνονται εισπράξεις και πληρωμές από τον ταμία.
Το ταμείο του θεάτρου ανοίγει δύο ώρες, προτού να αρχίσει η παράσταση. -
Χρηματοκιβώτιο.
Το κεντρικό ταμείο της Τράπεζας ανοίγει και κλειδώνει με συγκεκριμένο κωδικό.
Οικογένεια Λέξεων: ταμίας, ταμειακός, ταμιευτήριο
Φράσεις:
- Σπάει ταμεία = έχει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία
- Κλείνω ταμείο = κάνω απολογισμό εισόδων και εξόδων
5. η τάξη 🎒
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τά-ξη
Η λέξη τάξη έχει τέσσερις σημασίες:
-
Η τακτοποίηση των πραγμάτων στη σωστή θέση.
Έχει πάντοτε μεγάλη τάξη στο δωμάτιό του. -
Το σύνολο των μαθητών που παρακολουθούν τα μαθήματα που αντιστοιχούν σε ένα σχολικό έτος.
Η Τρίτη τάξη πήγε σήμερα εκδρομή. -
Η αίθουσα διδασκαλίας.
Η τάξη μας είναι μεγάλη και φωτεινή. -
Κάθε σύνολο ανθρώπων με ίδια κοινωνική και οικονομική κατάσταση ή κοινό επάγγελμα.
Στην αρχαία Σπάρτη υπήρχε η τάξη των ειλώτων.
Συνώνυμα: διάταξη, τοποθέτηση
Αντίθετα: αταξία, ακαταστασία (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ένταξη, παράταξη, σύνταξη
Οικογένεια Λέξεων: ταξικός
Φράσεις:
- Πρῶτος τῇ τάξει = ο ανώτερος στην ιεραρχία
- Πρώτης τάξεως = εκλεκτός
6. το ταξίδι ✈️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τα-ξί-δι
Η λέξη ταξίδι έχει μία σημασία:
- Η μετακίνηση από έναν τόπο σε κάποιον άλλο με μεταφορικό μέσο.
Μόλις επέστρεψε από ένα ταξίδι, που είχε κάνει στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου.
Σύνθετα: καλοτάξιδος
Οικογένεια Λέξεων: ταξιδεύω, ταξιδευτής, ταξιδιάρης, ταξιδιάρικος, ταξιδιώτης, ταξιδιωτικός
Φράσεις:
- Ταξίδι του μέλιτος = το γαμήλιο ταξίδι που κάνουν οι νεόνυμφοι
- Ταξίδι αστραπή = πολύ σύντομο
Η «τάξη» και το «ταξίδι» είναι συγγενείς! Το ταξίδι ξεκίνησε ως «ταξίδιον», δηλαδή μια μικρή εκστρατεία, όπου ο στρατός βάδιζε σε τάξη. Με τα χρόνια ξέχασε τον στρατό και κράτησε μόνο το πήγαινε-έλα.
7. ταπεινός, -ή, -ό 🙇
Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: τα-πει-νός
Η λέξη ταπεινός έχει μία σημασία:
- Αυτός που δεν είναι αλαζόνας, ο σεμνός.
Στη ζωή του παρέμεινε ταπεινός άνθρωπος, παρά τις μεγάλες επιτυχίες που γνώρισε.
Συνώνυμα: μετριόφρονας
Σύνθετα: ταπεινοφροσύνη
Οικογένεια Λέξεων: ταπεινά (επίρρημα), ταπεινότητα
Φράσεις:
- Κατά την ταπεινή μου γνώμη = κατά την προσωπική μου άποψη
8. η τάση 🔌
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τά-ση
Η λέξη τάση έχει δύο σημασίες:
-
Η προτίμηση κάποιου για κάτι που το επιθυμεί ή τον ευχαριστεί, η ιδιαίτερη κλίση.
Ο φίλος μου έχει την τάση να διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα. -
Στη φυσική: η διαφορά δυναμικού στα άκρα ενός αγωγού που είναι η αιτία του ηλεκτρικού ρεύματος στον αγωγό.
Τα καλώδια της Δ.Ε.Η. έχουν ηλεκτρικό ρεύμα υψηλής τάσης.
Οικογένεια Λέξεων: τείνω
9. η ταυτότητα 🪪
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ταυ-τό-τη-τα
Η λέξη ταυτότητα έχει τρεις σημασίες:
-
Απόλυτη συμφωνία ή ομοιότητα.
Υπάρχει ταυτότητα απόψεων για την ανάγκη να προστατεύσουμε το περιβάλλον. -
Τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν ένα άτομο, ένα λαό ή έναν πολιτισμό από κάποιον άλλο.
Οι παραδόσεις αποτελούν ένα σημαντικό στοιχείο της νεοελληνικής μας ταυτότητας. -
Επίσημο δελτίο με τη φωτογραφία και τα ατομικά στοιχεία του κατόχου του.
Η φοιτητική ταυτότητα βεβαιώνει ότι ο κάτοχός της είναι φοιτητής.
Συνώνυμα: σύμπτωση (για την πρώτη σημασία) · φυσιογνωμία (για τη δεύτερη)
Φράσεις:
- Μαθηματική ταυτότητα = η ισότητα ανάμεσα σε δύο αλγεβρικές παραστάσεις
10. η ταχύτητα 🏎️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τα-χύ-τη-τα
Η λέξη ταχύτητα έχει δύο σημασίες:
-
Το να κινείται, να παράγει κάτι ή να ενεργεί κανείς με γρήγορο τρόπο.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας γίνεται κατά τα τελευταία χρόνια με μεγάλη ταχύτητα. -
Στη φυσική: το διάστημα που διανύεται από κινητό σώμα σε ορισμένη χρονική μονάδα.
Στις εθνικές οδούς υπάρχει ανώτατο όριο ταχύτητας για όλα τα αυτοκίνητα.
Συνώνυμα: γρηγοράδα (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ταχύς, ταχέως (επίρρημα)
Φράσεις:
- Κεκτημένη ταχύτητα = για κάτι που γίνεται αυθόρμητα και χωρίς σκέψη
- Με την ταχύτητα του φωτός = πολύ γρήγορα
11. τείνω 🤝
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τεί-νω (παρατατικός: έτεινα)
Η λέξη τείνω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικά: τεντώνω, απλώνω.
Μου έτεινε το χέρι και ζήτησε την υποστήριξή μου. -
Μεταβατικά: αποβλέπω, αποσκοπώ σε κάτι.
Όλα τα μέτρα της Τροχαίας τείνουν στον περιορισμό των ατυχημάτων.
Συνώνυμα: προβάλλω (για την πρώτη σημασία) · κατατείνω (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: εκτείνω, εντείνω, παρατείνω, προτείνω
Οικογένεια Λέξεων: τάση
12. το τείχος 🏰
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τεί-χος
Η λέξη τείχος έχει δύο σημασίες:
-
Ψηλό αμυντικό οχύρωμα γύρω από μια πόλη ή περιοχή.
Τα τείχη των πόλεων κτίζονταν, για να τις προφυλάσσουν από τις επιδρομές. -
Οτιδήποτε εμποδίζει, προστατεύει, απομακρύνει.
Οι αμυντικοί παίχτες δημιουργούν ένα πραγματικό τείχος, όταν επιτίθενται οι αντίπαλοι.
Σύνθετα: τειχοποιία
Οικογένεια Λέξεων: τειχίζω, τείχιση, τείχισμα
Φράσεις:
- Εντός / εκτός των τειχών = μέσα ή έξω από μια οργανωμένη ομάδα ανθρώπων
- Το τείχος του Βερολίνου = το τείχος που χώριζε το ανατολικό από το δυτικό Βερολίνο από το 1961 έως το 1989
Τρεις λέξεις που ακούγονται σχεδόν ίδιες, αλλά γράφονται αλλιώς και σημαίνουν άλλα πράγματα:
- τα τείχη (με ει) = τα μεγάλα οχυρώματα γύρω από μια πόλη
- οι τοίχοι (με οι) = οι τοίχοι ενός σπιτιού ή ενός δωματίου
- η τύχη (με υ) = αυτό που μας φέρνει η μοίρα
Θυμήσου το εύκολα: τα τειχη έχουν πληθυντικό σε -η, οι τοίχοι πληθυντικό σε -οι.
13. το τεκμήριο 🔍
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τεκ-μή-ρι-ο
Η λέξη τεκμήριο έχει μία σημασία:
- Αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο μπορεί να στηριχτεί κανείς για την εξαγωγή συμπερασμάτων.
Η καλή συμπεριφορά που έδειξε μέχρι τώρα δεν αποτελεί υποχρεωτικά τεκμήριο αθωότητας.
Συνώνυμα: πειστήριο
Οικογένεια Λέξεων: τεκμηριώνω, τεκμηρίωση
Φράσεις:
- Κατά τεκμήριο = όπως αποδεικνύεται από γνωστά στοιχεία
14. το τέκνο 👶
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τέκ-νο
Η λέξη τέκνο έχει τρεις σημασίες:
-
Το παιδί.
Αυτό είναι το τέταρτο τέκνο της οικογένειας. -
Ο απόγονος.
Οι Δωριείς θεωρούνται τέκνα του Ηρακλή. -
Αυτός που κατάγεται από κάποια χώρα ή περιοχή.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι γνήσιο τέκνο της Κρήτης.
Συνώνυμα: γόνος, γιος, κόρη (για την πρώτη σημασία) · γέννημα (για την τρίτη)
Σύνθετα: τεκνοποίηση, πολύτεκνος
Φράσεις:
- Καὶ σύ, τέκνον Βροῦτε; = όταν δέχεται κανείς πλήγμα από πρόσωπο της εμπιστοσύνης του
Η φράση λέγεται πως ήταν τα τελευταία λόγια του Ρωμαίου ηγέτη Ιουλίου Καίσαρα. Όταν τον χτύπησαν οι εχθροί του, είδε ανάμεσά τους και τον Βρούτο, έναν άνθρωπο που τον αγαπούσε σαν παιδί του. Από τότε τη λέμε όταν μας προδίδει κάποιος που εμπιστευόμασταν.
15. η τελετή 🎆
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τε-λε-τή
Η λέξη τελετή έχει δύο σημασίες:
-
Επίσημος πολιτικός, στρατιωτικός ή θρησκευτικός εορτασμός, με πανηγυρικό συνήθως χαρακτήρα.
Η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004 έγινε με μεγάλη επιτυχία. -
Η τέλεση θρησκευτικού μυστηρίου ή άλλης ιερής ακολουθίας.
Στις 6 Ιανουαρίου κάθε έτους γίνεται η τελετή αγιασμού των υδάτων.
Συνώνυμα: ιεροτελεστία (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: τελετουργία, τελετάρχης
Οικογένεια Λέξεων: τελώ, τέλεση
16. το τέρας 🐉
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τέ-ρας
Η λέξη τέρας έχει τέσσερις σημασίες:
-
Κάθε πλάσμα που δεν έχει φυσιολογική διάπλαση.
Η κατσίκα γέννησε ένα τέρας με δυο κεφάλια. -
Φανταστικό και τρομακτικό δημιούργημα.
Οι Στυμφαλίδες Όρνιθες ήταν μυθολογικά τέρατα. -
Μεταφορικά: άνθρωπος με ανάρμοστη συμπεριφορά.
Ο τρόπος που συμπεριφέρεται στους δικούς του δείχνει πως πρόκειται για ένα πραγματικό τέρας. -
Καθετί που εμφανίζεται ως κάτι το ιδιαίτερο και ασυνήθιστο.
Ξέρει τόσα πολλά ώστε αποτελεί ένα πραγματικό τέρας γνώσεων.
Συνώνυμα: έκτρωμα (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: τερατούργημα, τερατόμορφος
Οικογένεια Λέξεων: τεράστιος, τερατώδης
Φράσεις:
- Σημεία και τέρατα = γεγονότα ή έργα που μας αφήνουν άναυδους
Πρόσεξε τη λέξη «τεράστιος». Είναι πρώτη ξαδέρφη του «τέρατος»! Στην αρχή σήμαινε «τερατώδης, τρομακτικός», και σιγά σιγά κράτησε μόνο το μέγεθος. Γι' αυτό σήμερα λέμε «τεράστιο παγωτό» χωρίς να τρομάζουμε καθόλου.
17. η τέχνη 🎨
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τέ-χνη
Η λέξη τέχνη έχει τρεις σημασίες:
-
Κάθε δημιούργημα που εκφράζει το συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου και προκαλεί αισθητική απόλαυση.
Ο Παρθενώνας αποτελεί ένα αξεπέραστο έργο τέχνης. -
Η ιδιαίτερη ικανότητα στην εκτέλεση έργου.
Η καλή μαγειρική χρειάζεται τέχνη και φαντασία. -
Όλα όσα είναι απαραίτητα για την άσκηση ενός χειρωνακτικού επαγγέλματος.
Έμαθε από μικρός την τέχνη του μαραγκού.
Συνώνυμα: μαστοριά (για τη δεύτερη και την τρίτη σημασία)
Σύνθετα: τεχνοτροπία, τεχνογνωσία, τεχνοκριτικός, τεχνοκράτης, τεχνολογία, άτεχνος, περίτεχνος, λογοτεχνία
Οικογένεια Λέξεων: τέχνασμα, τεχνητός, τεχνικός, τεχνική (η), τεχνηέντως (επίρρημα), τεχνητά (επίρρημα), τεχνικά (επίρρημα)
Φράσεις:
- Καλές τέχνες = αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική, ποίηση, μουσική, χορός
- Η έβδομη τέχνη = ο κινηματογράφος
Παροιμία:
- Μάθε τέχνη κι άστηνε, κι αν πεινάσεις πιάστηνε
Η τέχνη γράφεται με χ, και το κρατάει σε όλη την οικογένειά της: τεχνίτης, τεχνικός, τεχνολογία, λογοτεχνία, τέχνασμα. Πρόσεξε επίσης το -η στο τέλος: τέχνη, όχι τέχνι.
18. η τεχνολογία 💻
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τε-χνο-λο-γί-α
Η λέξη τεχνολογία έχει τρεις σημασίες:
-
Η εφαρμογή των τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων στη βιομηχανία και το εμπόριο.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας τροφίμων κατά τον 20ό αιώνα άλλαξε τις συνήθειες διατροφής. -
Οι κατακτήσεις του ανθρώπου στον τεχνικό τομέα.
Τα αυτοκίνητα της τελευταίας δεκαετίας ξεχωρίζουν για την υψηλή τεχνολογία τους. -
Στη γραμματική: η γραμματική αναγνώριση των λέξεων ενός κειμένου.
Η τεχνολογία των λέξεων ήταν παλιότερα πολύ συνηθισμένη άσκηση.
Οικογένεια Λέξεων: τεχνολογώ, τεχνολόγος, τεχνολογικός
19. η τηλεόραση 📺
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τη-λε-ό-ρα-ση
Η λέξη τηλεόραση έχει δύο σημασίες:
-
Η μετάδοση σε μακρινή απόσταση εικόνας και ήχου με τη βοήθεια ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων.
Η ελληνική τηλεόραση μεταδίδει πολλές φορές προγράμματα με εκπαιδευτικό περιεχόμενο. -
Συσκευή για τη λήψη προγραμμάτων, δέκτης.
Αγοράσαμε πρόσφατα μια έγχρωμη φορητή τηλεόραση.
Συνώνυμα: τηλεοπτικός δέκτης (για τη δεύτερη σημασία)
Το αρχαίο «τῆλε» κρύβεται σε ένα σωρό λέξεις που ξέρεις: τηλέφωνο (φωνή από μακριά), τηλεσκόπιο (βλέπω μακριά), τηλεχειριστήριο (χειρίζομαι από μακριά), τηλεπικοινωνίες. Όταν βλέπεις μια λέξη να αρχίζει με τηλε-, κάτι γίνεται από απόσταση!
20. τίθεμαι 📍
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τί-θε-μαι (παθητικός αόριστος: τέθηκα)
Η λέξη τίθεμαι έχει μία σημασία:
- Αμετάβατα: τοποθετούμαι, παίρνω θέση.
Ο υποδιευθυντής του σχολείου τέθηκε υπεύθυνος των σχολικών εκδρομών.
Οικογένεια Λέξεων: θετός, θέση, θέμα, θεσμός, θήκη
Φράσεις:
- Τίθεμαι επικεφαλής = προπορεύομαι, αναλαμβάνω τη διεύθυνση
- Τίθεμαι επί ποδός = κινητοποιούμαι
- Τίθεμαι προ των ευθυνών μου = καλούμαι να αναλάβω τις ευθύνες μου
- Δεν τίθεται θέμα = δεν υπάρχει πρόβλημα
21. η τιμή 🏷️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τι-μή
Η λέξη τιμή έχει δύο σημασίες:
-
Η αξία ενός πράγματος ή μιας υπηρεσίας, συνήθως σε χρήματα.
Τα καταστήματα έχουν χαμηλότερες τιμές στα προϊόντα τους κατά την περίοδο των εκπτώσεων. -
Η καλή φήμη, η κοινωνική εκτίμηση.
Δεν επιτρέπω σε κανέναν να προσβάλλει την προσωπική μου τιμή.
Σύνθετα: τιμάριθμος, τιμοκατάλογος, τιμολόγιο, ισότιμος, επίτιμος, αντίτιμο
Οικογένεια Λέξεων: τίμιος, τιμιότητα, τίμημα, τιμητικός, τίμια (επίρρημα), τιμητικά (επίρρημα)
Φράσεις:
- Τιμής ένεκεν = σε ένδειξη σεβασμού
- Λόγω τιμής = στο λόγο μου
Παροιμία:
- Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει
«Η τιμή τιμή δεν έχει»: η πρώτη «τιμή» είναι η καλή φήμη, η αξιοπρέπεια. Η δεύτερη «τιμή» είναι τα χρήματα. Δηλαδή: η αξιοπρέπεια δεν αγοράζεται ούτε πουλιέται — και τυχερός όποιος την έχει!
22. τιμώ 🎖️
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: τι-μώ (αόριστος: τίμησα)
Η λέξη τιμώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικά: εκδηλώνω το σεβασμό μου σε κάποιον, απονέμω τιμή σε κάποιον.
Στις 25 Νοεμβρίου τιμούμε τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. -
Στη μέση φωνή και στο τρίτο πρόσωπο: κοστίζει.
Αυτός ο ζωγραφικός πίνακας τιμάται πεντακόσια ευρώ.
Συνώνυμα: σέβομαι (για την πρώτη σημασία) · στοιχίζω (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: αποτιμώ, εκτιμώ, επιτιμώ, προτιμώ, υποτιμώ
Φράσεις:
- Τιμώ την υπόσχεσή μου = κρατώ το λόγο μου
- Τιμά με την παρουσία του = παρευρίσκεται ως επίσημο πρόσωπο
23. το τμήμα ✂️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τμή-μα
Η λέξη τμήμα έχει δύο σημασίες:
-
Κομμάτι, μέρος ενός συνόλου.
Η Τετάρτη τάξη του σχολείου μας αποτελείται από δύο τμήματα. -
Στα μαθηματικά: το μέρος μιας ευθείας ή μιας επιφάνειας.
Τμήμα κύκλου είναι το μέρος της επιφάνειας του κύκλου που περιλαμβάνεται ανάμεσα σε ένα τόξο και στην αντίστοιχη χορδή.
Συνώνυμα: τεμάχιο, τομέας (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: τμηματάρχης
Οικογένεια Λέξεων: τμηματικός, τμηματικά (επίρρημα)
24. ο τοίχος 🧱
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: τοί-χος
Η λέξη τοίχος έχει μία σημασία:
- Κτίσμα από πέτρες, τούβλα ή άλλο υλικό, για να διαχωριστεί ή να περιφραχτεί ένας χώρος.
Έβαψαν τους τοίχους του σχολείου με ζωηρά χαρούμενα χρώματα.
Σύνθετα: τοιχοκόλληση, μαντρότοιχος, τοιχογραφία, μεσοτοιχία, τοιχοποιία
Φράσεις:
- Χτυπώ το κεφάλι μου στον τοίχο = μετανιώνω για κάτι που έκανα
- Και οι τοίχοι έχουν αυτιά = μίλα χαμηλόφωνα, γιατί κάποιος μπορεί να μας ακούσει
- Κολλάω κάποιον στον τοίχο = αποστομώνω κάποιον
Ξανά η ίδια παγίδα, από την ανάποδη μεριά:
- οι τοίχοι = οι τοίχοι του σπιτιού σου, με οι
- τα τείχη = τα οχυρώματα της πόλης, με ει
- η τύχη = η μοίρα, με υ
Ένα κόλπο: ο τοίχος έχει οι και όλη του η οικογένεια το κρατάει — τοιχογραφία, τοιχοκόλληση, μαντρότοιχος.