Οι λέξεις μας με Σ — Μέρος 3ο 🤝
Είκοσι έξι λέξεις που ξεκινούν σχεδόν όλες με το ίδιο μικρό κομματάκι: συν-, που σημαίνει «μαζί». Μαζεύουμε πράγματα, μαζεύουμε ανθρώπους, μαζεύουμε σκέψεις — και φτάνουμε ως τη σφαίρα, το σχήμα και το σώμα μας.
Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.
Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!
Δεκαεννιά από τις είκοσι έξι λέξεις μας αρχίζουν με συν-, μια αρχαία λέξη που σημαίνει «μαζί». Πρόσεξε όμως το μαγικό: το ν αλλάζει ρούχα ανάλογα με το γράμμα που ακολουθεί! Πριν από λ γίνεται λ (συλλογή), πριν από μ, π, β γίνεται μ (συμμαχία, συμπληρώνω, συμβόλαιο), και αλλού μένει ν (συνάντηση). Αν το θυμάσαι αυτό, μαθαίνεις μονομιάς πώς γράφονται δεκάδες λέξεις!
1. η συλλογή 🗂️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συλ-λο-γή
Η λέξη συλλογή έχει τρεις σημασίες:
-
Συγκέντρωση πραγμάτων, μάζεμα.
Η συλλογή των καρπών της γης είναι κοπιαστική. -
Ομοειδή αντικείμενα που έχουν συγκεντρωθεί.
Κάποιοι άνθρωποι κάνουν συλλογή γραμματοσήμων. -
Μεταφορικά: το να βυθίζεται κάποιος σε σκέψεις.
Έπεσε σε βαθιά συλλογή, μόλις πληροφορήθηκε τα δυσάρεστα νέα για την υγεία του φίλου του.
Συνώνυμα: σύναξη (για την πρώτη σημασία) · συλλογισμός, περίσκεψη, περισυλλογή (για την τρίτη)
Οικογένεια Λέξεων: συλλέγω, σύλλογος, συλλέκτης
Γράφουμε συλλογή με δύο λ, γιατί κρύβεται το συν- μπροστά από το λέγω: το ν έγινε λ και έτσι βρέθηκαν δύο λ μαζί. Το ίδιο και σε όλη την παρέα: συλλέγω, σύλλογος, συλλογίζομαι, συλλυπητήρια.
2. συλλογίζομαι 🤔
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: συλ-λο-γί-ζο-μαι (αόριστος: συλλογίστηκα, μετοχή: συλλογισμένος)
Η λέξη συλλογίζομαι έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: σκέφτομαι, φέρνω στο νου μου.
Κάθεται και συλλογίζεται τα χρόνια που πέρασε στην ξενιτιά. -
Μεταβατικό: παίρνω υπόψη μου κάποιον ή κάτι, υπολογίζω.
Δε συλλογίστηκε καθόλου τα έξοδα που έκανε για το ταξίδι του, αφού πέρασε τόσο ωραία.
Συνώνυμα: αναλογίζομαι, σκέφτομαι (και για τις δύο σημασίες)
Οικογένεια Λέξεων: συλλογισμός
3. ο σύλλογος 👥
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σύλ-λο-γος
Η λέξη σύλλογος έχει μία σημασία:
- Οργανωμένη ομάδα ανθρώπων με νομική αναγνώριση, που επιδιώκει έναν ορισμένο σκοπό.
Είναι μέλος του Συλλόγου δασκάλων και νηπιαγωγών Νομού Ροδόπης.
Συνώνυμα: σωματείο
Οικογένεια Λέξεων: συλλέγω, συλλογή
4. τα συλλυπητήρια 🕊️
Είδος: Ουσιαστικό (μόνο στον πληθυντικό)
Συλλαβές: συλ-λυ-πη-τή-ρια
Η λέξη συλλυπητήρια έχει μία σημασία:
- Γραπτή ή προφορική έκφραση λύπης σε κάποιον για το πένθος του.
Σας εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια.
Αντίθετα: συγχαρητήρια
Οικογένεια Λέξεων: συλλυπούμαι, συλλυπητήριος
Στα συγχαρητήρια μοιραζόμαστε τη χαρά κάποιου (συν- + χαρά). Στα συλλυπητήρια μοιραζόμαστε τη λύπη του (συν- + λύπη). Οι δύο λέξεις είναι φτιαγμένες ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, μόνο που η μία λέει «χαίρομαι μαζί σου» και η άλλη «λυπάμαι μαζί σου».
5. το συμβόλαιο ✍️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συμ-βό-λαι-ο
Η λέξη συμβόλαιο έχει μία σημασία:
- Γραπτό συμφωνητικό με υπογραφές που συντάχτηκε σε συμβολαιογραφείο.
Έκανε συμβόλαιο για το σπίτι που αγόρασε.
Σύνθετα: συμβολαιογράφος, συμβολαιογραφείο
Φράσεις:
- Ο λόγος του είναι συμβόλαιο = μπορείς να βασιστείς σ' αυτά που λέει
6. η συμμαχία 🛡️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συμ-μα-χί-α
Η λέξη συμμαχία έχει δύο σημασίες:
-
Συμφωνία δύο ή περισσότερων κρατών για κοινή πολιτική και στρατιωτική δράση.
Διάφορες χώρες υπογράφουν μεταξύ τους αμυντικές συμμαχίες. -
Μεταφορικά: κάθε συνεργασία δύο ή περισσότερων ατόμων ή ομάδων για κοινά συμφέροντα.
Αποφασίστηκε η συμμαχία όλων των μικρών κομμάτων κατά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Οικογένεια Λέξεων: συμμαχώ, σύμμαχος, συμμαχικός
7. συμπληρώνω ➕
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: συ-μπλη-ρώ-νω (αόριστος: συμπλήρωσα, μετοχή: συμπληρωμένος)
Η λέξη συμπληρώνω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: προσθέτω αυτό που λείπει.
Συμπλήρωσε την αίτηση με τα στοιχεία της ταυτότητάς του. -
Μεταβατικό: ολοκληρώνω, αποπερατώνω κάτι που έχει αρχίσει.
Πήγε στη Γαλλία, για να συμπληρώσει τις σπουδές του στην Πληροφορική.
Συνώνυμα: τελειώνω (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: συμπλήρωμα, συμπληρωματικός, συμπλήρωση
8. το σύμπτωμα 🤒
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σύμ-πτω-μα
Η λέξη σύμπτωμα έχει δύο σημασίες:
-
Καθετί που δηλώνει συνήθως μια αρνητική κατάσταση.
Η επιχείρηση εμφανίζει συμπτώματα οικονομικής παρακμής. -
Ιατρικά: χαρακτηριστικό σημάδι μιας αρρώστιας.
Ένα από τα συμπτώματα της γρίπης είναι ο υψηλός πυρετός.
Οικογένεια Λέξεων: σύμπτωση, συμπτωματικός, συμπτωματικά
Και οι δύο λέξεις βγαίνουν από το «πέφτω μαζί». Η σύμπτωση είναι όταν δύο πράγματα πέφτουν μαζί κατά τύχη (βρεθήκατε στο ίδιο μέρος την ίδια ώρα!). Το σύμπτωμα είναι το σημάδι που πέφτει πάντα μαζί με μια αρρώστια — και γι' αυτό ο γιατρός καταλαβαίνει τι έχεις.
9. το συναίσθημα 💗
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συ-ναί-σθη-μα
Η λέξη συναίσθημα έχει μία σημασία:
- Ψυχική κατάσταση που οφείλεται σε ευχάριστα ή δυσάρεστα γεγονότα ή σκέψεις.
Η χαρά και η λύπη είναι δύο αντίθετα συναισθήματα.
Οικογένεια Λέξεων: συναισθάνομαι, συναίσθηση, συναισθηματικός
Γράφουμε συναίσθημα με αι, γιατί κρύβεται μέσα το ρήμα αισθάνομαι. Το ίδιο αι το κρατούν όλα τα συγγενικά: συναίσθηση, συναισθηματικός, αίσθηση, αισθητήριο.
10. το συνάλλαγμα 💱
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συ-νάλ-λαγ-μα
Η λέξη συνάλλαγμα έχει μία σημασία:
- Πληρωμή χρηματικού ποσού σε νόμισμα ξένης χώρας.
Η Ελλάδα έχει σημαντικά έσοδα από το τουριστικό συνάλλαγμα.
Οικογένεια Λέξεων: συναλλάσσομαι, συναλλαγή, συναλλαγματικός, συναλλαγματική
11. συναντώ 🙋
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: συ-να-ντώ (αόριστος: συνάντησα)
Η λέξη συναντώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: βρίσκω, ανταμώνω κάποιον τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση.
Χθες το απόγευμα συνάντησα την Ελένη στην αγορά. -
Μεταβατικό: αντιμετωπίζω αντίπαλο, βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση.
Η ομάδα της Γερμανίας θα συναντηθεί την Κυριακή με την πρωταθλήτρια Ευρώπης.
Συνάντησα πολλές δυσκολίες στη λύση του προβλήματος των Μαθηματικών.
Συνώνυμα: απαντώ (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: συνάντηση
Φράσεις:
- Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται = για κάποιους που ταυτίζονται οι σκέψεις τους, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση
12. συνδυάζω 🎨
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: συν-δυ-ά-ζω (αόριστος: συνδύασα, μετοχή: συνδυασμένος)
Η λέξη συνδυάζω έχει τρεις σημασίες:
-
Μεταβατικό: βάζω μαζί δύο πράγματα που είναι ή φαίνονται διαφορετικά.
Στις διακοπές που κάναμε εφέτος συνδυάσαμε το βουνό με τη θάλασσα. -
Μεταβατικό: τακτοποιώ κατάλληλα διάφορα πράγματα, για να πετύχω ένα αρμονικό ή σωστό αποτέλεσμα.
Αγόρασε ένα άσπρο πουκάμισο, για να το συνδυάσει με το μαύρο παντελόνι. -
Μεταβατικό: συσχετίζω.
Συνδύασε τα δεδομένα του προβλήματος και οδηγήθηκε στην λύση του.
Συνώνυμα: ταιριάζω, συνταιριάζω, εναρμονίζω (για τη δεύτερη σημασία)
Αντίθετα: αποσυνδέω (για την τρίτη σημασία)
13. η συνείδηση 😇
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συ-νεί-δη-ση
Η λέξη συνείδηση έχει δύο σημασίες:
-
Η ξεκάθαρη γνώση που έχει κάποιος για τη σοβαρότητα ενός θέματος.
Είναι ακόμη μικρό παιδί και δεν έχει συνείδηση των πράξεών του. -
Η ικανότητα να διακρίνει κάποιος το καλό από το κακό και να ενεργεί σύμφωνα με τους ηθικούς νόμους.
Έχει ήσυχη τη συνείδησή του, αφού δεν έβλαψε το φίλο του με την απόφαση που πήρε.
Συνώνυμα: επίγνωση, συναίσθηση (για την πρώτη σημασία) · αυτοέλεγχος (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: άγνοια (για την πρώτη σημασία)
Φράσεις:
- Αντιρρησίας συνείδησης = αυτός που για ιδεολογικούς ή θρησκευτικούς λόγους αρνείται τη στράτευση
Γράφουμε συνείδηση με ει, γιατί βγαίνει από το αρχαίο «οἶδα» (= γνωρίζω), όπως και το είδηση, το είδωλο. Μην τη μπερδέψεις με τη συναίσθηση, που γράφεται με αι επειδή έρχεται από το αισθάνομαι!
14. συνεννοούμαι 💬
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: συ-νεν-νο-ού-μαι (αόριστος: συνεννοήθηκα, μετοχή: συνεννοημένος)
Η λέξη συνεννοούμαι έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: μπορώ να επικοινωνώ με κάποιον, τον καταλαβαίνω και με καταλαβαίνει.
Συνεννοείται άριστα με τους συμμαθητές του. -
Μεταβατικό: συμφωνώ με κάποιον μετά από συζήτηση.
Συνεννοηθήκαμε να βρεθούμε αύριο το βράδυ.
Οικογένεια Λέξεων: συνεννόηση
Φράσεις:
- Συνεννοηθήκαμε; = κατάλαβες τι σου είπα;
- Είναι συνεννοημένοι = έχουν συμφωνήσει για κάτι κρυφά εκ των προτέρων
15. συνεχής 🔁
Είδος: Επίθετο (συνεχής, συνεχής, συνεχές)
Συλλαβές: συ-νε-χής
Η λέξη συνεχής έχει μία σημασία:
- Που γίνεται δίχως διακοπές, αδιάκοπος.
Κάποια καταστήματα λειτουργούν με συνεχές ωράριο.
Συνώνυμα: διαρκής
Αντίθετα: διακεκομμένος
Οικογένεια Λέξεων: συνεχώς, συνέχεια, συνεχίζω, συνεχιστής
Φράσεις:
- Συνεχώς και αδιαλείπτως = χωρίς διακοπές
16. η συνήθεια 🔄
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συ-νή-θει-α
Η λέξη συνήθεια έχει δύο σημασίες:
-
Συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο.
Του έγινε συνήθεια να ξυπνάει καθημερινά τόσο πρωί. -
Έθιμο, παράδοση.
Είναι συνήθεια να πετάμε χαρταετό την Καθαρά Δευτέρα.
Συνώνυμα: έξη (για την πρώτη σημασία) · έθος (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: συνήθως, συνήθης, συνήθειο, συνηθίζω, συνηθισμένος
17. η συνοικία 🏘️
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συ-νοι-κί-α
Η λέξη συνοικία έχει μία σημασία:
- Τμήμα πόλης ή χωριού που έχει δικό του όνομα και καθορισμένα όρια.
Μένει σε μια παραδοσιακή συνοικία με πλακόστρωτα δρομάκια.
Συνώνυμα: συνοικισμός
Οικογένεια Λέξεων: σύνοικος, συνοικιακός, συνοικισμός
18. το σύνολο ➗
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σύ-νο-λο
Η λέξη σύνολο έχει δύο σημασίες:
-
Πλήθος προσώπων ή πραγμάτων.
Το σύνολο των κατοίκων της Ελλάδας είναι περίπου ένδεκα εκατομμύρια. -
Μαθηματικά: ομάδα στοιχείων με ορισμένο ή άπειρο αριθμό, τα οποία έχουν κάποια κοινή ιδιότητα.
Το σύνολο των αριθμών που διαιρούνται με το δύο είναι άπειρο.
Συνώνυμα: ολότητα, το όλον
Σύνθετα: υποσύνολο
Φράσεις:
- Ένα σύνολο = πετυχημένος συνδυασμός ρούχων
19. η συνταγή 🍲
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: συ-ντα-γή
Η λέξη συνταγή έχει δύο σημασίες:
-
Οδηγία για την παρασκευή ενός φαγητού ή γλυκού.
Αγόρασα ένα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής. -
Ιατρικό σημείωμα στο οποίο ο γιατρός γράφει τα φάρμακα που χορηγεί στον ασθενή.
Η ιατρική συνταγή είναι απαραίτητη για την αγορά πολλών φαρμάκων.
Σύνθετα: συνταγολόγιο
Φράσεις:
- Εκτελώ συνταγή = δίνω ή παίρνω τα φάρμακα που έγραψε ο γιατρός ή ακολουθώ τις οδηγίες για να μαγειρέψω κάτι
20. η σύνταξη 📝
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σύ-ντα-ξη
Η λέξη σύνταξη έχει τρεις σημασίες:
-
Το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται κάθε μήνα σε ασφαλισμένο εργαζόμενο, όταν αποχωρήσει νόμιμα από την υπηρεσία του.
Πήρε σύνταξη από τον Ο.Γ.Α., μόλις συμπλήρωσε το όριο ηλικίας. -
Η συγγραφή κάθε είδους γραπτού κειμένου.
Ανέλαβε τη σύνταξη μιας επιστολής προς όλους τους γονείς και τους κηδεμόνες των μαθητών. -
Γραμματικά: η οργάνωση των λέξεων στον προφορικό ή στο γραπτό λόγο.
Η σύνταξη των ρημάτων της γλώσσας μας εμφανίζει αρκετές δυσκολίες.
Συνώνυμα: γράψιμο (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: συνταξιοδοτώ, συνταξιοδότηση, ανασύνταξη
Οικογένεια Λέξεων: συντάξιμος, συνταξιούχος
Ο παππούς παίρνει σύνταξη από την εργασία του, ο δάσκαλος αναλαμβάνει τη σύνταξη μιας επιστολής και εσύ μαθαίνεις τη σύνταξη των ρημάτων στη Γραμματική. Μία λέξη, τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα — και όλα βγαίνουν από την ίδια ιδέα: «βάζω κάτι σε τάξη».
21. συντηρώ 🏺
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: συ-ντη-ρώ (αόριστος: συντήρησα, μετοχή: συντηρημένος)
Η λέξη συντηρώ έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: διατηρώ κάτι στην κατάσταση που βρίσκεται.
Η Αρχαιολογική Υπηρεσία συντηρεί τα αρχαία μνημεία. -
Μεταβατικό: εξασφαλίζω σε κάποιον τα αναγκαία μέσα για να ζήσει.
Συντηρεί την πολυμελή οικογένειά του μόνο με το μισθό του.
Αντίθετα: αλλοιώνω, φθείρω, καταστρέφω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: συντήρηση, συντηρητής, συντηρητικός, συντηρητικότητα, συντηρητισμός
22. η σφαίρα 🌐
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σφαί-ρα
Η λέξη σφαίρα έχει δύο σημασίες:
-
Γεωμετρικά: κυκλικό στερεό σώμα στο οποίο όλα τα σημεία της επιφάνειάς του απέχουν εξίσου από το κέντρο.
Οι μπάλες έχουν σχήμα σφαίρας. -
Βλήμα όπλου, βόλι.
Στον πόλεμο οι σφαίρες πέφτουν σα βροχή.
Σύνθετα: σφαιροβολία, ατμόσφαιρα, καλαθόσφαιρα
Οικογένεια Λέξεων: σφαιρικός, σφαιρικά, σφαιρικότητα, σφαιρίδιο, σφαιριστήριο
Φράσεις:
- Υδρόγειος σφαίρα = η σφαίρα που έχει στην επιφάνειά της το χάρτη της γης
Η καλαθόσφαιρα είναι η ελληνική λέξη για το μπάσκετ: καλάθι + σφαίρα (= μπάλα). Έτσι φτιάχτηκε και η πετόσφαιρα (βόλεϊ) και η χειροσφαίριση (χάντμπολ). Και η ατμόσφαιρα; Είναι η σφαίρα από ατμούς και αέρα που τυλίγει όλη τη Γη!
23. το σχέδιο 📐
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σχέ-δι-ο
Η λέξη σχέδιο έχει τρεις σημασίες:
-
Απεικόνιση με γραμμές ενός προσώπου ή πράγματος πάνω σε μια επιφάνεια συνήθως χαρτιού.
Ζωγράφισε με μεγάλη ακρίβεια το σχέδιο της γέφυρας. -
Διακόσμηση πάνω σε μια επιφάνεια.
Αγόρασε ένα φόρεμα με πολύ ωραία σχέδια. -
Μεταφορικά: ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί κάποιος, για να πετύχει το σκοπό του.
Ετοιμάστηκε ένα σχέδιο για τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή μας.
Συνώνυμα: σκίτσο (για την πρώτη σημασία) · πρόγραμμα (για την τρίτη)
Σύνθετα: σχεδιάγραμμα, προσχέδιο, νομοσχέδιο
Οικογένεια Λέξεων: σχεδία, σχεδιάζω, σχεδίαση, σχεδίασμα, σχεδιασμός, σχεδιαστής, σχεδιαστήριο
24. το σχήμα ⬜
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σχή-μα
Η λέξη σχήμα έχει δύο σημασίες:
-
Εξωτερική όψη ενός πράγματος.
Το σχήμα του προσώπου του είναι ωοειδές. -
Τυπογραφικά: οι διαστάσεις των σελίδων βιβλίου ή εντύπου.
«Το Λεξικό μας» είναι μικρού σχήματος.
Συνώνυμα: μορφή, φιγούρα (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: πρόσχημα
Οικογένεια Λέξεων: σχηματίζω, σχηματισμός, σχηματικός
Φράσεις:
- Σχήμα λόγου = τρόπος διατύπωσης
Δύο λέξεις που αρχίζουν ίδια, αλλά συνεχίζουν αλλιώς: το σχήμα με ήτα και το σχέδιο με έψιλον. Κάθε μία κρατάει το φωνήεν της και στην οικογένειά της: σχηματίζω, σχηματικός — αλλά σχεδιάζω, σχεδιαστής.
25. σώζω 🚑
Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: σώ-ζω (και σώνω· αόριστος: έσωσα, μετοχή: σωσμένος)
Η λέξη σώζω έχει δύο σημασίες:
-
Μεταβατικό: γλιτώνω κάποιον ή κάτι από κίνδυνο.
Οι πυροσβέστες έσωσαν το δάσος από την πυρκαγιά. -
Αμετάβατο στη μέση φωνή: εξακολουθώ να υπάρχω, διατηρούμαι.
Μέσα στη γη σώζονται ακόμα υπολείμματα αρχαίων πολιτισμών.
Συνώνυμα: διασώζω (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: καταστρέφω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: διασώζω, περισώζω
Φράσεις:
- Σώνει και καλά = με το ζόρι
26. το σώμα 🏃
Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σώ-μα
Η λέξη σώμα έχει τρεις σημασίες:
-
Το σύνολο των οργάνων που αποτελούν ένα ζωντανό οργανισμό, το κορμί.
Η γυμναστική δυναμώνει το σώμα. -
Κάθε υλικό αντικείμενο σε στερεή, υγρή ή αέρια κατάσταση.
Ο κύβος είναι ένα στερεό γεωμετρικό σώμα. -
Σύνολο προσώπων που ανήκουν στην ίδια κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα.
Ο φίλος μου υπηρετεί στο Λιμενικό Σώμα.
Σύνθετα: σωματοφύλακας, μικρόσωμος, ολόσωμος
Οικογένεια Λέξεων: σωματικός, σωματικά, σωματίδιο, σωματώδης, σωματείο
Φράσεις:
- Σώμα με σώμα = μάχη από πολύ κοντά
- Ψυχή τε και σώματι = ολόψυχα
- Το εκλογικό σώμα = όλοι όσοι έχουν δικαίωμα ψήφου
Το σώμα σου το γυμνάζεις, το γεωμετρικό σώμα το μετράς στα Μαθηματικά και το Λιμενικό Σώμα είναι μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων. Κι όμως, όλα κρύβουν την ίδια ιδέα: κάτι ολόκληρο, φτιαγμένο από πολλά μέρη που δουλεύουν μαζί.