1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Σ — Μέρος 1ο 🌙

Το γράμμα Σ είναι ένα από τα πιο πλούσια γράμματα της γλώσσας μας. Εδώ θα γνωρίσεις τα πρώτα είκοσι επτά λήμματά του: από τη σάτιρα του θεάτρου μέχρι το σταθμό του τρένου, περνώντας από τη σελήνη, το σεισμό και τα σπήλαια.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. η σάτιρα 🎭

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σά-τι-ρα

Η λέξη σάτιρα έχει μία σημασία:

  1. Λογοτεχνικό είδος, σε στίχους ή σε πεζό, που κοροϊδεύει με ειρωνικό τρόπο ελαττώματα και καταστάσεις.
    Παρακολούθησα στο θέατρο μία ενδιαφέρουσα πολιτική σάτιρα.

Σύνθετα: σατιρογράφος
Οικογένεια Λέξεων: σατιρίζω, σατιρικός

Ένα πιάτο... που έγινε λογοτεχνία!

Η λατινική λέξη satura σήμαινε στην αρχή ένα πιάτο γεμάτο με διάφορα ανακατεμένα φρούτα. Μετά την είπαν έτσι και για κείμενα που ανακάτευαν αστεία, κριτική και ιστορίες μαζί. Έτσι, από ένα πιάτο φαγητό, φτάσαμε στη σάτιρα του θεάτρου!

2. η σαφήνεια 💡

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σα-φή-νει-α

Η λέξη σαφήνεια έχει μία σημασία:

  1. Ο τρόπος να λέμε τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά μας ώστε να γίνονται απόλυτα κατανοητά.
    Οι σκέψεις του διακρίνονται για τη σαφήνεια και την καθαρότητά τους.

Συνώνυμα: καθαρότητα, διαύγεια
Αντίθετα: ασάφεια, αοριστία
Οικογένεια Λέξεων: σαφής, (δια)σαφηνίζω

3. σέβομαι 🙏

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: σέ-βο-μαι (αόριστος: σεβάστηκα)

Η λέξη σέβομαι έχει δύο σημασίες:

  1. Εκτιμώ ιδιαίτερα κάποιον ή κάτι.
    Ακούει με προσοχή και σέβεται τις απόψεις των άλλων.

  2. Τηρώ, υπακούω.
    Οι παίκτες πρέπει να σέβονται τους κανόνες του παιχνιδιού.

Συνώνυμα: τιμώ, υπολήπτομαι (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: περιφρονώ (και για τις δύο σημασίες) · αψηφώ (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: σέβας, σεβασμός, σεβάσμιος, Σεβασμιότατος, σεβαστός

Φράσεις:

  • Σέβομαι τον εαυτό μου = έχω σωστή συμπεριφορά, είμαι αξιοπρεπής

4. η σειρά 📏

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σει-ρά

Η λέξη σειρά έχει δύο σημασίες:

  1. Πρόσωπα, πράγματα ή άλλα στοιχεία που μπαίνουν το ένα δίπλα στο άλλο ή το ένα μετά το άλλο.
    Τοποθετήσαμε τις καρέκλες στη σειρά για τη γιορτή του σχολείου.

  2. Για κείμενο: γραμμή, στίχος.
    Το κεντρικό άρθρο της σχολικής εφημερίδας αποτελείται από είκοσι σειρές.

Συνώνυμα: αράδα (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: οροσειρά

Φράσεις:

  • Βγαίνω από τη σειρά μου = βγαίνω από τον κανονικό ρυθμό της ζωής μου

5. ο σεισμός 🌍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σει-σμός

Η λέξη σεισμός έχει δύο σημασίες:

  1. Δόνηση του στερεού φλοιού της γης, που προκαλεί συνήθως καταστροφές.
    Το επίκεντρο του σεισμού εντοπίστηκε στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου.

  2. Μεταφορικά: αναταραχή, μεγάλη φασαρία.
    Έγινε πραγματικός σεισμός, μόλις μαθεύτηκε ότι η ομάδα τους κέρδισε τον ποδοσφαιρικό αγώνα.

Συνώνυμα: εγκέλαδος (για την πρώτη σημασία) · χαμός (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: σεισμογενής, σεισμολόγος, σεισμόπληκτος, σεισμοπαθής, σεισμογράφος, μετασεισμός
Οικογένεια Λέξεων: σεισμικός, σεισμικότητα

Ο Εγκέλαδος κάτω από τη γη

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως ο γίγαντας Εγκέλαδος ήταν θαμμένος κάτω από τη Σικελία και πως, κάθε φορά που κουνιόταν, ταρακουνιόταν όλη η γη. Γι' αυτό ακόμα και σήμερα οι εφημερίδες γράφουν «χτύπησε ο Εγκέλαδος» όταν γίνεται σεισμός!

6. η σελήνη 🌕

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σε-λή-νη

Η λέξη σελήνη έχει μία σημασία:

  1. Το κοντινότερο προς τη γη ουράνιο σώμα, που περιστρέφεται γύρω της και είναι ο φυσικός της δορυφόρος.
    Η σελήνη περιφέρεται γύρω από τη Γη σε είκοσι επτά ημέρες, επτά ώρες και σαράντα τρία λεπτά.

Συνώνυμα: φεγγάρι
Σύνθετα: πανσέληνος, σεληνάκατος, σεληνόφως
Οικογένεια Λέξεων: σεληνιακός

Φράσεις:

  • Η σκοτεινή πλευρά της σελήνης = η άγνωστη πλευρά ενός ζητήματος
  • Σεληνιακό τοπίο = ερημωμένος τόπος
Δύο ονόματα για το ίδιο φεγγάρι

Το ίδιο ουράνιο σώμα το λέμε και «σελήνη» και «φεγγάρι». Το «σελήνη» είναι η αρχαία, επίσημη λέξη — τη χρησιμοποιούμε στα μαθήματα και στις ειδήσεις. Το «φεγγάρι» είναι η καθημερινή μας λέξη και βγαίνει από το «φέγγος», που κι αυτό σημαίνει φως. Δύο λέξεις, μία ιδέα: το φως της νύχτας!

7. σεμνός, -ή, -ό 🌱

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: σε-μνός

Η λέξη σεμνός έχει δύο σημασίες:

  1. Σοβαρός, ευγενικός, αξιοπρεπής.
    Ο φίλος σου είναι ιδιαίτερα σεμνός στη συμπεριφορά του προς τους άλλους.

  2. Ντροπαλός, συνεσταλμένος.
    Είναι τόσο σεμνός, που κοκκινίζει αμέσως μόλις του μιλήσεις.

Αντίθετα: άσεμνος (για την πρώτη σημασία) · αναιδής, θρασύς (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: σεμνοπρεπής
Οικογένεια Λέξεων: σεμνά (επίρρημα), σεμνότητα

8. σηκώνω 💪

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ση-κώ-νω (αόριστος: σήκωσα)

Η λέξη σηκώνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μετακινώ κάτι από κάτω προς τα πάνω, υψώνω.
    Σήκωσε το βιβλίο που είχε πέσει στο πάτωμα και το έβαλε στη θέση του.

  2. Ξυπνώ κάποιον από τον ύπνο, αφυπνίζω.
    Αύριο να με σηκώσεις στις έξι το πρωί.

  3. Βαστώ ή μεταφέρω βάρος.
    Ο αθλητής της άρσης βαρών σήκωσε στο σύνολο τριακόσια κιλά.

Αντίθετα: κατεβάζω (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ανασηκώνω, ξεσηκώνω
Οικογένεια Λέξεων: σήκωμα, σηκωμός, σηκωτός

Φράσεις:

  • Σηκώνω κεφάλι / μπαϊράκι = απειθαρχώ
  • Σηκώνω χέρι = χτυπώ κάποιον
  • Σηκώνω ψηλά τα χέρια = σταματώ κάθε προσπάθεια
  • Δε σηκώνω τέτοια = δεν ανέχομαι προσβολές
  • Σηκώνω στο πόδι = αναστατώνω
  • Δε σηκώνω κεφάλι = εργάζομαι συνέχεια
  • Σηκώνω στο μάθημα = εξετάζω
Επτά φράσεις με μία λέξη!

Πρόσεξε πόσο διαφορετικά πράγματα σημαίνει το «σηκώνω» μέσα στις φράσεις. «Σηκώνω χέρι» σημαίνει χτυπώ, αλλά «σηκώνω ψηλά τα χέρια» σημαίνει τα παρατάω! Και «σηκώνω κεφάλι» σημαίνει απειθαρχώ, ενώ «δε σηκώνω κεφάλι» σημαίνει δουλεύω ασταμάτητα. Οι φράσεις έχουν δική τους ζωή!

9. σημαίνω 🔔

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ση-μαί-νω (αόριστος: σήμανα)

Η λέξη σημαίνω έχει τρεις σημασίες:

  1. Δηλώνω κάτι.
    Το ρήμα «παλιννοστώ» σημαίνει «επιστρέφω στην πατρίδα».

  2. Είμαι σημαντικός, σπουδαίος.
    Αυτός ο άνθρωπος σημαίνει πολλά για την οικογένειά μας.

  3. Βγάζω ήχο, ηχώ.
    Το ρολόι της πλατείας σήμανε μεσάνυχτα.

Συνώνυμα: χτυπώ (για την τρίτη σημασία)
Σύνθετα: επισημαίνω
Οικογένεια Λέξεων: σήμα, σημαντικός, σήμαντρο, σήμανση

Φράσεις:

  • Σήμανε η ώρα = ήρθε η κατάλληλη στιγμή

10. σιγά 🤫

Είδος: Επίρρημα
Συλλαβές: σι-γά

Η λέξη σιγά έχει δύο σημασίες:

  1. Χαμηλόφωνα, όχι δυνατά.
    Μιλούσε σιγά, για να μην ενοχλεί τους διπλανούς του.

  2. Χωρίς βιασύνη, αργά.
    Το λεωφορείο πήγαινε πολύ σιγά, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στον προορισμό μας με καθυστέρηση.

Συνώνυμα: σιγανά (για την πρώτη σημασία)
Αντίθετα: δυνατά, μεγαλόφωνα (για την πρώτη σημασία) · γρήγορα (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: σιγοτραγουδώ
Οικογένεια Λέξεων: σιγανά (επίρρημα), σιγανός, σιγαλιά

Φράσεις:

  • Σιγά-σιγά = σταδιακά, λίγο-λίγο
  • Σιγά τον πολυέλαιο / σιγά τα λάχανα = για κάτι ασήμαντο

11. ο σιδηρόδρομος 🚂

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σι-δη-ρό-δρο-μος

Η λέξη σιδηρόδρομος έχει μία σημασία:

  1. Συγκοινωνιακό και μεταφορικό μέσο της ξηράς που αποτελείται από βαγόνια και κινείται πάνω σε σιδερένιες ράγες· το τρένο.
    Ταξίδεψα για τα Καλάβρυτα με τον οδοντωτό σιδηρόδρομο.

Συνώνυμα: αμαξοστοιχία, συρμός
Οικογένεια Λέξεων: σιδηροδρομικός

Μια λέξη μεταφρασμένη κατά λέξη

Οι Γάλλοι ονόμασαν το τρένο chemin de fer, δηλαδή «δρόμο από σίδερο». Οι Έλληνες δε δανείστηκαν τη γαλλική λέξη· τη μετέφρασαν κομμάτι-κομμάτι με ελληνικές λέξεις και έφτιαξαν το «σιδηρόδρομος». Τέτοιες λέξεις τις λέμε μεταφραστικά δάνεια!

12. το σιτάρι (και στάρι) 🌾

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σι-τά-ρι

Η λέξη σιτάρι έχει μία σημασία:

  1. Το ποώδες φυτό που ανήκει στα δημητριακά, καθώς και ο καρπός του, που είναι η πρώτη ύλη για το ψωμί.
    Το σιτάρι είναι ένα από τα πρώτα φυτά που καλλιέργησε ο άνθρωπος.

Συνώνυμα: σίτος
Σύνθετα: σιταρόσπορος
Οικογένεια Λέξεων: σιταρένιος

Φράσεις:

  • Ξεχώρισε η ήρα απ' το σιτάρι = ξεχώρισε το καλό απ' το κακό

13. σκάβω ⛏️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: σκά-βω (αόριστος: έσκαψα)

Η λέξη σκάβω έχει μία σημασία:

  1. Χτυπάω το έδαφος με ειδικό εργαλείο και αναποδογυρίζω το χώμα, για να ανοίξω λάκκο ή αυλάκι ή για να καλλιεργήσω τη γη.
    Έσκαψε καλά τον κήπο και στη συνέχεια φύτεψε διάφορα λαχανικά.

Σύνθετα: υποσκάπτω
Οικογένεια Λέξεων: σκάψιμο, σκάμμα, σκαπτικός

Φράσεις:

  • Σκάβω το λάκκο κάποιου = προσπαθώ να κάνω κακό σε κάποιον

14. η σκέψη 🤔

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σκέ-ψη

Η λέξη σκέψη έχει δύο σημασίες:

  1. Η επεξεργασία στοιχείων που γίνεται στο μυαλό μας, για να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα, κρίση ή απόφαση.
    Ύστερα από πολλή σκέψη αποφάσισε να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές.

  2. Φροντίδα, έγνοια.
    Η σκέψη μου βρίσκεται συνεχώς στα παιδιά μου.

Συνώνυμα: στοχασμός (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: διάσκεψη, επίσκεψη, περίσκεψη, σύσκεψη
Οικογένεια Λέξεων: σκέφτομαι, σκεφτικός

Φράσεις:

  • Βάζω σε σκέψεις / μπαίνω σε σκέψεις = προβληματίζω κάποιον, προβληματίζομαι

15. η σκηνή ⛺

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σκη-νή

Η λέξη σκηνή έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Πρόχειρη κατασκευή από αδιάβροχο ύφασμα για προσωρινή διαμονή.
    Μοιράστηκαν σκηνές και τρόφιμα στους σεισμοπαθείς.

  2. Το μέρος του θεάτρου όπου παίζουν οι ηθοποιοί.
    Όλοι οι ηθοποιοί βγήκαν στη σκηνή για το τελευταίο χειροκρότημα.

  3. Κάθε ξεχωριστό επεισόδιο σε ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο.
    Παρακολουθήσαμε μερικές σκηνές από την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη.

  4. Μεταφορικά: επεισόδιο, λογομαχία.
    Μπροστά στα μάτια του κόσμου εξελίχτηκε μια κωμικοτραγική σκηνή.

Συνώνυμα: αντίσκηνο, τέντα (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: σκηνοθεσία, σκηνογραφία, αντίσκηνο
Οικογένεια Λέξεων: σκηνικός, σκηνίτης

Φράσεις:

  • Βγαίνω στη σκηνή = γίνομαι ηθοποιός
  • Κάνω σκηνή σε κάποιον = λογομαχώ, καβγαδίζω
  • Σκηνές απείρου κάλλους = για καταστάσεις όπου επικρατεί μεγάλη αναστάτωση
Από την καλύβα στο θέατρο

Στο αρχαίο θέατρο, οι ηθοποιοί άλλαζαν κοστούμια μέσα σε μια υφασμάτινη καλύβα, τη «σκηνή». Σιγά-σιγά η καλύβα έγινε κτίριο, και το όνομά της πέρασε σε ολόκληρο τον χώρο όπου παίζεται το έργο. Γι' αυτό σήμερα η ίδια λέξη σημαίνει και το αντίσκηνο της κατασκήνωσης και τη σκηνή του θεάτρου!

16. η σκιά 🌑

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σκι-ά

Η λέξη σκιά έχει δύο σημασίες:

  1. Μέρος στο οποίο δε φτάνει το φως.
    Κάθισε στη σκιά του πεύκου, για να ξεκουραστεί.

  2. Σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται σε μια επιφάνεια, όταν ένα αντικείμενο βρίσκεται ανάμεσα σ' αυτήν και σε μια φωτεινή πηγή.
    Το κάθε δέντρο έχει και τη δική του σκιά.

Συνώνυμα: ίσκιος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: σκιαγραφώ, σκιαμαχώ
Οικογένεια Λέξεων: σκιώδης, σκιερός, σκίαση

Φράσεις:

  • Γίνομαι σκιά κάποιου = είμαι αχώριστος σύντροφος κάποιου
  • Ζω στη σκιά του = ζω υπό την επιρροή του
  • Φοβάται και τη σκιά του = είναι πολύ δειλός
  • Θέατρο σκιών = λαϊκό θέατρο που παρουσιάζει παραστάσεις Καραγκιόζη

17. σκίζω (και σχίζω) ✂️

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: σκί-ζω (αόριστος: έσκισα)

Η λέξη σκίζω έχει δύο σημασίες:

  1. Κόβω κάτι σε δύο ή περισσότερα κομμάτια.
    Έσκισε και έριξε στο καλάθι τα άχρηστα χαρτιά.

  2. Περνώ με μεγάλη ταχύτητα μέσα από τον αέρα, το νερό και τα λοιπά.
    Το καράβι έσκιζε με ορμή τα νερά της θάλασσας.

Συνώνυμα: διασχίζω (για τη δεύτερη σημασία)
Σύνθετα: διασχίζω, ξεσχίζω
Οικογένεια Λέξεων: σκίσιμο, σκιστός, σχίσμα, σχισμή

Φράσεις:

  • Σκίστηκε να με εξυπηρετήσει = έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον

18. το σκοινί (και σχοινί) 🪢

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σκοι-νί

Η λέξη σκοινί έχει μία σημασία:

  1. Μακρύ κορδόνι από φυτικές ίνες ή άλλο υλικό, που χρησιμοποιείται για δέσιμο, κρέμασμα και τα λοιπά.
    Έδεσε σφιχτά το δέμα μ' ένα χοντρό σχοινί.

Σύνθετα: σχοινοβάτης
Οικογένεια Λέξεων: σκοινάκι

Φράσεις:

  • Τραβάω / τεντώνω το σχοινί = οδηγώ μια κατάσταση στα άκρα
  • Το έδεσε σχοινί κορδόνι = εμμένει σε κάτι με ενοχλητικό τρόπο

Παροιμία:

  • Στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σχοινί

19. ο σκοπός 🎯

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σκο-πός

Η λέξη σκοπός έχει δύο σημασίες:

  1. Αυτό που θέτει κανείς ως τελική επιδίωξη.
    Ο σκοπός της ζωής του ήταν να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.

  2. Πρόσωπο που αναλαμβάνει τη φύλαξη κάποιου συγκεκριμένου χώρου· φρουρός.
    Στην κεντρική είσοδο του στρατοπέδου υπάρχει πάντοτε ένας σκοπός.

Συνώνυμα: στόχος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: άσκοπος, σκοποβολή, αυτοσκοπός
Οικογένεια Λέξεων: σκοπιά, σκοπεύω, σκόπευση, σκόπιμος, σκοπιμότητα

Φράσεις:

  • Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα = επιτρέπονται και αντικανονικά μέσα για ένα θεμιτό σκοπό

20. σκοτεινός, -ή, -ό 🌚

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: σκο-τει-νός

Η λέξη σκοτεινός έχει τρεις σημασίες:

  1. Που βρίσκεται στο σκοτάδι.
    Ήταν μια σκοτεινή νύχτα χωρίς φεγγάρι.

  2. Μεταφορικά: δυσνόητος, ασαφής.
    Το νόημα του κειμένου είναι σκοτεινό και ακατανόητο.

  3. Μεταφορικά: αυτός που κρύβει κάποιο μυστήριο, ο μυστηριώδης.
    Αυτός ο άνθρωπος είναι μια σκοτεινή προσωπικότητα.

Συνώνυμα: περίπλοκος (για την τρίτη σημασία)
Αντίθετα: φωτεινός (για την πρώτη σημασία) · καθαρός, σαφής (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: θεοσκότεινος, κατασκότεινος
Οικογένεια Λέξεων: σκοτεινά (επίρρημα)

21. σκύβω 🙇

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: σκύ-βω (αόριστος: έσκυψα)

Η λέξη σκύβω έχει δύο σημασίες:

  1. Γέρνω το σώμα ή το κεφάλι προς τα εμπρός και κάτω.
    Έσκυψε να κόψει ένα λουλούδι.

  2. Μεταφορικά: νοιάζομαι, ενδιαφέρομαι για κάποιον ή για κάτι.
    Οι εκπαιδευτικοί σκύβουν με ενδιαφέρον στα προβλήματα των μαθητών.

Συνώνυμα: χαμηλώνω (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: σκυφτός, σκυφτά (επίρρημα), σκύψιμο

Φράσεις:

  • Σκύβω το κεφάλι = υποτάσσομαι

22. σκυθρωπός, -ή, -ό 😞

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: σκυ-θρω-πός

Η λέξη σκυθρωπός έχει μία σημασία:

  1. Αυτός που έχει λυπημένη έκφραση, που είναι άκεφος.
    Παρακολουθούσε την αποχαιρετιστήρια τελετή σιωπηλός και σκυθρωπός.

Συνώνυμα: κατηφής, κατσούφης
Αντίθετα: ευδιάθετος, εύθυμος
Οικογένεια Λέξεων: σκυθρωπότητα

23. το σμήνος 🐝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σμή-νος

Η λέξη σμήνος έχει δύο σημασίες:

  1. Ομάδα εντόμων ή πουλιών σε κίνηση.
    Σμήνη από ακρίδες σκέπασαν τον ουρανό.

  2. Μεταφορικά: ομάδα αεροπλάνων της πολεμικής αεροπορίας κάτω από την ίδια διοίκηση.
    Ένα σμήνος αεροπλάνων πετούσε πάνω από το χώρο της παρέλασης.

Συνώνυμα: σμάρι, πλήθος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: σμηναγός, σμήναρχος
Οικογένεια Λέξεων: σμηνίας, σμηνίτης

Από τις μέλισσες στα αεροπλάνα

Πώς έγιναν τα αεροπλάνα «σμήνος»; Επειδή, όταν πετούν πολλά μαζί σε σχηματισμό, μοιάζουν ακριβώς με μελίσσι ή με κοπάδι πουλιών! Γι' αυτό και οι βαθμοί της Πολεμικής Αεροπορίας βγαίνουν από την ίδια λέξη: σμηνίτης, σμηνίας, σμηναγός, σμήναρχος.

24. η σοφία 🦉

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σο-φί-α

Η λέξη σοφία έχει δύο σημασίες:

  1. Η ικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τις γνώσεις που απέκτησε έτσι ώστε να οδηγείται σε σωστές κρίσεις και αποφάσεις.
    Αντιμετωπίζει τις δύσκολες καταστάσεις με σοφία και σύνεση.

  2. Η κατοχή πολλών γνώσεων· πολυμάθεια, πολυγνωσία.
    Εντυπωσιάστηκε από τη σοφία του καθηγητή του.

Σύνθετα: φιλοσοφία
Οικογένεια Λέξεων: σοφός, σοφίζομαι, σόφισμα, σοφιστής, σοφιστική

Φιλο- + σοφία = φιλοσοφία

Η λέξη «φιλοσοφία» είναι δύο λέξεις κολλημένες: φίλος + σοφία. Σημαίνει, κατά λέξη, «αυτός που αγαπάει τη σοφία». Ο Πυθαγόρας έλεγε πως κανείς δεν είναι πραγματικά σοφός — μπορούμε μόνο να είμαστε φίλοι της σοφίας!

25. σπέρνω 🌱

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: σπέρ-νω (αόριστος: έσπειρα)

Η λέξη σπέρνω έχει δύο σημασίες:

  1. Ρίχνω σπόρους στη γη, για να φυτρώσουν.
    Το φθινόπωρο οι αγρότες σπέρνουν το σιτάρι.

  2. Μεταφορικά: διαδίδω κάτι σε κάποιον.
    Ο Ρήγας Φεραίος έσπειρε επαναστατικές ιδέες στους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής.

Οικογένεια Λέξεων: σπόρος, σπορά, σπορέας, σποραδικός, σπέρμα

Φράσεις:

  • Σπέρνει ζιζάνια = δημιουργεί αφορμές για διχόνοια
  • Φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν = ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις

Παροιμία:

  • Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες

26. το σπήλαιο 🦇

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σπή-λαι-ο

Η λέξη σπήλαιο έχει μία σημασία:

  1. Φυσικό βαθύ κοίλωμα κάτω από το έδαφος ή μέσα σε βράχια.
    Το σπήλαιο του Δυρού στη Μάνη είναι ένα από τα ωραιότερα στην Ελλάδα.

Συνώνυμα: σπηλιά
Σύνθετα: σπηλαιολόγος
Οικογένεια Λέξεων: σπηλιά

Φράσεις:

  • Οι άνθρωποι των σπηλαίων = οι πρωτόγονοι άνθρωποι

27. ο σταθμός 🚉

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: σταθ-μός

Η λέξη σταθμός έχει τρεις σημασίες:

  1. Ο τόπος στον οποίο σταθμεύουν τα συγκοινωνιακά μέσα.
    Ορισμένοι επιβάτες του τρένου κατέβηκαν στο Σταθμό Λαρίσης.

  2. Το κτίριο και οι ειδικές εγκαταστάσεις όπου στεγάζονται διάφορες υπηρεσίες.
    Ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.

  3. Μεταφορικά: σημαντικό γεγονός που αποτελεί την αρχή νέας περιόδου.
    Η Γαλλική επανάσταση αποτέλεσε σταθμό στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Σύνθετα: σταθμάρχης, σταθμαρχείο, ναύσταθμος
Οικογένεια Λέξεων: σταθμεύω, στάθμευση

Ένα ρήμα, ένα σωρό λέξεις

Το αρχαίο «ἵστημι» (=στέκομαι) έχει γεμίσει τη γλώσσα μας: σταθμός, στάση, στάσιμος, στήλη, σύσταση, απόσταση, σταθερός. Όποτε βλέπεις μια λέξη που μιλάει για «στάσιμο» ή «σταμάτημα», πιθανότατα κρύβει αυτό το αρχαίο ρήμα από μέσα!