1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Π — Μέρος 2ο 🌍

Συνεχίζουμε το ταξίδι μας στο γράμμα Π με είκοσι τέσσερις λέξεις: από το «παρουσιάζω» μέχρι το «πλήθος». Θα συναντήσουμε την πατρίδα και το πέλαγος, τους πλανήτες και τα πειράματα, τους περιττούς αριθμούς και το συγκεντρωμένο πλήθος.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. παρουσιάζω 🎨

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: πα-ρου-σι-ά-ζω (αόριστος: παρουσίασα)

Η λέξη παρουσιάζω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: δείχνω, εμφανίζω κάτι σε κάποιον.
    Ο ζωγράφος θα παρουσιάσει τη νέα δουλειά του στην Εθνική Πινακοθήκη.

  2. Μεταβατικό: συστήνω, γνωρίζω κάποιον σε άλλους.
    Ο δάσκαλος της τάξης παρουσίασε τον καινούργιο μαθητή στους συμμαθητές του.

  3. Αμετάβατο στη μέση φωνή: εμφανίζομαι, φαίνομαι.
    Παρουσιάστηκε επιδημία γρίπης σε πολλές χώρες.

Οικογένεια Λέξεων: παρουσία, παρουσίαση, παρουσιάσιμος, παρουσιαστής, παρουσιαστικό (το)

2. η πατρίδα 🇬🇷

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πα-τρί-δα

Η λέξη πατρίδα έχει δύο σημασίες:

  1. Η χώρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος ή από την οποία κατάγονται οι γονείς του.
    Εργάζεται στη Γερμανία, αλλά πατρίδα του είναι η Ελλάδα.

  2. Το χωριό ή η πόλη όπου γεννήθηκε κάποιος, η γενέτειρα.
    Η πατρίδα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη είναι η Λευκάδα.

Σύνθετα: πατριδογνωσία, πατριδολατρία, φιλοπατρία
Οικογένεια Λέξεων: πατέρας

3. παύω ✋

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: παύ-ω (αόριστος: έπαυσα)

Η λέξη παύω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: διακόπτω, σταματώ κάτι που κάνω.
    Από εφέτος έπαψε να εργάζεται τη νύχτα.

  2. Μεταβατικό: απολύω, διώχνω κάποιον από τη θέση του.
    Τον έπαψαν προσωρινά από τη δουλειά του.

  3. Αμετάβατο: σταματώ να μιλώ ή να θορυβώ, ησυχάζω.
    Πάψτε, σας παρακαλώ, γιατί έχω διάβασμα.

Συνώνυμα: σωπαίνω (για την τρίτη σημασία)
Σύνθετα: αναπαύομαι
Οικογένεια Λέξεων: παύση, παύλα

Η παύλα και η παύση είναι αδέρφια

Η παύλα (—) που βάζουμε στα κείμενα και η παύση στη μουσική βγαίνουν και οι δύο από το «παύω». Και οι δύο λένε το ίδιο πράγμα: εδώ σταματάμε για λίγο!

4. παχύς, παχιά, παχύ 🍯

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: πα-χύς

Η λέξη παχύς έχει τρεις σημασίες:

  1. Που είναι χοντρός και ογκώδης.
    Έβαλε ένα παχύ στρώμα στο κρεβάτι του παιδιού.

  2. Αυτός που έχει πολύ λίπος ή μεγάλο βάρος, παχύσαρκος.
    Παλιότερα ήταν παχύς, αλλά τώρα αδυνάτισε αρκετά.

  3. Για υγρά: αυτός που είναι πυκνός, που ρέει δύσκολα, πηχτός.
    Φτιάχνει κάθε χρόνο ένα παχύ θυμαρίσιο μέλι.

Αντίθετα: λεπτός (για την πρώτη και τη δεύτερη σημασία) · αδύνατος, λιπόσαρκος (για τη δεύτερη) · αραιός (για την τρίτη)
Σύνθετα: παχύρρευστος, παχύδερμος, παχύσαρκος
Οικογένεια Λέξεων: πάχος, παχαίνω, παχουλός, πάχυνση, παχυντικός

Φράσεις:

  • Παχιά λόγια / παχιές υποσχέσεις = λόγια χωρίς αντίκρισμα

5. η πεδιάδα 🌾

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πε-διά-δα

Η λέξη πεδιάδα έχει μία σημασία:

  1. Ομαλή και επίπεδη έκταση γης, κάμπος.
    Την πεδιάδα της Θεσσαλίας τη διασχίζει ο Πηνειός ποταμός.

Οικογένεια Λέξεων: πεδίο, πεδινός

6. πείθω 🤝

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: πεί-θω (αόριστος: έπεισα)

Η λέξη πείθω έχει μία σημασία:

  1. Μεταβατικό: κάνω κάποιον να συμφωνήσει μαζί μου με επιχειρήματα ή υποσχέσεις.
    Τον έπεισαν να υπογράψει το συμβόλαιο.
    Τον έπεισαν ποιο ήταν το συμφέρον του.
    Τον έπεισαν ότι δε γινόταν διαφορετικά.

Συνώνυμα: αναγκάζω, εξαναγκάζω
Σύνθετα: πειθαναγκάζω
Οικογένεια Λέξεων: πειθήνιος

Φράσεις:

  • Ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται = όλοι υποχωρούν, όταν δεν υπάρχει άλλη λύση
Ακόμα και οι θεοί!

Η φράση «Ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται» είναι αρχαία και σημαίνει κατά λέξη: «Στην ανάγκη υποχωρούν ακόμα και οι θεοί». Οι αρχαίοι ήθελαν να πουν πως, όταν κάτι είναι αναπόφευκτο, κανείς δεν μπορεί να το αποφύγει — ούτε καν οι θεοί του Ολύμπου!

7. το πείραμα 🔬

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πεί-ρα-μα

Η λέξη πείραμα έχει δύο σημασίες:

  1. Το να αναπαράγει κανείς διάφορα φαινόμενα με τεχνητό τρόπο, για να μελετήσει τις αιτίες που τα προκαλούν.
    Οι μαθητές στο εργαστήριο του σχολείου έκαναν το πείραμα της άνωσης των υγρών.

  2. Δοκιμή, απόπειρα.
    Το πείραμα να ανοίξει ένα δεύτερο κατάστημα είχε επιτυχία.

Συνώνυμα: πειραματισμός (και για τις δύο σημασίες)
Οικογένεια Λέξεων: πειραματίζομαι, πειραματικός

8. το πέλαγος 🌊

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πέ-λα-γος

Η λέξη πέλαγος έχει μία σημασία:

  1. Ανοιχτή θάλασσα μικρότερη από τον ωκεανό.
    Οι ψαρόβαρκες ανοίχτηκαν στο Ικάριο πέλαγος.

Σύνθετα: αρχιπέλαγος
Οικογένεια Λέξεων: πελαγώνω, πελαγίσιος

Αρχιπέλαγος: το «πρώτο» πέλαγος

Το «αρχιπέλαγος» ξεκίνησε ως όνομα του Αιγαίου — του κυριότερου, του «αρχηγού» πελάγους. Επειδή όμως το Αιγαίο είναι γεμάτο νησιά, η λέξη κατέληξε να σημαίνει σε όλο τον κόσμο «σύμπλεγμα νησιών»!

9. το περιβάλλον 🌳

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πε-ρι-βάλ-λον

Η λέξη περιβάλλον έχει μία σημασία:

  1. Το σύνολο των φυσικών, οικογενειακών και κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες κάποιος γεννιέται, ζει και αναπτύσσεται.
    Στο σχολείο μας έχουμε ένα ευχάριστο και δημιουργικό περιβάλλον.

Συνώνυμα: περίγυρος
Σύνθετα: περιβαλλοντολόγος
Οικογένεια Λέξεων: περιβάλλω, περιβαλλοντικός

10. η περιέργεια 🔍

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πε-ρι-έρ-γει-α

Η λέξη περιέργεια έχει μία σημασία:

  1. Ζωηρή επιθυμία για να μάθει ή να δει κάποιος κάτι.
    Η περιέργεια οδήγησε τον άνθρωπο σε νέες ανακαλύψεις.

Οικογένεια Λέξεων: περίεργος, περιεργάζομαι

11. η περίληψη 📝

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πε-ρί-λη-ψη

Η λέξη περίληψη έχει μία σημασία:

  1. Η απόδοση με λίγα λόγια του περιεχομένου ενός γραπτού ή προφορικού κειμένου.
    Οι μαθητές έγραψαν την περίληψη από το μάθημα της Ιστορίας.

Οικογένεια Λέξεων: περιλαμβάνω, περιληπτικός

12. περιμένω ⏳

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: πε-ρι-μέ-νω (παρατατικός: περίμενα)

Η λέξη περιμένω έχει τρεις σημασίες:

  1. Μεταβατικό: μένω στο ίδιο σημείο μέχρι να έρθει κάποιος ή να συμβεί κάτι αναμενόμενο.
    Περιμένω το λεωφορείο, για να πάω στη δουλειά μου.

  2. Μεταβατικό: έχω προσδοκία, ελπίζω.
    Μην περιμένετε να αλλάξω γνώμη!

  3. Μεταβατικό: είμαι σε αναμονή.
    Περίμεναν να κοπάσει η καταιγίδα και ύστερα να φύγουν.

Φράσεις:

  • Απ' αυτόν όλα να τα περιμένεις! = είναι ικανός για όλα

13. περιποιούμαι 💐

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: πε-ρι-ποι-ού-μαι (αόριστος: περιποιήθηκα)

Η λέξη περιποιούμαι έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: προσφέρω σε κάποιον εξυπηρέτηση και βοήθεια, φροντίζω.
    Φιλοξένησε και περιποιήθηκε τους φίλους του κατά τον καλύτερο τρόπο.

  2. Μεταφορικά: τιμωρώ κάποιον, κακομεταχειρίζομαι.
    Μη στενοχωριέσαι καθόλου, γιατί θα τον περιποιηθώ εγώ γι' αυτό που έκανε.

Αντίθετα: παραμελώ (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: περιποίηση, περιποιητικός

Μια περιποίηση που δεν είναι περιποίηση

Πρόσεξε τη δεύτερη σημασία: όταν κάποιος λέει «θα τον περιποιηθώ εγώ!», δεν εννοεί ότι θα του φέρει γλυκά. Εννοεί το ακριβώς αντίθετο — θα τον τιμωρήσει! Η γλώσσα μας παίζει συχνά τέτοια παιχνίδια, λέγοντας το ανάποδο από αυτό που ακούγεται.

14. περιττός, περιττή, περιττό 🔢

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: πε-ριτ-τός

Η λέξη περιττός έχει δύο σημασίες:

  1. Που πλεονάζει, που δε χρησιμεύει σε κάτι.
    Κάνει περιττά έξοδα για ψώνια.

  2. Στα μαθηματικά: κάθε αριθμός που δε διαιρείται ακριβώς με το δύο, μονός.
    Περιττοί αριθμοί είναι όσοι τελειώνουν σε 1, 3, 5, 7 και 9.

Αντίθετα: αναγκαίος, απαραίτητος (για την πρώτη σημασία) · άρτιος (για τη δεύτερη)

15. η περιφέρεια ⭕

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πε-ρι-φέ-ρει-α

Η λέξη περιφέρεια έχει δύο σημασίες:

  1. Στη γεωμετρία: η κλειστή καμπύλη γραμμή που περιβάλλει τον κύκλο και όλα τα σημεία της απέχουν εξίσου από το κέντρο του.
    Το μήκος της περιφέρειας του κύκλου είναι ίσο με 2πρ2\pi\rho, όπου ρ είναι η ακτίνα του και π το 3,14.

  2. Εδαφική περιοχή στην οποία ασκεί την εξουσία κάποια αρχή.
    Η Ελλάδα χωρίζεται σε διοικητικές περιφέρειες.

Συνώνυμα: περίγραμμα, περίμετρος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: περιφερειάρχης
Οικογένεια Λέξεων: περιφέρω, περιφερειακός, περιφερικός

16. περνώ 🚶

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: περ-νώ (αόριστος: πέρασα)

Η λέξη περνώ έχει έξι σημασίες:

  1. Μεταβατικό: διασχίζω.
    Πέρασε τον κάθετο δρόμο και στη συνέχεια έστριψε αριστερά.

  2. Μεταβατικό: ξεπερνώ, υπερτερώ.
    Πέρασε όλους τους συμμαθητές του στο ύψος.

  3. Αμετάβατο: ζω.
    Περνάω καλά αυτή την εποχή.

  4. Αμετάβατο: διέρχομαι.
    Ο νέος δρόμος περνάει έξω από την πόλη.

  5. Αμετάβατο: φτάνω στο τέλος.
    Πέρασαν και οι γιορτές του Πάσχα.

  6. Αμετάβατο: γίνομαι αποδεκτός, επικρατώ.
    Το νομοσχέδιο πέρασε από τη Βουλή.

Σύνθετα: περνοδιαβαίνω, διαπερνώ, ξεπερνώ, προσπερνώ
Οικογένεια Λέξεων: πέραση, πέρασμα, περαστικός

Φράσεις:

  • Δε θα περάσει έτσι αυτό! = για κάτι που θα έχει συνέπειες
  • Περνάει ακόμα η μπογιά του = έχει ακόμα ικανότητες, προσόντα
  • Περνάω το δικό μου = πετυχαίνω αυτό που θέλω
  • Περνάει απ' το χέρι μου = από εμένα εξαρτάται
Ένα ρήμα με έξι πρόσωπα

Το «περνώ» είναι από τις λέξεις με τις περισσότερες σημασίες! Περνάς τον δρόμο, περνάς τους συμμαθητές σου, περνάς καλά στις διακοπές, ο δρόμος περνάει έξω από την πόλη, περνάει το καλοκαίρι και περνάει ο νόμος στη Βουλή. Έξι εντελώς διαφορετικά πράγματα με το ίδιο ρήμα!

17. η πίεση 💧

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πί-ε-ση

Η λέξη πίεση έχει δύο σημασίες:

  1. Η δύναμη που ασκείται σε μια επιφάνεια ή σ' ένα αντικείμενο.
    Το φράγμα έσπασε από την πίεση του νερού.

  2. Μεταφορικά: ο εξαναγκασμός κάποιου να κάνει ή να δεχτεί κάτι.
    Μετά από μεγάλη πίεση στις αρχές αποκτήσαμε κάδους ανακύκλωσης στο σχολείο.

Σύνθετα: καταπίεση, συμπίεση
Οικογένεια Λέξεων: πιέζω

18. πιθανός, πιθανή, πιθανό 🎲

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: πι-θα-νός

Η λέξη πιθανός έχει μία σημασία:

  1. Που μπορεί να γίνει ή να μη γίνει, ενδεχόμενος.
    Είναι πιθανή μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά τις επόμενες ημέρες.

Αντίθετα: απίθανος
Σύνθετα: απίθανος
Οικογένεια Λέξεων: πιθανώς, πιθανά (επίρρημα), πιθανότητα

19. πιστεύω 🙏

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: πι-στεύ-ω (αόριστος: πίστεψα)

Η λέξη πιστεύω έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: έχω εμπιστοσύνη, βασίζομαι σε κάποιον ή κάτι.
    Πιστεύω στην ειλικρίνεια του φίλου μου.

  2. Μεταβατικό: παραδέχομαι κάτι ως πραγματικό, αληθινό.
    Όταν είδα τα δώρα που μου έφεραν, δεν πίστευα στα μάτια μου.

Σύνθετα: εμπιστεύομαι, πολυπιστεύω
Οικογένεια Λέξεων: πίστη, πιστευτός

20. ο πλανήτης 🪐

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πλα-νή-της

Η λέξη πλανήτης έχει μία σημασία:

  1. Ετερόφωτο ουράνιο σώμα που περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο.
    Οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος είναι εννέα.

Σύνθετα: πλανητάρχης
Οικογένεια Λέξεων: πλανητικός, πλανητάριο

Τα αστέρια που περιπλανιούνται

Οι αρχαίοι Έλληνες παρατήρησαν ότι τα περισσότερα αστέρια μένουν στην ίδια θέση, ενώ μερικά «ταξιδεύουν» στον ουρανό από νύχτα σε νύχτα. Τα ονόμασαν «πλανήτες αστέρες», δηλαδή «αστέρια που περιπλανιούνται». Η λέξη έμεινε — και σήμερα την έχουν σχεδόν όλες οι γλώσσες του κόσμου!

21. η πλάση 🌸

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πλά-ση

Η λέξη πλάση έχει μία σημασία:

  1. Το σύνολο των δημιουργημάτων του Θεού, το σύμπαν, η οικουμένη.
    Την άνοιξη χαίρεται όλη η πλάση.

Συνώνυμα: κτίση, κόσμος, φύση
Σύνθετα: διάπλαση, ανάπλαση, μετάπλαση
Οικογένεια Λέξεων: πλάθω, πλάσμα, πλάστης, πλάσιμο

22. η πλειοψηφία 🗳️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πλει-ο-ψη-φί-α

Η λέξη πλειοψηφία έχει μία σημασία:

  1. Το μεγαλύτερο μέρος των ψήφων ή των ψηφοφόρων.
    Η απόφαση πάρθηκε με πλειοψηφία του κοινοβουλίου και όχι με ομοφωνία.

Αντίθετα: μειοψηφία
Οικογένεια Λέξεων: πλειοψηφώ, πλειοψηφικός

Φράσεις:

  • Απόλυτη πλειοψηφία = περισσότερες από τις μισές στο σύνολο των ψήφων
  • Σχετική πλειοψηφία = μεγαλύτερος αριθμός ψήφων από τους άλλους υποψηφίους, χωρίς να φτάνει τις μισές συν μία ψήφο

23. πληγώνω 💔

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: πλη-γώ-νω (αόριστος: πλήγωσα)

Η λέξη πληγώνω έχει δύο σημασίες:

  1. Μεταβατικό: τραυματίζω κάποιον.
    Πλήγωσε τον αντίπαλό του στο χέρι.

  2. Μεταφορικά: με τα λόγια ή τις πράξεις μου προκαλώ σε κάποιον μεγάλη στενοχώρια, πικραίνω.
    Τον πλήγωσαν τα λόγια του φίλου του.

Συνώνυμα: λαβώνω (για την πρώτη σημασία) · στενοχωρώ (για τη δεύτερη)
Οικογένεια Λέξεων: πληγή, πλήγωμα

24. το πλήθος 👥

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: πλή-θος

Η λέξη πλήθος έχει δύο σημασίες:

  1. Μεγάλος αριθμός από πρόσωπα, ζώα ή πράγματα.
    Το βιβλίο που διαβάζεις περιέχει ένα πλήθος πληροφοριών για την αρχαία Αθήνα.

  2. Με άρθρο: πολύς κόσμος, πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι.
    Το συγκεντρωμένο πλήθος χειροκροτούσε με πάθος όλους τους ομιλητές.

Σύνθετα: πολυπληθής
Οικογένεια Λέξεων: πληθαίνω, πληθυντικός, πληθυσμός, πληθυσμιακός, πληθώρα, πληθωρικός, πληθωρισμός