1. Οι Λέξεις μας
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Οι λέξεις μας με Ξ 🎒

Το γράμμα Ξ μάς φέρνει έντεκα λέξεις που τις λέμε καθημερινά: από το πρωινό ξύπνημα μέχρι το ξίδι στη σαλάτα.

Σε κάθε λέξη θα δεις: τι είδος λέξη είναι, πώς χωρίζεται σε συλλαβές, τι σημαίνει, πώς μπαίνει σε πρόταση, ποιες λέξεις είναι συγγενείς της και ποιες φράσεις φτιάχνει.

Αν κάποια λέξη είναι υπογραμμισμένη, ακούμπησε πάνω της: θα σου πει από πού ήρθε!

1. ξαφνιάζω 😲

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ξαφ-νιά-ζω (αόριστος: ξάφνιασα)

Η λέξη ξαφνιάζω έχει μία σημασία:

  1. Προκαλώ σε κάποιον έκπληξη ή φόβο.
    Μας ξάφνιασε η απόφασή του να φύγει στο εξωτερικό.

Οικογένεια Λέξεων: ξάφνιασμα, ξαφνικός, ξαφνικά

2. η ξενιτιά ✈️

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ξε-νι-τιά

Η λέξη ξενιτιά έχει μία σημασία:

  1. Η ξένη χώρα, η διαμονή σε ξένο τόπο.
    Έζησε πολλά χρόνια στην ξενιτιά.

Συνώνυμα: αλλοδαπή, τα ξένα, αποδημία
Οικογένεια Λέξεων: ξενιτεύομαι, ξενιτεμός

Μια λέξη γεμάτη τραγούδια

Η ξενιτιά είναι από τις λέξεις που αγάπησε πιο πολύ το ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Παλιά, πολλοί Έλληνες έφευγαν για δουλειά σε μακρινές χώρες και οι δικοί τους τούς τραγουδούσαν «τραγούδια της ξενιτιάς». Γι' αυτό η λέξη δε σημαίνει μόνο «ξένη χώρα» — κουβαλάει και τη νοσταλγία για την πατρίδα.

3. ξένος, -η, -ο 🌍

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: ξέ-νος

Η λέξη ξένος έχει τρεις σημασίες:

  1. Αυτός που κατάγεται ή προέρχεται από άλλη χώρα και μένει σε άλλη, ο αλλοδαπός.
    Τα τελευταία χρόνια εργάζονται πολλοί ξένοι στην Ελλάδα.

  2. Αυτός που φιλοξενείται στο σπίτι κάποιου άλλου.
    Σήμερα έχω ξένους στο σπίτι μου.

  3. Αυτός που δεν έχει σχέση με κάποιον ή κάτι, ο άσχετος.
    Είναι ξένος προς την υπόθεση αυτή.

Συνώνυμα: αλλοεθνής (για την πρώτη σημασία) · μουσαφίρης, φιλοξενούμενος (για τη δεύτερη)
Αντίθετα: ιθαγενής, ντόπιος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ξεναγός, ξενοδόχος, ξενόγλωσσος, ξενόφερτος, φιλόξενος
Οικογένεια Λέξεων: ξενίζω, ξενικός, ξένιος, ξενώνας

Ο Ξένιος Δίας

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο ίδιος ο Δίας προστάτευε τους ξένους — τον έλεγαν «Ξένιο Δία». Όποιος χτυπούσε την πόρτα σου, έπρεπε να τον περιποιηθείς πριν καν τον ρωτήσεις ποιος είναι. Από εκεί μας έμεινε η λέξη φιλόξενος: αυτός που είναι φίλος των ξένων!

4. ξερός, -ή, -ό 🍂

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: ξε-ρός

Η λέξη ξερός έχει τρεις σημασίες:

  1. Αυτός που δεν έχει νερό ή υγρασία, ο στεγνός.
    Το φθινόπωρο τα ξερά φύλλα των δέντρων σκεπάζουν τη γη.

  2. Αυτός που δεν έχει καθόλου βλάστηση.
    Η Μάνη είναι ένας ξερός και ορεινός, αλλά όμορφος τόπος.

  3. Μεταφορικά: για κάτι απότομο και σύντομο.
    Μας είπε μια ξερή καλημέρα κι έφυγε αμέσως.

Συνώνυμα: ξηρός (για την πρώτη και τη δεύτερη σημασία) · άνυδρος (για την πρώτη)
Αντίθετα: υγρός, βρεγμένος (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: ξεροβόρι, ξεροκέφαλος, ξεροκόμματο, ξερονήσι, ξεροψήνω
Οικογένεια Λέξεων: η ξέρα, ξερά, ξεραΐλα, ξεραίνω

Φράσεις:

  • Έμεινε ξερός = έμεινε άναυδος, άφωνος

Παροιμία:

  • Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά

5. ξέρω 🧠

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ξέ-ρω (παρατατικός: ήξερα)

Η λέξη ξέρω έχει δύο σημασίες:

  1. Γνωρίζω, μου είναι κάτι γνωστό.
    Ο Γιάννης ξέρει πολύ καλά το μάθημα της Ιστορίας.
    Ξέρω πού βρίσκεται η αλήθεια γι' αυτό το ζήτημα.

  2. Μαθαίνω, πληροφορούμαι.
    Ξέρεις ότι το σχολείο μας θα πάει εκδρομή στη Ρόδο;

Αντίθετα: αγνοώ (για την πρώτη σημασία)
Σύνθετα: πολυξέρω

Φράσεις:

  • Ένας θεός ξέρει = για κάτι που δεν μπορεί να το ξέρει κανείς

Παροιμία:

  • Όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος

6. ξεχνώ 🎈

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ξε-χνώ (αόριστος: ξέχασα)

Η λέξη ξεχνώ έχει δύο σημασίες:

  1. Δε θυμάμαι, λησμονώ.
    Ξέχασα τον αριθμό του τηλεφώνου που μου έδωσες.

  2. Στη μορφή «ξεχνιέμαι, ξεχάστηκα»: δεν καταλαβαίνω όσα συμβαίνουν γύρω μου, αφαιρούμαι.
    Ξεχάστηκα στην αγορά και έχασα το λεωφορείο.

Αντίθετα: θυμάμαι (για την πρώτη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ξεχασιάρης, αξέχαστος

7. ξεχωρίζω ⭐

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ξε-χω-ρί-ζω (αόριστος: ξεχώρισα)

Η λέξη ξεχωρίζω έχει τέσσερις σημασίες:

  1. Βάζω κάτι χωριστά από τα άλλα.
    Ξεχώρισε τα σκούρα ρούχα και τα έβαλε στο πλυντήριο.

  2. Προτιμώ, κάνω διάκριση.
    Φέρεται δίκαια και δεν ξεχωρίζει κανένα από τα παιδιά του.

  3. Διακρίνω, αντιλαμβάνομαι με την όραση ή την ακοή.
    Τον ξεχώριζες αμέσως από το παράξενο βάδισμά του.

  4. Διακρίνομαι, διαφέρω από τους άλλους.
    Στη δουλειά ξεχωρίζει για την εργατικότητά του.

Συνώνυμα: διαχωρίζω (για την πρώτη και τη δεύτερη σημασία) · αναγνωρίζω (για την τρίτη) · υπερτερώ (για την τέταρτη)
Οικογένεια Λέξεων: ξέχωρος, ξέχωρα, ξεχώρισμα, ξεχωριστός, ξεχωριστά

Φράσεις:

  • Ξεχώρισε η ήρα απ' το σιτάρι = ξεχώρισε το καλό απ' το κακό

8. το ξίδι 🥗

Είδος: Ουσιαστικό
Συλλαβές: ξί-δι

Η λέξη ξίδι έχει μία σημασία:

  1. Υγρό με ξινή γεύση που παρασκευάζεται συνήθως από κρασί.
    Βάζει πάντοτε ξίδι στη σαλάτα.

Συνώνυμα: όξος
Σύνθετα: λαδόξιδο
Οικογένεια Λέξεων: ξιδάτος

Φράσεις:

  • Να πιει ξίδι! = να ξεθυμώσει, να ηρεμήσει ο θυμός του
Ξινό, όξινο, οξύ

Από την ίδια αρχαία λέξη «ὄξος» κρέμονται πολλές λέξεις που ξέρεις από τη Μελέτη και τη Φυσική: όξινος, οξύτητα, οξυγόνο. Και το επίθετο «ξινός» της κουζίνας μας συγγενεύει μαζί τους. Όλα ξεκίνησαν από ένα μπουκάλι ξίδι!

9. ξοδεύω 💶

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ξο-δεύ-ω (αόριστος: ξόδεψα)

Η λέξη ξοδεύω έχει δύο σημασίες:

  1. Δίνω ένα χρηματικό ποσό, για να αγοράσω κάτι.
    Ξόδεψε πολλά χρήματα, για να αγοράσει το σπίτι του.

  2. Χρησιμοποιώ ένα αγαθό, για να ικανοποιήσω κάποια ανάγκη μου.
    Φέτος ξοδέψαμε πολύ πετρέλαιο για θέρμανση.

Συνώνυμα: δαπανώ, πληρώνω (για την πρώτη σημασία) · καταναλώνω (για τη δεύτερη)
Σύνθετα: καταξοδεύομαι
Οικογένεια Λέξεων: ξόδεμα, ξόδιασμα, ξοδευτής

10. ξυπνώ ⏰

Είδος: Ρήμα
Συλλαβές: ξυ-πνώ (αόριστος: ξύπνησα)

Η λέξη ξυπνώ έχει τρεις σημασίες:

  1. Σταματώ να κοιμάμαι.
    Ξύπνησα αργά κι άργησα να πάω στο σχολείο.

  2. Διακόπτω τον ύπνο κάποιου άλλου.
    Θέλω να με ξυπνήσεις αύριο στις οχτώ.

  3. Μεταφορικά: αρχίζω να καταλαβαίνω σωστά όσα συμβαίνουν.
    Ξύπνα και δες ότι αυτός ο άνθρωπος δε σου λέει την αλήθεια!

Συνώνυμα: αφυπνίζω (για τη δεύτερη σημασία)
Οικογένεια Λέξεων: ξύπνημα, ξυπνητός, ξυπνητήρι

11. ξυπόλυτος, -η, -ο 👣

Είδος: Επίθετο
Συλλαβές: ξυ-πό-λυ-τος

Η λέξη ξυπόλυτος έχει δύο σημασίες:

  1. Αυτός που δε φοράει παπούτσια ή και κάλτσες.
    Στην παραλία περπατούσε συχνά ξυπόλυτος.

  2. Μεταφορικά: για άνθρωπο πολύ φτωχό.
    Ξεκίνησε ξυπόλυτος και με την εργασία του έγινε νοικοκύρης.

Συνώνυμα: ανυπόδητος (για την πρώτη σημασία)

Φράσεις:

  • Πάω ξυπόλυτος στ' αγκάθια = κινδυνεύω, επειδή δεν είμαι έτοιμος για κάτι